Η κλίμακα αγοράς ακινήτων που βοήθησε γενιές νέων Βρετανών να αποκτήσουν περιουσία και οικονομική σταθερότητα φαίνεται να καταρρέει. Η αύξηση των εξόδων διαχείρισης στα διαμερίσματα και η ασφυκτική κατάσταση στην αγορά κατοικίας έχουν αφήσει πολλούς millennials εγκλωβισμένους, χωρίς τη δυνατότητα να προχωρήσουν στο επόμενο βήμα.
Η Σενάλι Τζασάνι και ο σύντροφός της πίστευαν ότι είχαν εξασφαλίσει το μέλλον τους όταν αγόρασαν το διαμέρισμά τους στο δυτικό Λονδίνο πριν από πέντε χρόνια. Το σχέδιό τους ήταν να μείνουν εκεί για λίγα χρόνια, να αποκτήσουν υπεραξία και στη συνέχεια να αγοράσουν ένα σπίτι εκτός Λονδίνου όταν θα ήταν έτοιμοι να δημιουργήσουν οικογένεια. «Ήμασταν πραγματικά περήφανοι που είχαμε καταφέρει να αποταμιεύσουμε τα χρήματα», δηλώνει η 32χρονη σύμβουλος διοίκησης.
Ωστόσο, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν, όπως οι ίδιοι περίμεναν. Οι διαρκώς αυξανόμενες χρεώσεις και τα έξοδα του διαμερίσματος κατέστησαν εξαιρετικά δύσκολη την πώλησή του, όταν αποφάσισαν να μετακομίσουν πέρυσι. Οι μεσίτες πίεζαν το ζευγάρι να μειώσει τόσο πολύ την τιμή, ώστε η αγορά ενός σπιτιού στη συνέχεια να γίνει σχεδόν αδύνατη.
Τελικά, απέσυραν το ακίνητο από την αγορά, δαπάνησαν χιλιάδες λίρες για να περιορίσουν ορισμένες από τις χρεώσεις και επιχειρούν ξανά να το πουλήσουν έναντι τουλάχιστον 355.000 λιρών, δηλαδή στην τιμή που το αγόρασαν. Όταν όμως η Τζασάνι υπολόγισε τα οικονομικά δεδομένα, διαπίστωσε ότι σήμερα θα βρισκόταν σε καλύτερη θέση αν είχε παραμείνει ενοικιάστρια. «Κάναμε όλα όσα υποτίθεται ότι πρέπει να κάνει κάποιος», εξηγεί. «Δεν θέλω να το μετανιώσω, αλλά είναι πολύ δύσκολο να μη νιώθω θυμό για όλη αυτή την κατάσταση».
Η βρετανική εμμονή με την ιδιοκατοίκηση
Οι Βρετανοί, όπως και οι Αμερικανοί, διατηρούν μια ισχυρή προσήλωση στην ιδιοκατοίκηση. Η αγορά ακινήτου δεν συνδέεται μόνο με τη στέγαση και τη σταθερότητα, αλλά και με την οικονομική ασφάλεια. Από το 1996 έως το 2016 οι μέσες τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 263% σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο και κατά 507% στο Λονδίνο. Όσοι αγόρασαν εγκαίρως δημιούργησαν σημαντική ακίνητη περιουσία και κατάφεραν να μετακινηθούν σε μεγαλύτερα και ακριβότερα σπίτια.
Σήμερα, ο πλούτος που συνδέεται με τα ακίνητα αντιστοιχεί περίπου στο 40% της συνολικής περιουσίας των βρετανικών νοικοκυριών, με το μεγαλύτερο μέρος του να βρίσκεται στα χέρια των μεγαλύτερων ηλικιακά γενεών. Η εικόνα όμως έχει αλλάξει σημαντικά την τελευταία δεκαετία, ιδιαίτερα για τους κατοίκους του Λονδίνου, τους ιδιοκτήτες διαμερισμάτων και όσους αγόρασαν για πρώτη φορά μικρότερα ακίνητα.
Στις καταπράσινες περιοχές λίγο πιο έξω από το Λονδίνο, όπου πολλοί νέοι επαγγελματίες αγοράζουν το πρώτο τους σπίτι, οι τιμές των διαμερισμάτων έχουν υποχωρήσει κατά 5,5% από τον Ιανουάριο του 2020. Την ίδια περίοδο, οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν περισσότερο από 10%, σύμφωνα με ανάλυση της Knight Frank. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι millennials, δηλαδή όσοι γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, δυσκολεύονται απροσδόκητα να προχωρήσουν στο επόμενο στάδιο της ιδιοκατοίκησης.
Γιατί η αγορά διαμερισμάτων έχει χάσει τη δυναμική της
Στην Αγγλία και την Ουαλία τα περισσότερα διαμερίσματα πωλούνται με το καθεστώς leasehold. Ο αγοραστής αποκτά το δικαίωμα χρήσης της κατοικίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ενώ η πλήρης κυριότητα παραμένει στον ιδιοκτήτη του ακινήτου, ο οποίος συνήθως επιβάλλει χρεώσεις συντήρησης και διαχείρισης.
Το επόμενο βήμα για πολλούς ιδιοκτήτες είναι η μετάβαση από το leasehold στο freehold, δηλαδή στην πλήρη κυριότητα, η οποία προσφέρει μεγαλύτερο έλεγχο στο κόστος και συνήθως πιο σταθερές αξίες ακινήτων. «Για πολλούς millennials η στεγαστική σκάλα έχει σταματήσει να λειτουργεί», επισημαίνει ο Κόνορ Νάκαν, ανώτερος ερευνητής του Intergenerational Foundation. «Οι τιμές των διαμερισμάτων έχουν παραμείνει στάσιμες, το κόστος μετακίνησης είναι υψηλό και τα μεγαλύτερα σπίτια που κάποτε θεωρούνταν εφικτός στόχος βρίσκονται πλέον εκτός οικονομικής εμβέλειας».
Οι λόγοι πίσω από το αδιέξοδο
Η αγορά κατοικιών έχει πλέον ξεπεράσει σε απόδοση την αγορά διαμερισμάτων για πολλούς λόγους. Τα τελευταία δύο χρόνια έχει εμφανιστεί υπερπροσφορά διαμερισμάτων, καθώς νέοι και αυστηρότεροι κανόνες για τις μισθώσεις ώθησαν πολλούς ιδιοκτήτες να πουλήσουν. Παράλληλα, αρκετές φορολογικές ελαφρύνσεις και κρατικά κίνητρα για αγοραστές πρώτης κατοικίας μειώθηκαν ή καταργήθηκαν. Επιπλέον, ορισμένα προγράμματα ισχύουν μόνο για ακίνητα συγκεκριμένης αξίας, γεγονός που περιορίζει τη χρησιμότητά τους στο ακριβό Λονδίνο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο λογαριασμός αποταμίευσης Lifetime ISA, μέσω του οποίου οι δικαιούχοι μπορούν να αποταμιεύουν έως 4.000 λίρες ετησίως για αγορά πρώτης κατοικίας και να λαμβάνουν κρατική ενίσχυση 25%. Ωστόσο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για ακίνητα αξίας έως 450.000 λιρών, ποσό σημαντικά χαμηλότερο από τη μέση ζητούμενη τιμή ενός διαμερίσματος στο Λονδίνο.
Η σκιά της τραγωδίας του Πύργου Γκρένφελ
Η πυρκαγιά στον πύργο Γκρένφελ το 2017, που κόστισε τη ζωή σε 72 ανθρώπους στο δυτικό Λονδίνο, δημιούργησε μακροχρόνια αβεβαιότητα για χιλιάδες ιδιοκτήτες διαμερισμάτων. Οι τράπεζες αρνούνταν να χορηγήσουν στεγαστικά δάνεια για κτίρια που θεωρούνταν ότι διατρέχουν υψηλότερο από το αποδεκτό κίνδυνο πυρκαγιάς. Παράλληλα, πολλοί ιδιοκτήτες κτιρίων καθυστερούσαν να χρηματοδοτήσουν τις απαιτούμενες επισκευές και αναβαθμίσεις ασφαλείας, ενώ η έλλειψη ειδικών επιθεωρητών προκαλούσε περαιτέρω καθυστερήσεις.
Σημαντικό πρόβλημα αποτελούν επίσης οι υπερβολικές ή αδιαφανείς χρεώσεις που επιβάλλουν οι ιδιοκτήτες και οι διαχειριστές ακινήτων. Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει σχέδια για περιορισμό των χρεώσεων και ενίσχυση των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών διαμερισμάτων, όμως οι περισσότερες αλλαγές δεν έχουν ακόμη εφαρμοστεί. «Όλη αυτή η συζήτηση για μεταρρυθμίσεις χωρίς ουσιαστική εφαρμογή επιβαρύνει σημαντικά την αγορά», αναφέρει η Πόλα Χίγκινς, διευθύνουσα σύμβουλος της Homeowners Alliance.
Από την ιδιοκατοίκηση πίσω στο ενοίκιο
Η Άμπερ Νίντχαμ, 29 ετών, αγόρασε το πρώτο της σπίτι πριν από σχεδόν πέντε χρόνια, περίπου 32 χιλιόμετρα έξω από το Λονδίνο. Πούλησε φέτος το διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου που διέθετε στο Ντάρτφορντ του Κεντ για 162.000 λίρες, δηλαδή 7.500 λίρες λιγότερες από όσα είχε πληρώσει, παρά το γεγονός ότι είχε καταφέρει να αλλάξει τη διαχείριση του κτιρίου λόγω των υπερβολικών χρεώσεων.
«Ήταν πραγματικά απογοητευτικό, σε σημείο που άρχισα να απεχθάνομαι το διαμέρισμα», αναφέρει χαρακτηριστικά. Σήμερα, νοικιάζει σπίτι και παραδέχεται, «Νιώθω σχεδόν σαν να έχω κάνει βήματα προς τα πίσω στη ζωή μου». Τα υψηλά επιτόκια πιέζουν επιπλέον την αγορά ακινήτων. Τον Δεκέμβριο του 2021, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου διετούς διάρκειας για αγοραστές με προκαταβολή 10% βρισκόταν στο 2,51%. Σήμερα, ξεπερνά το 5%. Ταυτόχρονα έχει αυξηθεί και ο φόρος μεταβίβασης ακινήτων, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω τη ζήτηση.
«Σε μια ισχυρή αγορά οι αγοραστές ανταγωνίζονται για τα ακίνητα», εξηγεί ο Λούσιαν Κουκ της Savills. «Αυτή τη στιγμή συμβαίνει το αντίθετο, τα ακίνητα ανταγωνίζονται για τους αγοραστές». Για πολλούς ιδιοκτήτες που θέλουν να κάνουν το επόμενο βήμα, το αδιέξοδο στην αγορά σημαίνει αναβολή σημαντικών αποφάσεων ζωής, όπως η δημιουργία οικογένειας. Το κόστος παιδικής φροντίδας στο Ηνωμένο Βασίλειο συγκαταλέγεται στα υψηλότερα παγκοσμίως, απορροφώντας κατά μέσο όρο το 25% του οικογενειακού εισοδήματος.
Παράλληλα, ένα μέσο διαμέρισμα 62 τετραγωνικών μέτρων στο Λονδίνο δεν θεωρείται ιδανικό για την ανατροφή παιδιών. Σύμφωνα με ανάλυση της Savills, η μετάβαση από κατοικία δύο υπνοδωματίων σε κατοικία τριών υπνοδωματίων κοστίζει κατά μέσο όρο επιπλέον 234.000 λίρες και περίπου 15.000 λίρες περισσότερα ετησίως σε δόσεις στεγαστικού δανείου.
Οι γεννήσεις έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, με το Λονδίνο να καταγράφει ακόμη ταχύτερη πτώση από τον εθνικό μέσο όρο. Ο Τομ Μπιλ της Knight Frank εκτιμά ότι η αναμονή μέχρι να βελτιωθεί η αγορά αποτελεί μία επιλογή, αλλά δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι η ανάκαμψη βρίσκεται κοντά.
Αυτό ακριβώς αντιμετωπίζει ο 31χρονος Σαμ Σο, ο οποίος προσπάθησε να πουλήσει το διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων που διαθέτει μαζί με τη σύζυγό του στο νοτιοανατολικό Λονδίνο. Το ζευγάρι ήθελε να μετακομίσει σε μεγαλύτερο σπίτι κοντά στους γονείς του ώστε να δημιουργήσει οικογένεια. Η συμφωνία όμως κατέρρευσε όταν δεν κατάφεραν να λάβουν προσφορές ίσες ή υψηλότερες από την τιμή αγοράς του διαμερίσματος πριν από πέντε χρόνια.
«Η ανατροφή των παιδιών είναι ακριβή, οι άνθρωποι εργάζονται πλήρως και δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τη δουλειά τους», υποστηρίζει. «Χρειάζεσαι βοήθεια από τους γονείς σου, αλλά δεν μπορείς να πουλήσεις το διαμέρισμά σου για να μετακομίσεις πιο κοντά τους. Είναι πραγματικά δύσκολο». Ο ίδιος και η σύζυγός του θα προσπαθήσουν ξανά αργότερα μέσα στη χρονιά να πουλήσουν με κέρδος. Ωστόσο, όπως παραδέχεται, κάποια στιγμή ίσως χρειαστεί να αποδεχθούν τις απώλειες. «Ανησυχώ ότι τελικά θα αποδειχθεί μια κακή επένδυση».
Διαβάστε ακόμη
Αλλάζουν οι κανόνες αξιολόγησης των τραπεζών – Πιο κοντά οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις (πίνακας)
Η παράδοση που κάνει τα πιο ευτυχισμένα παιδιά στον κόσμο
Euronext Athens: Και μετά τις 2500 μονάδες που πάμε;
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
