search icon

Γνώμες

Τα μηνύματα της Ουγγαρίας στον Μητσοτάκη και την Κεντροαριστερά

Η Ουγγαρία δεν είναι μια μακρινή περίπτωση. Είναι ένας καθρέφτης. Κι αυτό που δείχνει δεν είναι ευχάριστο για κανέναν. Ούτε για μια κυβέρνηση που θεωρεί ότι δεν έχει αντίπαλο, ούτε για μια αντιπολίτευση που πιστεύει ότι ο χρόνος δουλεύει υπέρ της

Με την πτώση του Oρμπαν, η ουγγρική κάλπη δεν έστειλε ένα μήνυμα στην Ελλάδα. Eστειλε δύο. Το πρώτο αφορά την ελληνική Κεντροαριστερά και το δεύτερο τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και τα δύο είναι δυσάρεστα για όποιον επιμένει να διαβάζει την πολιτική με τα γυαλιά του παρελθόντος. Διότι στην Ουγγαρία δεν συνέβη απλώς η πτώση του Oρμπαν. Eπεσε ένας εμβληματικός ηγέτης της ευρωπαϊκής Aκροδεξιάς, χωρίς όμως να αναστηθεί η Κεντροαριστερά ή η Αριστερά.

Το 2022, όταν όλα τα κόμματα της ουγγρικής αντιπολίτευσης, από το Κέντρο έως την Ακρα Αριστερά, ενώθηκαν, συγκέντρωσαν 34,4% απέναντι στο 53,7% του Ορμπαν. Κακό αποτέλεσμα, αλλά πολύ… καλύτερο από αυτό της περασμένης Κυριακής. Τότε πολλοί πίστεψαν ότι η συνταγή της ενότητας, έστω και με ιδεολογικά μπαλώματα, ήταν η βάση μιας μελλοντικής επιστροφής. Τέσσερα χρόνια μετά, η θεωρία αυτή κατέρρευσε. Στο νέο ουγγρικό Κοινοβούλιο κυριαρχεί ο κεντροδεξιός Μαγιάρ, ο Ορμπαν περιορίστηκε δραστικά και υπάρχει μόνο μία ακόμη κοινοβουλευτική παρουσία, δηλαδή το ακροδεξιό Our Homeland. Τα κόμματα της κλασικής Κεντροαριστεράς και Αριστεράς δεν μπόρεσαν να μετουσιώσουν την ήττα του Ορμπαν σε δικό τους κέρδος, ούτε να συγκρατήσουν το 34,4% του 2022 και τελικά έμειναν όλα εκτός Βουλής.

Η φθορά της Ακροδεξιάς δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε άνοδο της Αριστεράς. Ούτε η κοινωνική δυσαρέσκεια επιστρέφει μηχανικά σε παλιούς ιδεολογικούς χώρους. Στην Ουγγαρία, ο θυμός απέναντι στον Ορμπαν κατευθύνθηκε σε μια νέα δύναμη που εμφανίστηκε ως πιο αξιόπιστη, πιο φρέσκια, πιο εθνικά «κανονική» και ταυτόχρονα πιο κυβερνητική από τα φθαρμένα αντιπολιτευτικά σχήματα. Η ειρωνεία είναι ότι για χρόνια η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά επένδυσε στο αφήγημα της «επιστροφής». Κάθε φορά που η Δεξιά, σε οποιαδήποτε μορφή της, φαινόταν να φθείρεται, προεξοφλούσε ότι η κοινωνία θα επανέλθει σε πιο «προοδευτικές» επιλογές. Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη και δείχνει ότι οι κοινωνίες δεν επιστρέφουν, αλλά μετακινούνται. Κι αυτή τη στιγμή μετακινούνται προς τα δεξιά, συχνά με ταχύτητα που προκαλεί αμηχανία. Η ελληνική Αριστερά οφείλει να δει κατάματα αυτή την πραγματικότητα. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν τη θεωρεί ούτε φυσικό εκφραστή της διαμαρτυρίας, ούτε πειστική δύναμη διακυβέρνησης. Οι εκκλήσεις Ανδρουλάκη, Τσίπρα κ.λπ. για «ενότητα» χωρίς καθαρό κοινωνικό μήνυμα, χωρίς νέα ηγετικά πρόσωπα και χωρίς γλώσσα εξουσίας θυμίζουν περισσότερο τελετουργία ιδεολογικής αυτοπαρηγοριάς παρά σοβαρό σχέδιο επιστροφής.

Το δεύτερο μήνυμα αφορά την κυβέρνηση και είναι εξίσου σοβαρό. Η μεγάλη απειλή για τη Νέα Δημοκρατία στις επόμενες εκλογές δεν προέρχεται, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, από τα αριστερά της. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα δείχνουν ότι ο χώρος αριστερότερα του Κέντρου παραμένει κατακερματισμένος και με περιορισμένη δυναμική. Ο Κυριάκος Μηστοτάκης εξακολουθεί να κυριαρχεί στην Κεντροδεξιά του πολιτικού συστήματος, ενώ η πραγματική απειλή δεν βρίσκεται στην Αριστερά ούτε στην Κεντροαριστερά. Βρίσκεται δεξιότερά του.

Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Τα κόμματα που κινούνται προς τα αριστερά εμφανίζουν περιορισμένη δυναμική. Αντιθέτως, τα κόμματα που τοποθετούνται δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας, ακόμα και αν είναι μικρά ή νεοσύστατα, παρουσιάζουν ανθεκτικότητα και σε ορισμένες περιπτώσεις ανοδικές τάσεις. Το εκλογικό σώμα δεν φαίνεται να αναζητά «επιστροφή» σε παλαιότερες ισορροπίες. Αναζητά κάτι διαφορετικό. Και αυτό το «διαφορετικό» έχει σαφή ιδεολογικό πρόσημο και πάει μέχρι την Ακρα Δεξιά.

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη, ίσως υποτιμημένη, απειλή για τον Μητσοτάκη. Από τη μία πλευρά είναι ευνοημένος από τον κατακερματισμό αυτού του χώρου. Τα δεξιά του κόμματα είναι πολλά, συχνά ανταγωνιστικά μεταξύ τους, χωρίς ενιαία ηγεσία ή συνεκτικό αφήγημα. Αυτό του επιτρέπει να διατηρεί την πρωτοκαθεδρία. Από την άλλη, όμως, αυτή η πολυδιάσπαση δεν αναιρεί τη συνολική δυναμική. Την ενισχύει διότι δημιουργεί πολλαπλά σημεία πίεσης.

Ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, το φαινόμενο είναι πιο έντονο. Εκεί, τα δεξιότερα κόμματα καταγράφουν υψηλότερα ποσοστά και μεγαλύτερη απήχηση. Οι λόγοι δεν είναι τυχαίοι. Ιστορικοί, κοινωνικοί και γεωπολιτικοί παράγοντες διαμορφώνουν ένα περιβάλλον πιο δεκτικό σε σκληρότερες πολιτικές θέσεις. Το Μακεδονικό, οι σχέσεις με την Τουρκία, το Μεταναστευτικό, αλλά και η αίσθηση εγκατάλειψης από το κεντρικό κράτος συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο λόγος της Δεξιάς πέραν της Ν.Δ., αλλά και της Ακρας Δεξιάς βρίσκει πιο πρόσφορο έδαφος.

Αν η κυβέρνηση συνεχίσει να αντιμετωπίζει τον πολιτικό ανταγωνισμό με όρους παρελθόντος, κινδυνεύει να αιφνιδιαστεί. Η επιλογή προσώπων, η πολιτική ατζέντα, η ρητορική, όλα πρέπει να προσαρμοστούν σε μια νέα πραγματικότητα. Δεν αρκεί η διαχείριση, απαιτείται πολιτική κατεύθυνση. Τελικά, η Ουγγαρία δεν είναι μια μακρινή περίπτωση. Είναι ένας καθρέφτης. Κι αυτό που δείχνει δεν είναι ευχάριστο για κανέναν. Ούτε για μια κυβέρνηση που θεωρεί ότι δεν έχει αντίπαλο, ούτε για μια αντιπολίτευση που πιστεύει ότι ο χρόνος δουλεύει υπέρ της. Στην πολιτική, το κενό δεν μένει ποτέ κενό. Το ερώτημα είναι ποιος θα το καλύψει αφού το αντιληφθεί εγκαίρως.

Exit mobile version