Η συζήτηση για τη στεγαστική κρίση (και) στην Ελλάδα έχει πάψει να είναι αφηρημένη ή τεχνική. Έχει γίνει βαθιά προσωπική και αγγίζει πλέον τον πυρήνα της καθημερινότητας χιλιάδων ανθρώπων. Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι απαιτούνται επιπλέον παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση ενός από τα πιο πιεστικά κοινωνικά προβλήματα της εποχής. Ταυτόχρονα, η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι η έλλειψη αξιοπρεπούς και οικονομικά προσιτής κατοικίας δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά πανευρωπαϊκή πρόκληση. Ωστόσο, στην Ελλάδα η κρίση αυτή έχει ένα ιδιαίτερο, ανησυχητικό χαρακτηριστικό: πλήττει δυσανάλογα μια συγκεκριμένη γενιά.
Οι σημερινοί τριαντάρηδες βρίσκονται στο επίκεντρο του προβλήματος. Δεν πρόκειται απλώς για εργαζόμενους με περιορισμένο εισόδημα που δυσκολεύονται να βρουν σπίτι. Πρόκειται για μια ολόκληρη γενιά που βλέπει το βασικό μονοπάτι προς την αυτονομία να έχει μπλοκάρει. Η μετάβαση από το πατρικό σπίτι στη δική τους κατοικία, που για προηγούμενες γενιές αποτελούσε ένα σχετικά αυτονόητο βήμα ενηλικίωσης, μετατρέπεται σήμερα σε μακροχρόνια εκκρεμότητα.
Οι νέοι Έλληνες εγκαταλείπουν το οικογενειακό σπίτι πολύ αργότερα σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους συνομηλίκους τους. Όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη. Τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί, η προσφορά προσιτών κατοικιών έχει συρρικνωθεί και η αγορά λειτουργεί με όρους που ευνοούν τη μέγιστη απόδοση κεφαλαίου και όχι την κοινωνική ισορροπία. Το αποτέλεσμα είναι η καθυστέρηση της αυτονόμησης, που με τη σειρά της επηρεάζει κρίσιμες πτυχές της ζωής: τη δημιουργία οικογένειας, τον επαγγελματικό σχεδιασμό, ακόμη και τη γεωγραφική κινητικότητα.
Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Οι ρίζες του εντοπίζονται ήδη από τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης, όταν τα εισοδήματα συρρικνώθηκαν και η αβεβαιότητα κυριάρχησε. Ωστόσο, η σημερινή φάση είναι ποιοτικά διαφορετική. Η απότομη άνοδος των τιμών των ακινήτων, η μετατροπή κατοικιών σε επενδυτικά προϊόντα και η επικράτηση ενός μοντέλου που αντιμετωπίζει τη στέγη κυρίως ως πεδίο κερδοσκοπίας, έχουν επιδεινώσει δραματικά την κατάσταση. Αυτό που κάποτε ήταν δύσκολο, σήμερα μοιάζει σχεδόν ανέφικτο.
Η στεγαστική κρίση, έτσι όπως εξελίσσεται, δεν είναι απλώς κοινωνικό πρόβλημα. Είναι δομικός κίνδυνος. Όταν μια γενιά αδυνατεί να σταθεί στα πόδια της, να σχεδιάσει το μέλλον της και να αποκτήσει στοιχειώδη σταθερότητα, οι επιπτώσεις διαχέονται σε ολόκληρη την κοινωνία. Η δημογραφική πίεση εντείνεται, η ανισότητα βαθαίνει και η απογοήτευση παγιώνεται. Ο κίνδυνος να «χαθεί» μια ολόκληρη γενιά δεν είναι ρητορικός. Είναι, πλέον, ορατός.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συγκυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει ανοίξει μια ευρεία διαβούλευση για την προσιτή κατοικία, με στόχο την αναθεώρηση πολιτικών και εργαλείων που μέχρι σήμερα αποδείχθηκαν ανεπαρκή. Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αυτή τη διαδικασία ως τυπική συμμετοχή ή ευκαιρία για επικοινωνιακή διαχείριση. Αντίθετα, αποτελεί ίσως την τελευταία ουσιαστική δυνατότητα για αλλαγή πορείας.
Οι κυβερνώντες οφείλουν να αξιοποιήσουν αυτή τη διαβούλευση για να επαναπροσδιορίσουν το στεγαστικό μοντέλο της χώρας. Να θέσουν υπό αμφισβήτηση την απόλυτη κυριαρχία της κερδοσκοπίας, να ενισχύσουν τη δημόσια και κοινωνική κατοικία, να δημιουργήσουν μηχανισμούς που προστατεύουν τους ενοικιαστές και να δώσουν πραγματικές διεξόδους στους νέους ανθρώπους. Η στέγη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως επενδυτικό asset. Είναι θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό.
Αν η πολιτεία δεν τοποθετήσει τη στεγαστική κρίση στον πυρήνα της στρατηγικής της, οι συνέπειες θα είναι μακροχρόνιες και δύσκολα αναστρέψιμες. Αντίθετα, μια γενναία αλλαγή κατεύθυνσης μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο κοινωνική ανάσα, αλλά και επένδυση στο μέλλον της χώρας.