search icon

Εργασιακά

Κατώτατος μισθός: Αύξηση 4% θέλουν οι φορείς, έως και 7% η κυβέρνηση

Αναμένεται το 2026 να διαμορφωθεί στα 940 ευρώ, με στόχο να φτάσει το 2027 τα 980-1.000 ευρώ

Σε γενναιόδωρη αύξηση του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου 2026 αναμένεται να προχωρήσει η κυβέρνηση, προσβλέποντας στην υπέρβαση του ορίου των 950 ευρώ που είχε τεθεί ως στόχος το 2027.

Ο βηματισμός των αυξήσεων που είχε προδιαγραφεί για την επόμενη διετία φαίνεται ότι θα τρέξει με ταχύτερους ρυθμούς, καθώς εισερχόμαστε σε προεκλογικό έδαφος.

Ετσι, ενώ αρχικά οι αυξήσεις αναμενόταν να είναι της τάξης των 40 με 50 ευρώ ετησίως, ώστε ο κατώτατος μισθός να διαμορφωθεί από τα 880 ευρώ πέρυσι στα 920 ευρώ το 2026 και στα 950 ευρώ ή και πιο πάνω το 2027, δεν αποκλείεται να φτάσουν -σύμφωνα με πληροφορίες από το οικονομικό επιτελείο- στα 60 ευρώ μηνιαίως (αύξηση 7%). Αυτό σημαίνει ότι το 2026 ο κατώτατος μισθός θα διαμορφωθεί στα 940 ευρώ, με στόχο να φτάσει το 2027 τα 980-1.000 ευρώ.

Φυσικά για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει να υπάρξει και η ανάλογη επιχειρηματολογία ως προς το οικονομικό αποτύπωμα που θα έχει μια τέτοια αύξηση. Αλλωστε, ο κατώτατος μισθός απευθύνεται σε περίπου 600.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, αριθμός που βαίνει μειούμενος κάθε χρόνο, εξέλιξη σε κάθε περίπτωση θετική, που σημαίνει ότι ένας σημαντικός αριθμός εργαζομένων λαμβάνει μηνιαίως ποσά υψηλότερα από τα κατώτατα όρια.

Ειδικά φέτος, με τη στήριξη που δίνεται στις συλλογικές διαπραγματεύσεις μέσω του νομοσχεδίου με επίκεντρο την Κοινωνική Συμφωνία των κοινωνικών εταίρων (που συζητείται αυτές τις μέρες στη Βουλή), υπάρχει γόνιμο έδαφος για σύναψη νέων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ), που θα ωθήσει ψηλότερα τον μέσο μισθό κι έτσι θα περιοριστεί και άλλο το πλήθος των εργαζόμενων που θα συνεχίσουν να αμείβονται με τον βασικό μισθό.

Συντηρητικές προτάσεις

Την ίδια ώρα, οι επιστημονικοί φορείς και τα ινστιτούτα, στις εκθέσεις τους για την αξιολόγηση του ισχύοντος νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου που έχουν ήδη κατατεθεί, λαμβάνοντας αυστηρά υπόψη τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα καταλήγουν σε πιο συντηρητικές προτάσεις όσον αφορά το ποσοστό αύξησης του κατώτατου μισθού. Ειδικότερα, η Τράπεζα της Ελλάδος προτείνει αύξηση έως 4%, το ΚΕΠΕ από 3,5% έως 5%, o Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος έως 6%, το ΙΝΕΣΕΤΕ έως 4% και το ΙΟΒΕ 2,5% έως 3,5%.

Τα ινστιτούτα της ΕΣΕΕ και της ΓΣΕΒΕΕ δεν αναφέρουν συγκεκριμένο ποσοστό, περιγράφοντας ωστόσο μια αύξηση στο πλαίσιο των προηγούμενων προτάσεων, ενώ το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, επιδιώκοντας τη μέγιστη δυνατή αύξηση, επαναλαμβάνει την πρότασή του για διαμόρφωση του κατώτατου μισθού στο 60% του διάμεσου, που «μεταφράζεται» σε αύξηση 19,5%.

Οι επιστημονικοί φορείς των εργοδοτικών οργανώσεων δίνουν έμφαση στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους, καθώς η λεγόμενη φορολογική σφήνα παρά τη μείωση των τελευταίων ετών παραμένει σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ, και επιβαρύνει υπέρμετρα τις επιχειρήσεις χωρίς να επιφέρει υψηλότερο καθαρό εισόδημα στους μισθωτούς.

Η περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,50%-0,60% έχει προγραμματιστεί για το 2027, αλλά δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί νωρίτερα ώστε οι εισφορές να μειωθούν συνολικά κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες

Τεκμαρτή φορολόγηση

Μάλιστα, η έκθεση του επιστημονικού ινστιτούτου της ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού πρέπει να εξεταστεί αναγκαστικά σε σχέση με την τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών.
Συγκεκριμένα, στην έκθεση αναφέρεται: «Ο κατώτατος μισθός για το 2026 μπορεί να αναπροσαρμοστεί σε επίπεδο που να αντανακλά τη μεταβολή του επιπέδου τιμών το 2025, τη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας και την αύξηση της απασχόλησης και του αριθμού των θέσεων εργασίας.

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι για τις ατομικές επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες το φορολογητέο εισόδημα προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό με βάση τεκμαρτά κριτήρια, τα οποία συνδέονται άμεσα με το ύψος του κατώτατου μισθού. Το 56% των ατομικών επιχειρήσεων φορολογείται με βάση τον τεκμαρτό προσδιορισμό εισοδήματος και όχι βάσει των πραγματικών κερδών, ενώ οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού το 2024 και το 2025 οδήγησαν σε αυτόματες αυξήσεις του τεκμαρτού φορολογητέου εισοδήματος και, κατά συνέπεια, των φορολογικών υποχρεώσεων αυτών των επιχειρήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού για το 2026 αναγκαστικά θα πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με την τεκμαρτή φορολόγηση, δεδομένου ότι η υφιστάμενη σύνδεση μεταξύ κατώτατου μισθού και φορολογητέου εισοδήματος των ατομικών επιχειρήσεων επηρεάζει άμεσα το συνολικό κόστος που αντιμετωπίζουν οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις.

Με βάση τα παραπάνω, η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού για το 2026 μπορεί να στοχεύει στη διατήρηση της αγοραστικής του δύναμης σε πραγματικούς όρους και στην ενσωμάτωση της μεταβολής της παραγωγικότητας της εργασίας, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τόσο το υφιστάμενο πλαίσιο φορολόγησης των ατομικών επιχειρήσεων όσο και την εξέλιξη των τιμών βασικών αγαθών και υπηρεσιών».

Η ΕΣΕΕ

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Σταύρος Καφούνης θεωρεί ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού πρέπει να αντιστοιχεί στο άθροισμα του πληθωρισμού με την πραγματική παραγωγικότητα της εργασίας, τονίζοντας: «Ο εμπορικός κόσμος θα υποδεχόταν θετικά ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις των κατώτατων αποδοχών, εφόσον όμως συνδυάζονταν με συγκεκριμένες ελαφρύνσεις βαρών, τις οποίες έχουν ανάγκη οι εμπορικές επιχειρήσεις, όπως η περαιτέρω μείωση μη μισθολογικού κόστους, κατάργηση τεκμαρτού εισοδήματος για διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών σε 120 δόσεις».

Υπενθυμίζουμε, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού, ότι έως τις 15 Φεβρουαρίου θα πρέπει να διαβιβαστούν οι γνώμες της Επιστημονικής Επιτροπής και της Επιτροπής Διαβούλευσης, καθώς και όλες οι εκθέσεις των εξειδικευμένων επιστημονικών και ερευνητικών φορέων στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ).

Το ΚΕΠΕ θα υποβάλει την τελική του πρόταση προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας και το β’ δεκαπενθήμερο του Μαρτίου αναμένεται να υπάρξει η εισήγηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο ώστε να παρθεί η οριστική απόφαση και από την 1η Απριλίου ο νέος κατώτατος μισθός να τεθεί σε εφαρμογή.

Σημειώνουμε ότι ισόποσα με τον ιδιωτικό τομέα θα αυξηθεί και ο εισαγωγικός μισθός στο Δημόσιο από την 1η Απριλίου 2026.

Με την αύξηση του 2025 η χώρα μας κατέκτησε την 11η θέση στην Ε.Ε. μεταξύ των 22 χωρών με θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό πάνω από την Κροατία, τη Μάλτα, την Εσθονία και τη Βουλγαρία, αλλά οπωσδήποτε σε χαμηλότερο επίπεδο από χώρες όπως η Λιθουανία, η Πορτογαλία και η Κύπρος.

Η ίδια διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού θα εφαρμοστεί και το 2027. Από το 2028, βάσει νόμου, ο νέος κατώτατος μισθός θα καθορίζεται με βάση μαθηματικό τύπο ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη την παραγωγικότητα της οικονομίας και τον εκάστοτε πληθωρισμό. Στις καινοτομίες που θα ισχύσουν είναι ότι ο κατώτατος μισθός, πρακτικά, δεν θα μπορεί να μειωθεί, αλλά και ότι θα ισχύει όχι μόνο για τον ιδιωτικό, αλλά και για τον δημόσιο τομέα.

Διαβάστε ακόμη

Στην κορυφή της τροφικής πυραμίδας και της ακρίβειας – Πόσο θα ανέβουν ακόμα οι τιμές στο μοσχαρίσιο κρέας

Υψηλή κερδοφορία και αυξημένα μερίσματα για τις ελληνικές τράπεζες

Αθηναϊκή Ριβιέρα: Kατασκευαστικός οργασμός και sold out από τα… μπετά (pics)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version