Το φιλόδοξο σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για επενδύσεις ύψους 20 δισ. ευρώ σε πέντε γιγαντιαία κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, καθώς καθυστερήσεις και αβεβαιότητα γύρω από τη χρηματοδότηση απομακρύνουν πιθανούς εταίρους, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις σχετικές διεργασίες.
Η ΕΕ ανακοίνωσε πέρυσι το σχέδιο στήριξης των λεγόμενων «gigafactories» με στόχο να επιταχύνει τις ιδιωτικές επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, η έλλειψη σαφούς εικόνας τόσο για τη μελλοντική ζήτηση όσο και για το πότε θα είναι διαθέσιμες οι επιδοτήσεις απειλεί να υπονομεύσει ολόκληρη την πρωτοβουλία.
Η διαδικασία υποβολής προσφορών επρόκειτο να ξεκινήσει τον Μάιο, αλλά πλέον αναμένεται να ανοίξει τον Ιούλιο, σύμφωνα με τον Πολωνό υπουργό Ψηφιακής Πολιτικής, Ντάριους Σταντέρσκι, ο οποίος συμμετέχει στις ευρωπαϊκές διαβουλεύσεις για τα έργα. Όπως ανέφερε σε συνέντευξή του στο Bloomberg, η χρηματοδότηση θα υλοποιηθεί σε δύο φάσεις, με κονδύλια που έχουν προγραμματιστεί για το 2028 και το 2030.
Νέος πονοκέφαλος για την τεχνολογική στρατηγική της Ευρώπης
Το εγχείρημα κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ακόμη ένα στρατηγικό λάθος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της τεχνολογίας. Οι Βρυξέλλες ανησυχούν ότι η αποτυχία επιθετικών επενδύσεων σε εγχώρια data centers θα οδηγήσει σε διαρροή ταλέντου προς το εξωτερικό και θα αφήσει την Ευρώπη στο περιθώριο μιας ακόμη τεχνολογικής επανάστασης που καθοδηγείται από τη Σίλικον Βάλεϊ.
Από τον Καναδά και τη Νότια Κορέα έως τις χώρες της Μέσης Ανατολής, κυβερνήσεις προχωρούν ήδη σε επιδοτήσεις υπολογιστικών υποδομών, επιδιώκοντας να διατηρήσουν ρόλο στην παγκόσμια κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία σήμερα κυριαρχείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Παράλληλα, καθώς οι διατλαντικές σχέσεις παραμένουν τεταμένες κατά τη διάρκεια της νέας θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, η ΕΕ προβάλλει όλο και περισσότερο την τεχνολογική κυριαρχία ως εργαλείο προστασίας της ασφάλειας, της ιδιωτικότητας και της ανταγωνιστικότητάς της.
Η αμερικανική κυριαρχία και η πίεση προς την Ευρώπη
Αμερικανικοί κολοσσοί όπως η OpenAI, η Anthropic και η Alphabet επενδύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε κέντρα δεδομένων ανά τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης, διευρύνοντας συνεχώς το προβάδισμά τους.
Η Γερμανία επιχειρεί να καλύψει μέρος της απόστασης. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι η χώρα στοχεύει να διπλασιάσει την υπολογιστική της ισχύ μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.
«Είμαι βέβαιος ότι μπορούμε να γίνουμε ανεξάρτητοι από τα αμερικανικά και κινεζικά data centers», ανέφερε σε συνέδριο την Τρίτη.
Την ίδια στιγμή, ιδιωτικές πρωτοβουλίες προχωρούν ταχύτερα από τους ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς. Η SoftBank ανακοίνωσε πρόσφατα επενδύσεις που μπορούν να φτάσουν έως και τα 75 δισ. ευρώ για την κατασκευή κέντρων δεδομένων στη Γαλλία, μέγεθος που ξεπερνά κατά πολύ το σύνολο της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας.
Πέντε κέντρα δεδομένων ισχύος ενός γιγαβάτ
Το σχέδιο της ΕΕ προβλέπει τη δημιουργία τουλάχιστον πέντε μεγάλων data centers τεχνητής νοημοσύνης, το καθένα με ισχύ ενός γιγαβάτ — αρκετή για να τροφοδοτήσει περισσότερα από 700.000 νοικοκυριά.
Παρά τις μεγάλες εξαγγελίες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καθυστερήσει επανειλημμένα να δημοσιοποιήσει τα κριτήρια επιλογής των έργων.
Η ερευνήτρια πολιτικής του think tank Interface, Μαρία Νοβίτσκα, σημειώνει ότι η συζήτηση γύρω από τα gigafactories έχει προκαλέσει έντονο πολιτικό ενδιαφέρον, αλλά χαρακτηρίζεται από έλλειψη διαφάνειας. «Έχω χάσει το μέτρημα των αναβολών», δήλωσε. «Υπάρχει ελάχιστη σαφήνεια».
Σύμφωνα με μία από τις πηγές που συμμετέχουν στις διαβουλεύσεις, η περιορισμένη χρηματοδότηση σημαίνει ότι πριν από την έναρξη του νέου πολυετούς προϋπολογισμού της ΕΕ το 2028 θα μπορέσουν να λάβουν στήριξη το πολύ δύο από τα πέντε προγραμματισμένα έργα.
Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανέφερε ότι η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος αναμένεται να εγκριθεί σύντομα, μετά την ολοκλήρωση των απαραίτητων προετοιμασιών.
Οι αντιδράσεις της αγοράς και η στάση της Mistral AI
Η Mistral AI, η πολυτιμότερη ευρωπαϊκή startup τεχνητής νοημοσύνης, συμμετέχει σε συζητήσεις για ένταξη σε γαλλική κοινοπραξία που αναπτύσσει έργο data center αξίας 10 δισ. ευρώ και σχεδιάζει να διεκδικήσει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Αρτύρ Μενς, έχει εκφράσει την άποψη ότι η πρωτοβουλία πρέπει να αποκτήσει πραγματικά πανευρωπαϊκό χαρακτήρα και να ξεπεράσει τη λογική των εθνικών έργων.
«Ένα από τα προβλήματα είναι ότι αντιμετωπίζεται σε εθνικό επίπεδο, κάτι που είναι εντελώς παράλογο», είχε δηλώσει τον προηγούμενο μήνα. «Κάθε επιτυχημένη προσπάθεια σε αυτόν τον τομέα πρέπει να είναι πανευρωπαϊκή και πολύ μεγαλύτερη από ό,τι προβλέπεται σήμερα».
Από το Chips Act στα νέα ερωτήματα
Οι δυσκολίες επαναφέρουν στο προσκήνιο ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής. Οι Βρυξέλλες ήδη επανεξετάζουν τη στρατηγική τους για την παραγωγή ημιαγωγών, μετά την περιορισμένη επιτυχία του Chips Act του 2022, το οποίο δεν κατάφερε να αυξήσει ουσιαστικά το μερίδιο της Ευρώπης στην παγκόσμια παραγωγή τσιπ, παρά τον στόχο για διπλασιασμό έως το 2030.
Το πρόγραμμα των gigafactories, που προβλέπει data centers εξοπλισμένα με περίπου 100.000 προηγμένα τσιπ το καθένα ώστε να ανταγωνιστούν τα τεράστια έργα των αμερικανικών hyperscalers, προσέλκυσε αρχικά ενδιαφέρον από περίπου 70 εταιρείες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σήμερα όμως ο αριθμός αυτός έχει περιοριστεί σε περίπου δέκα κοινοπραξίες που αναμένεται να υποβάλουν προσφορές, με ανώτατο όριο μία υποψηφιότητα ανά χώρα.
Χαμηλότερες επιδοτήσεις και μειωμένο ενδιαφέρον
Πρώιμες προτάσεις από τη Schwarz Group και τη Deutsche Telekom στη Γερμανία, καθώς και από την Telefónica στην Ισπανία, βασίστηκαν στη δημιουργία εθνικών κοινοπραξιών ώστε να μοιραστεί το υψηλό κόστος των επενδύσεων.
Η ΕΕ υπολογίζει ότι λιγότερο από το μισό των 20 δισ. ευρώ θα προέλθει από δημόσιους πόρους. Το σχέδιο προβλέπει 4,1 δισ. ευρώ σε επιδοτήσεις από την Ένωση και ισόποση συνεισφορά από τα κράτη-μέλη που θα φιλοξενήσουν τα έργα, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα καλυφθεί από ιδιώτες επενδυτές.
Ωστόσο, αρκετοί συμμετέχοντες στις διαβουλεύσεις εκτιμούν ότι τα έργα που τελικά θα επιδοτηθούν μπορεί να είναι μικρότερα από όσα είχαν αρχικά σχεδιαστεί, γεγονός που καθιστά τη συμμετοχή λιγότερο ελκυστική. Τουλάχιστον δύο κοινοπραξίες εξετάζουν το ενδεχόμενο να αποσυρθούν εάν το πρόγραμμα περιοριστεί σημαντικά.
Στη Γερμανία, η Schwarz Group, ιδιοκτήτρια της αλυσίδας Lidl, και η Deutsche Telekom είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον να ηγηθούν κοινοπραξιών. Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσωπο που γνωρίζει τις εξελίξεις, η πολύπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία διαγωνισμού, σε συνδυασμό με τις συνεχείς αλλαγές στους όρους του έργου, έχει μειώσει τον ενθουσιασμό της Schwarz Group, η οποία ήδη κατασκευάζει δικό της data center νότια του Βερολίνου.
Η Deutsche Telekom προχωρά επίσης αυτόνομα τα επενδυτικά της σχέδια και σχεδιάζει να διπλασιάσει σε 20.000 τις μονάδες επεξεργασίας γραφικών (GPU) της Nvidia στις εγκαταστάσεις της στο Μόναχο. Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Τιμ Χέτγκες, δήλωσε ότι η συμμετοχή σε gigafactory θα εξεταστεί μόνο εφόσον υπάρξουν εγγυήσεις ζήτησης από βιομηχανικούς και κρατικούς πελάτες.
Αντίστοιχα, η Telefónica, η οποία ηγείται ισπανικής πρότασης, εμφανίζεται διατεθειμένη να διατηρήσει μειοψηφική συμμετοχή μεταξύ 10% και 15% στην κοινοπραξία που θα διεκδικήσει τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, όπως δήλωσε ο επικεφαλής λειτουργίας της εταιρείας, Εμίλιο Γκάγιο.
Διαβάστε ακόμη
Η άγνωστη πλευρά της Μέριλιν Μονρόε: Η βιβλιοθήκη με τα 400 βιβλία που ανέτρεψε έναν μύθο
Μια κρίσιμη στιγμή για τη Σαντορίνη: Η κουλούρα, τα γραμμικά αμπέλια και μια τολμηρή ιδέα
Ποιοι κερδίζουν από τη ρύθμιση των 72 δόσεων
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
