Για την Παγκόσμια Τράπεζα, η Κίνα βρίσκεται ένα βήμα πριν από την είσοδό της στις χώρες υψηλού εισοδήματος. Για το Πεκίνο, όμως, η αλλαγή αυτής της «ταμπέλας» δεν αποτελεί απαραίτητα λόγο πανηγυρισμού. Αντίθετα, η διατήρηση της ιδιότητας της αναπτυσσόμενης χώρας εξακολουθεί να έχει οικονομική και γεωπολιτική αξία.
Η κινεζική οικονομία βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα παράδοξο. Η χώρα είναι ήδη η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας διεθνώς και διαθέτει τεράστια παραγωγική και τεχνολογική ισχύ. Παρ’ όλα αυτά, σε αρκετούς διεθνείς οργανισμούς εξακολουθεί να κατατάσσεται στις αναδυόμενες ή αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Η κατάσταση αυτή αναμένεται να αλλάξει σύντομα με βάση τα κριτήρια της Παγκόσμιας Τράπεζας. Ωστόσο, το Πεκίνο έχει κάθε λόγο να αντιμετωπίζει την αλλαγή με επιφυλακτικότητα, καθώς η κατηγορία στην οποία ανήκει μια χώρα μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς οικονομικές υποχρεώσεις, τη χρηματοδότηση και τα περιθώρια πολιτικής που διαθέτει.
Ένα βήμα πριν από το «κλαμπ» των πλούσιων
Η Παγκόσμια Τράπεζα κατατάσσει τις οικονομίες με βάση το ακαθάριστο εθνικό εισόδημα ανά κάτοικο, δηλαδή το εισόδημα που δημιουργούν οι κάτοικοι και οι επιχειρήσεις μιας χώρας τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Για τις ανάγκες της σύγκρισης, τα εθνικά νομίσματα μετατρέπονται σε δολάρια μέσω μεθόδου που περιορίζει την επίδραση των έντονων διακυμάνσεων στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Με βάση τα στοιχεία για το 2025, το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εθνικό εισόδημα της Κίνας ανήλθε σε 14.230 δολάρια, μόλις 145 δολάρια κάτω από το όριο των χωρών υψηλού εισοδήματος, το οποίο διαμορφώθηκε στα 14.375 δολάρια.
Για το 2026, το σχετικό όριο αναμένεται να αυξηθεί στα 14.554 δολάρια. Αυτό σημαίνει ότι η Κίνα χρειάζεται αύξηση μόλις 2,3% στο κατά κεφαλήν ακαθάριστο εθνικό εισόδημά της για να περάσει το κατώφλι.
Με άλλα λόγια, δεν απαιτείται κάποια θεαματική επιτάχυνση της κινεζικής οικονομίας. Αρκεί μια σχετικά περιορισμένη αύξηση, πολύ χαμηλότερη από τους ρυθμούς ανάπτυξης που χαρακτήρισαν την Κίνα τις προηγούμενες δεκαετίες, ώστε η χώρα να μετακινηθεί επισήμως στην κατηγορία των υψηλού εισοδήματος οικονομιών.
Η συγκεκριμένη κατάταξη, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η Κίνα θα μετατραπεί αυτομάτως σε «πλούσια χώρα» με την έννοια που χρησιμοποιείται για τις ανεπτυγμένες οικονομίες της Δύσης. Η απόσταση παραμένει τεράστια. Το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εθνικό εισόδημα στις ΗΠΑ είχε διαμορφωθεί πέρυσι στα 88.810 δολάρια, δηλαδή σε επίπεδο πολλαπλάσιο εκείνου της Κίνας.
Γιατί το Πεκίνο επιμένει στον Παγκόσμιο Νότο
Το ζήτημα δεν είναι μόνο στατιστικό. Η Κίνα επιδιώκει να διατηρεί τον ρόλο της ως ηγετική δύναμη του Παγκόσμιου Νότου, έχοντας αναπτύξει στενούς οικονομικούς και πολιτικούς δεσμούς με χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.
Η συγκεκριμένη θέση έχει ιδιαίτερη σημασία στη γεωπολιτική αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Το Πεκίνο επιχειρεί να εμφανίζεται ως εκπρόσωπος των αναπτυσσόμενων οικονομιών και ως δύναμη που αμφισβητεί την κυριαρχία των παραδοσιακών δυτικών θεσμών.
Η διατήρηση της ιδιότητας της αναπτυσσόμενης χώρας έχει παράλληλα και πρακτικές συνέπειες. Όσο μια χώρα παραμένει ενταγμένη σε αυτή την κατηγορία, μπορεί να απολαμβάνει ορισμένες διαφορετικές μεταχειρίσεις ή υποχρεώσεις σε διεθνή πλαίσια.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αφορά τη χρηματοδότηση της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, όπου η διάκριση μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων οικονομιών εξακολουθεί να έχει σημασία.
Αυτό εξηγεί γιατί η κινεζική κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει την αλλαγή κατηγορίας ως μια απλή τεχνική εξέλιξη. Η μετάβαση στην κατηγορία υψηλού εισοδήματος θα μπορούσε να ενισχύσει την εικόνα μιας χώρας που έχει πλέον ξεπεράσει οριστικά το στάδιο της ανάπτυξης, κάτι που δεν ταιριάζει πλήρως με τη διεθνή στρατηγική του Πεκίνου.
Ο ίδιος ο Σι Τζινπίνγκ έχει υπογραμμίσει ότι η Κίνα θα παραμείνει μέλος του Παγκόσμιου Νότου και του αναπτυσσόμενου κόσμου, παρά τη θεαματική οικονομική της άνοδο.
Διαφορετικές «ταμπέλες» από τους διεθνείς οργανισμούς
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη επειδή δεν χρησιμοποιούν όλοι οι διεθνείς οργανισμοί την ίδια ταξινόμηση.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εξακολουθεί να εντάσσει την Κίνα στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες, ενώ και ο ΟΗΕ την κατατάσσει στον αναπτυσσόμενο κόσμο.
Στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά, καθώς οι χώρες μπορούν να αυτοπροσδιορίζονται ως αναπτυσσόμενες. Η Κίνα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί αυτή την ιδιότητα, παρότι τα τελευταία χρόνια έχει επιχειρήσει να περιορίσει την αξιοποίησή της για την εξασφάλιση ειδικής μεταχείρισης.
Πέρυσι, μάλιστα, το Πεκίνο ανακοίνωσε ότι δεν θα χρησιμοποιήσει την ιδιότητα της αναπτυσσόμενης χώρας για να διεκδικήσει ειδικά πλεονεκτήματα στον ΠΟΕ, όπως μεγαλύτερα περιθώρια για την εφαρμογή εμπορικών συμφωνιών.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη λεπτή ισορροπία που προσπαθεί να διατηρήσει η Κίνα: θέλει να αναγνωρίζεται ως οικονομική υπερδύναμη, χωρίς να εγκαταλείπει πλήρως τη θέση της ως εκπροσώπου του αναπτυσσόμενου κόσμου.
Από την Ιαπωνία στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία
Η μεταμόρφωση της κινεζικής οικονομίας είναι εντυπωσιακή. Η Παγκόσμια Τράπεζα ενέταξε την Κίνα στην κατηγορία των upper-middle-income χωρών το 2010, την ίδια χρονιά που η χώρα ξεπέρασε την Ιαπωνία και έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο με βάση το ΑΕΠ.
Έκτοτε, η Κίνα έχει εξελιχθεί σε παγκόσμιο βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο, με πρωταγωνιστικό ρόλο σε κλάδους από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και τις μπαταρίες έως τους ημιαγωγούς και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Παράλληλα, παραμένει ο μεγαλύτερος εξαγωγέας παγκοσμίως, με εμπορικό πλεόνασμα που ξεπερνά το 1 τρισ. δολάρια ετησίως. Το μέγεθος αυτό καθιστά ακόμη πιο δύσκολο να περιγραφεί η χώρα απλώς ως μια τυπική αναπτυσσόμενη οικονομία.
Το ίδιο το Πεκίνο έχει θέσει έναν ακόμη πιο φιλόδοξο στόχο. Έχει δηλώσει ότι επιδιώκει έως το 2035 κατά κεφαλήν ΑΕΠ αντίστοιχο με εκείνο μιας μεσαίου επιπέδου ανεπτυγμένης οικονομίας, επίπεδο που τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης τοποθετούν πάνω από τα 20.000 δολάρια.
Η μεγάλη αντίφαση των κινεζικών εισοδημάτων
Ωστόσο, οι μέσοι όροι κρύβουν μια κρίσιμη πλευρά της κινεζικής πραγματικότητας: τις τεράστιες εισοδηματικές και περιφερειακές ανισότητες.
Πόλεις όπως η Σανγκάη και το Σενζέν διαθέτουν εδώ και χρόνια χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε ανεπτυγμένες οικονομίες, με υψηλά εισοδήματα, τεχνολογική δραστηριότητα και ισχυρή παρουσία πολυεθνικών επιχειρήσεων.
Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική σε μεγάλα τμήματα της χώρας. Το φτωχότερο 20% του κινεζικού πληθυσμού ζούσε πέρυσι με εισόδημα μικρότερο των 120 δολαρίων τον μήνα.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η έννοια της «χώρας υψηλού εισοδήματος» χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση. Η κατάταξη της Παγκόσμιας Τράπεζας αποτελεί έναν οικονομικό δείκτη και όχι μια συνολική αξιολόγηση του βιοτικού επιπέδου ή της ευημερίας των πολιτών.
Η Κίνα βρίσκεται, επομένως, σε ένα ιδιαίτερο σταυροδρόμι. Οικονομικά πλησιάζει στην κατηγορία των πλούσιων χωρών, πολιτικά επιμένει να μιλά ως δύναμη του Παγκόσμιου Νότου και κοινωνικά εξακολουθεί να παρουσιάζει τεράστιες ανισότητες.
Η επικείμενη αλλαγή στην κατάταξη της Παγκόσμιας Τράπεζας δεν αλλάζει αυτή την πραγματικότητα. Αντίθετα, αναδεικνύει ακόμη περισσότερο το παράδοξο της σύγχρονης Κίνας: μια χώρα που έχει αποκτήσει οικονομικό βάρος υπερδύναμης, αλλά εξακολουθεί να διεκδικεί ταυτότητα και ρόλο που παραπέμπουν στον αναπτυσσόμενο κόσμο.
