Σχεδόν το 4,5% του συνολικού εισοδήματος στην Ευρώπη συγκεντρώνεται στα χέρια μόλις του 0,1% του πληθυσμού, σύμφωνα με τα δεδομένα της πλατφόρμας ανισότητας World Inequality Database, τα οποία αποτυπώνουν έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών, κυρίως εξαιτίας των φορολογικών συστημάτων και των διαφορών στους μισθούς.
Πιο συγκεκριμένα, το 2024 το ποσοστό του εισοδήματος που κατευθύνεται στο ανώτερο 0,1% κυμαίνεται από 1,6% στην Ολλανδία έως 10,2% στη Γεωργία, μεταξύ 35 χωρών που περιλαμβάνονται στην έρευνα.
Στα κράτη της Ε.Ε., το υψηλότερο ποσοστό καταγράφηκε στην Εσθονία με 8,3%, ενώ ακολουθούν η Βουλγαρία με 7,5% και η Πολωνία με 7%. Στο σύνολο των χωρών που εξετάστηκαν, η Σερβία και η Τουρκία ξεπερνούν το 6%, ενώ πάνω από το 5% κινούνται επίσης η Δανία και η Ρουμανία.
Καθοριστικό ρόλο για αυτές τις αποκλίσεις διαδραματίζουν οι πολιτικές επιλογές και οι θεσμοί, όπως ανέφερε στο Euronews ο Δρ. Pawel Bukowski από το UCL. «Οι χώρες μπορεί να διαφοροποιούνται ως προς τον βαθμό αναδιανομής, δηλαδή το πόσο επιχειρούν να επηρεάσουν τα εισοδήματα μέσω φορολογίας και κοινωνικών παρεμβάσεων».
«Σε αυτό το πλαίσιο, η κεντρική και ανατολική Ευρώπη εμφανίζει σχετικά χαμηλά επίπεδα αναδιανομής. Για παράδειγμα, στην Πολωνία, με βάση το φορολογικό σύστημα… οι πλούσιοι επιβαρύνονται αναλογικά λιγότερο από τους φτωχούς», πρόσθεσε. Υπογράμμισε ακόμη ότι αρκετές κοινωνικές πολιτικές δεν έχουν σχεδιαστεί απαραίτητα για τη μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων.
Με εξαίρεση την Ιταλία, όπου τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία αφορούν το 2015, οι τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης εμφανίζουν παρόμοια εικόνα, με το κορυφαίο 0,1% να συγκεντρώνει περίπου το 5% των εισοδημάτων: Ισπανία 5%, Γερμανία 4,9%, Βρετανία 4,9% και Γαλλία 4,9%. Ακολουθεί η Ιρλανδία, όπου το πλουσιότερο 0,1% αποσπά το 4,8% του εθνικού εισοδήματος, λίγο υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 4,5%.
Στην αντίθετη πλευρά της λίστας βρίσκεται η Ολλανδία με το χαμηλότερο ποσοστό, στο 1,6%, ενώ ακολουθούν η Κύπρος με 2,2%, το Μαυροβούνιο με 2,3%, η Σλοβενία με 2,3%, το Βέλγιο με 2,3%, η Αλβανία με 2,4% και η Λετονία με 2,4%.
Στη μεσαία κατηγορία εντάσσονται η Ελλάδα, όπου το 4,5% των εισοδημάτων κατευθύνεται στο ανώτερο 0,1% του πληθυσμού, η Ελβετία με 4,3%, η Τσεχία με 4,2%, η Σουηδία με 3,7%, η Φινλανδία με 3,5% και η Νορβηγία με 3,5%.
Οπως ανέφερε στο Euronews ο Δρ. Salvatore Morelli από το Università Roma Tre, τα υψηλά ποσοστά εισοδημάτων που συγκεντρώνονται στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα σε ορισμένες χώρες αντανακλούν εν μέρει μεγαλύτερη συγκέντρωση μισθών, επιχειρηματικών απολαβών και περιουσιακού πλούτου. Ωστόσο, μπορεί επίσης να αποτυπώνουν διαφορές στα συνταξιοδοτικά μοντέλα, στους κανόνες φορολογικής δήλωσης, στην έκταση της παραοικονομίας και στον τρόπο καταγραφής των εισοδημάτων από κεφάλαιο.
«Οι μελέτες δείχνουν ότι χώρες με μικρότερες μισθολογικές αποκλίσεις, ισχυρότερους θεσμούς συλλογικών διαπραγματεύσεων, χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας και πιο διευρυμένα συστήματα κοινωνικής προστασίας τείνουν να περιορίζουν περισσότερο τις ανισότητες πριν από τη φορολόγηση», σημείωσε ο Morelli. «Αυτό πιθανόν εξηγεί γιατί οι σκανδιναβικές χώρες και αρκετά κράτη της Δυτικής Ευρώπης εμφανίζουν συχνά χαμηλότερα ποσοστά εισοδημάτων που καταλήγουν στους πλουσίους σε σχέση με οικονομίες που βρίσκονται σε μεταβατική φάση», πρόσθεσε.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1940 το πλουσιότερο 0,1% του ευρωπαϊκού πληθυσμού συγκέντρωνε το 6,43% του συνολικού εισοδήματος. Το ποσοστό αυτό υποχωρούσε σταθερά μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν διαμορφώθηκε στο 2,7%. Στη συνέχεια άρχισε εκ νέου να αυξάνεται, πλησιάζοντας το 5% το 2007, πριν από τη νέα πτώση που προκάλεσε η κρίση χρέους. Από το 2010 και έπειτα παραμένει σχετικά σταθερό, φτάνοντας το 4,54% το 2024.
Διαβάστε ακόμη
Αναβάθμιση σε «Α-» της πιστοληπτικής ικανότητας του ΟΤΕ από την S&P Global Ratings
EBRD: Υποβαθμίζει τις προβλέψεις της για την τουρκική οικονομία το 2026 και το 2027
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
