Μία από τις βασικές προσδοκίες γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη στην εργασία ήταν ότι θα λειτουργεί σαν μια «ομάδα βοηθών», αναλαμβάνοντας επαναλαμβανόμενα ή βαρετά καθήκοντα. Με αυτόν τον τρόπο, οι εργαζόμενοι υποτίθεται ότι θα είχαν περισσότερο χρόνο για δημιουργική σκέψη και ουσιαστικότερη παραγωγική εργασία. Ωστόσο, στην πράξη, η διαχείριση αυτών των εργαλείων αποδεικνύεται συχνά πιο απαιτητική από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί.
Πρόσφατη μελέτη της Boston Consulting Group, που δημοσιεύθηκε στο Harvard Business Review, δείχνει ότι η επίβλεψη πολλών «πρακτόρων» τεχνητής νοημοσύνης — δηλαδή αυτόνομων λογισμικών που εκτελούν εργασίες — μπορεί να προκαλέσει έντονη πνευματική κόπωση στους εργαζόμενους. Οι ερευνητές περιγράφουν αυτή την κατάσταση ως “AI brain fry”, μια μορφή νοητικής υπερφόρτωσης που εμφανίζεται όταν η χρήση ή η παρακολούθηση πολλών εργαλείων AI ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης συγκέντρωσης.
Συνεχές multitasking και περισσότερα λάθη
Όπως αναφέρουν οι συγγραφείς της έρευνας, αντί η τεχνητή νοημοσύνη να μειώνει τον φόρτο εργασίας, συχνά δημιουργεί ένα περιβάλλον συνεχούς εναλλαγής καθηκόντων. Οι εργαζόμενοι καλούνται να παρακολουθούν ταυτόχρονα διαφορετικά συστήματα, να ελέγχουν την ορθότητα των αποτελεσμάτων και να διορθώνουν πιθανές αστοχίες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα λάθη, δυσκολίες στη λήψη αποφάσεων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και σε σκέψεις παραίτησης.
Ένας από τους συμμετέχοντες στη μελέτη, μάνατζερ στον κλάδο της μηχανολογίας, παρομοίασε την εμπειρία με το να έχει κάποιος «δώδεκα tabs ανοιχτά στο μυαλό του». Όπως ανέφερε, συχνά διαπιστώνει ότι επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο υλικό και αμφισβητεί περισσότερο από πριν τις αποφάσεις του.
Από το “workslop” στο “brain fry”
Το “brain fry” εμφανίζεται σε ένα περιβάλλον όπου οι εταιρείες πιέζουν όλο και περισσότερο τους εργαζόμενους να εντάξουν την τεχνητή νοημοσύνη στην καθημερινή τους δουλειά. Την ίδια στιγμή, άλλες μελέτες έχουν αναδείξει το λεγόμενο “workslop”, δηλαδή υλικό που δημιουργείται από AI — όπως παρουσιάσεις ή σημειώματα — το οποίο τελικά χρειάζεται επιπλέον επεξεργασία από τους εργαζόμενους για να διορθωθεί.
Η ψυχίατρος Γκαμπριέλα Ρόζεν Κέλερμαν, που συμμετείχε στην έρευνα, εξηγεί ότι τα δύο φαινόμενα κινούνται σχεδόν σε αντίθετες κατευθύνσεις. Στην περίπτωση του “workslop”, οι εργαζόμενοι αφήνουν την AI να παράγει το περιεχόμενο με ελάχιστο έλεγχο. Αντίθετα, στο “brain fry” προσπαθούν να ελέγχουν συνεχώς το αποτέλεσμα της τεχνητής νοημοσύνης, κάτι που εξαντλεί την προσοχή και την ενέργειά τους.
Μια μεταβατική περίοδος προσαρμογής
Παρά τα προβλήματα που καταγράφονται, οι ερευνητές θεωρούν ότι το φαινόμενο μπορεί να σχετίζεται με τη φάση προσαρμογής στα νέα εργαλεία. Ο Μάθιου Κροπ της Boston Consulting Group παρομοίασε την κατάσταση με κάποιον που μόλις έμαθε να οδηγεί και του δίνουν μια Ferrari: οι δυνατότητες είναι μεγάλες, αλλά είναι εύκολο να χαθεί ο έλεγχος.
Η μελέτη κατέγραψε και ένα απρόσμενο συμπέρασμα. Οι εργαζόμενοι που βιώνουν “brain fry” φαίνεται να παρουσιάζουν λιγότερα σημάδια μακροχρόνιας επαγγελματικής εξουθένωσης. Σε αντίθεση με το burnout, που συσσωρεύεται σταδιακά, το
“brain fry” φαίνεται να είναι μια παροδική κατάσταση. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα συμπτώματα συνήθως υποχωρούν όταν οι εργαζόμενοι κάνουν ένα διάλειμμα.
Διαβάστε ακόμη
Οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν: Η μάχη για τις τιμές ξεκινά από τη βιομηχανία (πίνακες)
Ποιοι Έλληνες εφοπλιστές έχουν πλοία στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής
3 μαθήματα που μας διδάσκει το γκολφ για τη ζωή και τις επιχειρήσεις
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
