Στην πολιτική, όπως και στο αρχαίο δράμα, η ύβρις σπανίως μένει ατιμώρητη
Και αν υπάρχει ένα παράδειγμα των τελευταίων μηνών που το επιβεβαιώνει, αυτό είναι η στάση της ελληνικής Κεντροαριστεράς απέναντι στη Μαρία Καρυστιανού. Μια στάση που ξεκίνησε με χειροκροτήματα, συνεχίστηκε με εργαλειοποίηση και καταλήγει, όχι απροσδόκητα, σε αποκήρυξη.
Πριν από έναν χρόνο (για την ακρίβεια σαν αύριο 26 Ιανουαρίου 2025) οι μεγάλες συγκεντρώσεις σε 110 πόλεις για το δυστύχημα των Τεμπών αιφνιδίασαν όλο το πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δέχθηκαν το ισχυρότερο πολιτικό πλήγμα της θητείας τους. Δεν ανατράπηκαν εκλογικά, αλλά άνοιξε μια πολιτική άβυσσος, το κράτος εμφανίστηκε ανίκανο, αδιάφορο, ίσως κυνικό. Και η κοινωνία, σχεδόν οριζόντια και χωρίς κομματικούς διαχωρισμούς, αντέδρασε αυθόρμητα, οργισμένα, μαζικά.
Σε αυτό το περιβάλλον αναδείχθηκε το πρόσωπο της Καρυστιανού. Οχι ως πολιτικός, αλλά ως τραγική φιγούρα. Ως μητέρα που έχασε το παιδί της. Ως πολίτης που ζητούσε δικαιοσύνη. Και, κυρίως, ως πρόσωπο με εξαιρετική επικοινωνιακή δυναμική.
Καθαρός λόγος, συναισθηματική φόρτιση, ηθικό πλεονέκτημα. Ενα δώρο, σχεδόν ουρανοκατέβατο, για μια αντιπολίτευση που αναζητούσε απεγνωσμένα αφήγημα για να «ρίξει τον Μητσοτάκη»
Η Κεντροαριστερά, σε όλες της τις εκδοχές, από το ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ έως την Πλεύση Ελευθερίας και ακόμη παραπέρα έσπευσε να αγκαλιάσει το φαινόμενο. Το ίδιο έκαναν και δυνάμεις της Δεξιάς, δεξιά της Ν.Δ. Η Καρυστιανού μετατράπηκε σε πολιορκητικό κριό εναντίον της κυβέρνησης. Κανείς δεν ρωτούσε τότε ποιες είναι οι απόψεις της για τις αμβλώσεις, τα δικαιώματα, την Κβαντική Ιατρική ή την Εκκλησία. Αυτά είναι λεπτομέρειες όταν ο στόχος είναι ένας: «να πληγεί ο Μητσοτάκης».
Το πρόβλημα ξεκίνησε όταν η ίδια άρχισε να εκδηλώνει πρόθεση αυτόνομης καθόδου στην πολιτική. Εκεί το αφήγημα άρχισε να αποσυντίθεται. Από σύμβολο εξελίσσεται σε πρόβλημα. Από «φωνή της κοινωνίας» μετατρέπεται σε πολιτική αντίπαλος και ξεκίνησε η αποδόμησή της. Οχι για τον τρόπο που εργαλειοποιήθηκε το δράμα της, αυτό αποσιωπήθηκε, αλλά για τις απόψεις της. Για τις αμβλώσεις, για τον «συντηρητισμό» της, για το αν είναι συστημική ή αντισυστημική, για το αν «χαϊδεύει» ακροδεξιά ακροατήρια.
Το ίδιο κεντροαριστερό σύστημα που τη χρησιμοποίησε ως ρόπαλο άρχισε τώρα να τη χτυπά. Με όρους που θυμίζουν περισσότερο πανικό παρά ιδεολογική καθαρότητα. Ξαφνικά ανακαλύφθηκε ότι δεν πληροί τα πιστοποιητικά προοδευτικότητας.
Οτι δεν είναι «δική μας». Οτι δεν χωράει στο στενό πλαίσιο της Κεντροαριστεράς. Κι εδώ έρχεται η ειρωνεία της ιστορίας. Παρά τις «συντηρητικές» θέσεις που διατύπωσε, τουλάχιστον τρεις δημοσκοπήσεις (που δημοσιεύτηκαν την εβδομάδα που πέρασε) δείχνουν ότι εκείνοι που έχουν να χάσουν είναι τα κόμματα της Κεντροαριστεράς (Ζωή, Τσίπρας, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ) και δευτερευόντως τα ακροδεξιά και τα αντισυστημικά ακροατήρια. Οχι η Νέα Δημοκρατία. Εκεί, το ρήγμα που άνοιξε το δυστύχημα στα Τέμπη είναι βαθύ και δεν μετατοπίζεται. Κανένας ψηφοφόρος που στήριξε την κυβέρνηση δεν θα περάσει «ξαφνικά απέναντι» στην Καρυστιανού, ακόμη και αν δεν ξαναψηφίσει τη Ν.Δ.
Ετσι, η Κεντροαριστερά φτάνει ξανά στο σημείο μηδέν. Ποιος θα ρίξει τον Μητσοτάκη; Και, ακόμη περισσότερο, ποιος θα διεκδικήσει την εξουσία; Ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορεί, φαίνεται από την αναιμική επιστροφή του. Ο Νίκος Ανδρουλάκης παραμένει σταθερός, αλλά ακίνητος, με τη βελόνα κολλημένη σε μια εποχή που δεν επιστρέφει. Και η Καρυστιανού μιλάει για αμβλώσεις, «δεν ξέρει», είναι «συντηρητική».
Και εδώ βρίσκεται η δεύτερη, πιο κυνική ανάγνωση. Οι μόνοι που πραγματικά χάρηκαν από αυτό το πολιτικό «τσαλάκωμα» της Καρυστιανού εξαιτίας των θέσεων για τις αμβλώσεις και όχι μόνο είναι οι αρχηγοί, οι επίδοξοι αρχηγοί και οι αρχηγίσκοι της Κεντροαριστεράς και οι στενοί τους συνεργάτες, γιατί πιστεύουν ότι θα «κρατήσουν το μαγαζάκι τους». Ολοι οι υπόλοιποι, βουλευτές, στελέχη, αλλά κυρίως οι εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόροι του χώρου, μάλλον απογοητεύτηκαν. Γιατί είχαν, έστω αφελώς, αρχίσει να ελπίζουν. Οτι κάτι κεντροαριστερό, κάτι νέο, κάτι απρόβλεπτο, κάτι έξω από το κομματικό τέλμα, ίσως δημιουργούσε ρωγμή στην κυβέρνηση Μηστοτάκη. Με την Καρυστιανού, είτε μέσα σε ένα από τα γνωστά κόμματα είτε μόνη της, είχαν γεννηθεί προσδοκίες. Οχι απαραίτητα ρεαλιστικές, αλλά πολιτικά χρήσιμες. Τώρα που αναγκάζονται σιγά-σιγά να την αποκηρύξουν, το ερώτημα επιστρέφει βασανιστικά στο «ποιος;». Ποιος θα ηγηθεί στην Κεντροαριστερά; Ποιος θα εμπνεύσει; Ποιος θα ενώσει;
Δεν υπάρχει κεντροαριστερός ψηφοφόρος που να μην «ψάχνεται» ξανά για το «ποιος θα ρίξει τον Μητσοτάκη». Κι αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Οχι οι απόψεις της Καρυστιανού για τις αμβλώσεις, αλλά το γεγονός ότι έναν χρόνο μετά τις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη η Κεντροαριστερά κατάφερε να χάσει ακόμη και την ελπίδα που δεν της ανήκε. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αν «χάρηκε ή λυπήθηκε» η Κεντροαριστερά με τις «αμβλώσεις» της Καρυστιανού. Το ερώτημα είναι αν κατάλαβε τι της συνέβη. Ακόμη και να πετύχει η Καρυστιανού, δεν θα είναι «δική» της.