Η Κίνα είχε ήδη προκαλέσει διεθνή αίσθηση όταν ανακοίνωσε στις αρχές του έτους ότι το συνολικό της πλεόνασμα σε αγαθά και υπηρεσίες άγγιξε σχεδόν το 1 τρισ. δολάρια — ένα επίπεδο που καμία χώρα δεν είχε φτάσει ξανά.
Λιγότερους από έντεκα μήνες μετά, το ορόσημο αυτό έχει ήδη ξεπεραστεί, μεταδίδουν οι New York Times. Σύμφωνα με τα στοιχεία της κινεζικής τελωνειακής υπηρεσίας, το σωρευτικό πλεόνασμα από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο ανέρχεται στα 1,08 τρισ. δολάρια.
Οι δασμοί του Τραμπ οδήγησαν τις κινεζικές εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πτώση σχεδόν 20%. Ωστόσο, το Πεκίνο περιόρισε αντίστοιχα τις εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων, όπως η σόγια, διατηρώντας υπερτριπλάσιο όγκο εξαγωγών προς την αμερικανική αγορά σε σχέση με τα προϊόντα που αγοράζει.
Το πλεόνασμα των 111,68 δισ. δολαρίων μόνο για τον Νοέμβριο είναι το τρίτο μεγαλύτερο μηνιαίο της ιστορίας. Συνολικά, στο 11μηνο η αύξηση φτάνει το 21,7% σε σχέση με πέρυσι.
Η εκρηκτική αύξηση των εξαγωγών προέρχεται από την παγκόσμια ζήτηση: αυτοκίνητα, φωτοβολταϊκά, ηλεκτρονικές συσκευές και καταναλωτικά προϊόντα κατακλύζουν αγορές της Νοτιοανατολικής Ασίας, της Αφρικής, της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής. Παραδοσιακές βιομηχανικές δυνάμεις —όπως η Γερμανία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα— χάνουν μερίδιο αγοράς, ενώ εργοστάσια σε αναπτυσσόμενες οικονομίες όπως η Ινδονησία και η Νότια Αφρική περιορίζουν ή σταματούν τη λειτουργία τους επειδή δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις κινεζικές τιμές.
Παράλληλα, πολλές κινεζικές εταιρείες μεταφέρουν πλέον το τελικό στάδιο συναρμολόγησης σε χώρες όπως η Ταϊλάνδη, το Μεξικό ή κράτη της Αφρικής, από όπου εξάγουν στις Ηνωμένες Πολιτείες παρακάμπτοντας μέρος των αμερικανικών δασμών.
Το Πεκίνο εξάγει πλέον υπερδιπλάσια προϊόντα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση από όσα εισάγει από αυτήν. Το εμπορικό πλεόνασμα με την Ευρώπη έχει διευρυνθεί ακόμη περισσότερο μέσα στη χρονιά.
Η ασθενής ισοτιμία του γουάν παίζει καθοριστικό ρόλο. Το κινεζικό νόμισμα έχει αποδυναμωθεί έναντι του ευρώ και άλλων νομισμάτων, ενώ στην Κίνα οι τιμές μειώνονται την ώρα που σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες αυξάνονται. «Με το γουάν υποτιμημένο κατά 30% έναντι του ευρώ —ίσως και περισσότερο— ο ανταγωνισμός με τις κινεζικές επιχειρήσεις γίνεται σχεδόν αδύνατος, ακόμη κι αν η Ευρώπη μειώσει το ενεργειακό κόστος και ολοκληρώσει την ενιαία αγορά της», αναφέρει ο Γενς Έσκελουντ, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Εμπορικού Επιμελητηρίου στην Κίνα.
Το πλεόνασμα σε μεταποιημένα προϊόντα, ως ποσοστό του κινεζικού ΑΕΠ, είναι πλέον μεγαλύτερο από εκείνο των ΗΠΑ αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο — όταν οι άλλες βιομηχανικές οικονομίες ήταν κατεστραμμένες — ή κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στην Κίνα βρίσκονται αυτή την εβδομάδα κορυφαία στελέχη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, για την ετήσια αξιολόγηση της οικονομίας και των συναλλαγματικών πολιτικών της χώρας. Το ΔΝΤ αναμένεται να ανακοινώσει τα πρώτα συμπεράσματα την Τετάρτη.
Ένας αυξανόμενος αριθμός οικονομολόγων και στελεχών επιχειρήσεων —ακόμη και πρώην αξιωματούχοι της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας— ζητούν να επιτραπεί στο γουάν να ανατιμηθεί. Μια ισχυρότερη ισοτιμία θα έκανε φθηνότερα τα εισαγόμενα αγαθά, από καύσιμα μέχρι γαλλικά κρασιά και ιαπωνικά καλλυντικά, ενισχύοντας το διαθέσιμο εισόδημα των κινεζικών νοικοκυριών και την κατανάλωση στο εσωτερικό.
Η ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης αποτελεί βασική προτεραιότητα για το Πεκίνο. Ωστόσο, μια σημαντική ανατίμηση του γουάν θα έπληττε τους εξαγωγείς, μειώνοντας την αξία των δολαρίων που εισπράττουν όταν τα μετατρέπουν σε κινεζικό νόμισμα και θα μπορούσε να επιβραδύνει τη μεταφορά παραγωγής στην Κίνα από άλλες χώρες.
Τα τεράστια εμπορικά πλεονάσματα της Κίνας έχουν χρηματοδοτήσει σημαντική τεχνολογική ανάπτυξη και επιτρέπουν στο Πεκίνο να στηρίζει άλλες αυταρχικές κυβερνήσεις, όπως της Ρωσίας, της Βόρειας Κορέας και του Ιράν, μεταδίδουν οι NYT.
Παράλληλα, η κινεζική ηγεσία προσπαθεί να αποτρέψει την επιβολή νέων εμπορικών φραγμών διεθνώς. «Ο προστατευτισμός δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα της παγκόσμιας αναδιάρθρωσης της βιομηχανίας και μόνο θα επιδεινώσει το περιβάλλον του διεθνούς εμπορίου», δήλωσε ο Σι Τζινπίνγκ κατά τη συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν.
Ωστόσο, Κινέζοι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι για να ενισχυθεί ουσιαστικά η κατανάλωση, η Κίνα θα πρέπει αργά ή γρήγορα να αποδεχθεί ένα μικρότερο εμπορικό πλεόνασμα. «Για να αναπτυχθεί η εγχώρια ζήτηση, είναι αναγκαίο να περιοριστεί το πλεόνασμα και ίσως κάποια στιγμή να εξεταστεί ακόμη και η προοπτική ενός εμπορικού ελλείμματος», σημείωσε πρόσφατα ο Τζανγκ Τζουν, κοσμήτορας της Σχολής Οικονομικών του Πανεπιστημίου Φουντάν.
Διαβάστε ακόμη
Έρχεται ο «ΑΜΚΑ των σπιτιών»: Όλα τα σπίτια με δικό τους αριθμό από το 2026
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
