search icon

Εργασιακά

Τεχνητή Νοημοσύνη και εργασία: Οι νέες θέσεις δεν θα πάνε αυτόματα σε όσους χάνουν τις παλιές

Η Τεχνητή Νοημοσύνη δημιουργεί νέες ευκαιρίες, αλλά δεν εγγυάται ομαλή μετάβαση στην αγορά εργασίας. Η αναβάθμιση δεξιοτήτων, η εκπαίδευση και η επένδυση στους ανθρώπους θα καθορίσουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και την κοινωνική συνοχή

123RF

Οι νέες θέσεις που δημιουργεί η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα πάνε αυτόματα σε όσους χάνουν τις παλιές. Εκεί θα κριθεί η ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων και η κοινωνική συνοχή της αγοράς εργασίας.

Η δημόσια συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη στην εργασία συχνά ξεκινά από έναν αριθμό που μοιάζει καθησυχαστικός. Σύμφωνα με το World Economic Forum, έως το 2030 αναμένεται να δημιουργηθούν 170 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας παγκοσμίως, ενώ 92 εκατομμύρια θα εκτοπιστούν. Το καθαρό ισοζύγιο είναι θετικό, ότι 78 εκατομμύρια περισσότερες θέσεις. Αν μείνουμε μόνο σε αυτόν τον αριθμό, η ιστορία μοιάζει αισιόδοξη. Όμως οι αγορές εργασίας δεν λειτουργούν με καθαρά ισοζύγια. Λειτουργούν με ανθρώπους, δεξιότητες, ηλικίες, εισοδήματα, κλάδους, γεωγραφίες και άνισες δυνατότητες προσαρμογής. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν συνολικά θα δημιουργηθούν περισσότερες θέσεις. Είναι αν οι άνθρωποι που κινδυνεύουν να χάσουν τη σημερινή εργασία τους θα έχουν πραγματική πρόσβαση στις νέες θέσεις που δημιουργούνται.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα του 2026, ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα επηρεάσει όλους με τον ίδιο τρόπο. Δεν θα πιέσει εξίσου έναν εργαζόμενο που εκτελεί επαναλαμβανόμενες διοικητικές εργασίες και έναν επαγγελματία που μπορεί να συνδυάζει κρίση, τεχνολογική εξοικείωση, επικοινωνία και λήψη αποφάσεων. Δεν θα επηρεάσει με τον ίδιο τρόπο μια μεγάλη επιχείρηση που έχει δυνατότητα επένδυσης σε εκπαίδευση και μια μικρομεσαία εταιρεία που λειτουργεί με περιορισμένους πόρους. Και δεν θα δώσει τις ίδιες ευκαιρίες σε έναν άνθρωπο που έχει πρόσβαση σε αναβάθμιση δεξιοτήτων και σε έναν άνθρωπο που εργάζεται ήδη στα όρια της οικονομικής και επαγγελματικής αντοχής του.

Η McKinsey εκτιμά ότι η σημερινή τεχνολογία θα μπορούσε θεωρητικά να αυτοματοποιήσει μεγάλο μέρος των ωρών εργασίας σε προηγμένες οικονομίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αντίστοιχες θέσεις θα εξαφανιστούν αυτούσιες. Σημαίνει όμως ότι αλλάζει η εσωτερική αρχιτεκτονική της εργασίας. Σε ένα λογιστήριο, για παράδειγμα, η καταχώριση, η αντιστοίχιση και η βασική επεξεργασία δεδομένων μπορούν να γίνουν ταχύτερα και με λιγότερη ανθρώπινη παρέμβαση. Αυτό που αποκτά μεγαλύτερη αξία είναι ο έλεγχος, η ερμηνεία, η κρίση, η ανίχνευση ασυνέπειας και η ικανότητα να εξηγηθεί τι σημαίνει ένας αριθμός για την επιχείρηση. Αντίστοιχα, στην εξυπηρέτηση πελατών, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να απαντά σε τυπικά αιτήματα. Όμως η δύσκολη συνομιλία, ο θυμωμένος πελάτης, η εξαίρεση που δεν χωρά σε διαδικασία και η προστασία της σχέσης παραμένουν πεδία ανθρώπινης κρίσης.

Η Goldman Sachs έχει εκτιμήσει ότι η generative AI θα μπορούσε να εκθέσει το ισοδύναμο περίπου 300 εκατομμυρίων θέσεων πλήρους απασχόλησης σε αυτοματοποίηση. Η λέξη «έκθεση» έχει σημασία. Δεν σημαίνει βέβαιη κατάργηση. Σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος της εργασίας μπορεί να αλλάξει, να συμπιεστεί ή να επανασχεδιαστεί. Σε μια επιχείρηση, αυτό μπορεί να σημαίνει λιγότερη ανάγκη για καθαρά εκτελεστική εργασία και μεγαλύτερη ανάγκη για ανθρώπους που μπορούν να εποπτεύουν τεχνολογικά εργαλεία, να ελέγχουν ποιότητα, να προστατεύουν δεδομένα, να αξιολογούν αποτελέσματα και να παίρνουν ευθύνη για αποφάσεις που πλέον υποστηρίζονται από αλγοριθμικά συστήματα.

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ανισότητα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν χωρίζει απλώς την αγορά σε θέσεις που χάνονται και θέσεις που δημιουργούνται. Τη χωρίζει σε ανθρώπους που μπορούν να μετακινηθούν προς τη νέα αξία και σε ανθρώπους που κινδυνεύουν να μείνουν εγκλωβισμένοι σε εργασίες που σταδιακά χάνουν διαπραγματευτική δύναμη. Ένας διοικητικός υπάλληλος που μαθαίνει να χρησιμοποιεί εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης για ανάλυση, αναφορές, οργάνωση πληροφοριών και υποστήριξη αποφάσεων μπορεί να αναβαθμίσει τον ρόλο του. Ο ίδιος ρόλος, χωρίς αναβάθμιση δεξιοτήτων, μπορεί να πιεστεί έντονα. Η διαφορά δεν είναι μόνο τεχνολογική. Είναι μαθησιακή, οργανωσιακή και κοινωνική.

Για τις επιχειρήσεις, αυτό δημιουργεί μια ευθύνη που δεν μπορεί να μείνει στο τμήμα ανθρώπινου δυναμικού ως δευτερεύον πρόγραμμα εκπαίδευσης. Η ανάπτυξη δεξιοτήτων Τεχνητής Νοημοσύνης είναι πλέον στρατηγική απόφαση. Η PwC έχει καταγράψει ότι οι εργαζόμενοι με δεξιότητες AI απολαμβάνουν σημαντικό μισθολογικό πλεονέκτημα, ενώ οι επιχειρήσεις που αξιοποιούν αποτελεσματικά την Τεχνητή Νοημοσύνη μπορούν να δουν ισχυρότερη παραγωγικότητα και υψηλότερα έσοδα ανά εργαζόμενο. Αυτό σημαίνει ότι η απόσταση ανάμεσα στις εταιρείες που επενδύουν συστηματικά στους ανθρώπους τους και σε εκείνες που περιμένουν να «ωριμάσει» η αγορά θα μεγαλώσει. Και όταν μεγαλώσει, δεν θα καλύπτεται εύκολα.

Στην Ελλάδα, η συζήτηση έχει ακόμη μεγαλύτερη πρακτική σημασία. Η ελληνική οικονομία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε υπηρεσίες, τουρισμό, εμπορικές λειτουργίες, διοικητική υποστήριξη, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οικογενειακούς οργανισμούς. Δηλαδή σε κλάδους όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αλλάξει γρήγορα καθημερινά καθήκοντα. Ένα ξενοδοχείο μπορεί να αυτοματοποιήσει κρατήσεις, απαντήσεις και βασική εξυπηρέτηση. Αυτό όμως δεν μειώνει την ανάγκη για ανθρώπους που μπορούν να διαχειριστούν παράπονα, εμπειρία πελάτη, κρίσεις, ποιότητα υπηρεσίας και συντονισμό ομάδας. Μια ναυτιλιακή ή εμπορική εταιρεία μπορεί να επιταχύνει αναφορές, παρακολούθηση δεδομένων και επικοινωνία. Αυτό όμως αυξάνει την ανάγκη για ανθρώπους με κρίση, αξιοπιστία, αντίληψη κινδύνου και ικανότητα να ξεχωρίζουν την πληροφορία που έχει σημασία από τον θόρυβο.

Το 2026, λοιπόν, η ερώτηση για τις ελληνικές επιχειρήσεις δεν είναι αν θα χρησιμοποιήσουν Τεχνητή Νοημοσύνη. Αυτό έχει ήδη ξεκινήσει. Η ερώτηση είναι αν θα τη χρησιμοποιήσουν ως εργαλείο μείωσης κόστους ή ως εργαλείο αναβάθμισης ανθρώπινης απόδοσης. Η πρώτη επιλογή μπορεί να δώσει βραχυπρόθεσμη εξοικονόμηση. Η δεύτερη μπορεί να δημιουργήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η διαφορά βρίσκεται στο αν η επιχείρηση ξέρει ποιοι άνθρωποι μπορούν να αναπτυχθούν, ποιοι χρειάζονται υποστήριξη, ποιοι ρόλοι πρέπει να επανασχεδιαστούν και ποια καθήκοντα πρέπει να μεταφερθούν από την εκτέλεση στην κρίση.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα μοιράσει αυτόματα ευκαιρίες. Θα επιβραβεύσει τους οργανισμούς που έχουν σχέδιο και θα πιέσει εκείνους που κινούνται αποσπασματικά. Θα αυξήσει την αξία των ανθρώπων που μπορούν να μαθαίνουν, να προσαρμόζονται και να παίρνουν ευθύνη. Και θα κάνει πιο ευάλωτους όσους παραμένουν σε ρόλους χωρίς αναβάθμιση, χωρίς εκπαίδευση και χωρίς εναλλακτική διαδρομή.

Το πραγματικό στοίχημα του 2026 δεν είναι αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα δημιουργήσει περισσότερες θέσεις από όσες θα εκτοπίσει. Το στοίχημα είναι αν η μετάβαση θα είναι οργανωμένη, δίκαιη και επιχειρησιακά έξυπνη. Γιατί οι νέες θέσεις δεν θα πάνε αυτόματα στους ανθρώπους που χάνουν τις παλιές. Θα πάνε σε όσους έχουν προετοιμαστεί για αυτές. Και αυτό είναι το σημείο όπου θα κριθούν οι διοικήσεις. Όχι από το πόσο γρήγορα θα αγοράσουν τεχνολογία, αλλά από το πόσο σοβαρά θα επενδύσουν στους ανθρώπους που πρέπει να τη χρησιμοποιήσουν.

Το κείμενο υπογράφουν:

-Δημήτρης Πάφρας, COO, HQ Intelligence,
-Κατερίνα Φιλοσοφοπούλου, MA, Assoc CIPD, Talent Resourcing & Organisational Development,
-Θοδωρής Αντωνίου, CEO, HQ Intelligence

Exit mobile version