Η πρωτοφανής, για δίκτυο τηλεφωνικής απάτης, οργάνωση, με μια εσωτερική δομή τόσο σύνθετη και πολυάνθρωπη (με προσωπικό 450 ατόμων) που μόνο σε μεγάλη ανώνυμη εταιρεία θα ταίριαζε, είναι το στοιχείο που καθιστά εντελώς ιδιάζουσα την υπόθεση μιας αλυσίδας αλβανικών call centers. Ενδεικτικό, δε, της περιπλοκότητας που χαρακτηρίζει τη διάρθρωση του συγκεκριμένου εγκληματικού δικτύου είναι ότι οι διωκτικές αρχές χρειάστηκαν δύο ολόκληρα χρόνια ενδελεχούς έρευνας έως ότου φτάσουν στην εξάρθρωση της οργάνωσης και τη σύλληψη τουλάχιστον 10 υπόπτων.
Το κόλπο
Το δίκτυο της απάτης, από την έδρα του στα Τίρανα, είχε απλώσει πλοκάμια σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Μολονότι η Europol και η Eurojust δεν ανακοινώνουν λεπτομέρειες, όπως ο πραγματικός αριθμός όσων έπεσαν θύματα της τηλεφωνικής εξαπάτησης περί επενδύσεων σε κρυπτονομίσματα, τρελά κέρδη κ.λπ., είναι βέβαιο ότι ένα σημαντικό μερίδιο από τη λεία των 50 εκατ. ευρώ που απέσπασε το αλβανικό δίκτυο προέρχεται από τους τραπεζικούς λογαριασμούς εύπιστων Ελλήνων πολιτών.
Η μέθοδος δράσης των απατεώνων είναι στερεοτυπική και, παραδόξως, πασίγνωστη, οπότε είναι απορίας άξιον πώς τα θύματα εξακολουθούν να παρασύρονται: Το κινητό τηλέφωνο του στόχου χτυπά. Στην οθόνη εμφανίζεται ένας αριθμός είτε ελληνικός (με κωδικό χώρας +30) είτε από κάποιο άλλο κράτος, υπεράνω υποψίας, όπως το Βέλγιο ή η Βρετανία. Στην πραγματικότητα, όμως, η κλήση γίνεται από τα Τίρανα. Μια ευγενική φωνή συστήνεται ως εκπρόσωπος πολυεθνικού γραφείου συμβούλων επενδύσεων. Υπόσχεται άμεσα και μεγάλα κέρδη, κυρίως όμως εξασφαλισμένα.
Αν το θύμα έχει ήδη χάσει χρήματα σε ανάλογες επενδύσεις, ο επενδυτικός σύμβουλος ισχυρίζεται ότι, υπό τη δική του καθοδήγηση, όχι μόνο θα ανακτηθούν τα χαμένα χρήματα, αλλά θα προκύψει και επιπλέον κέρδος. Μόλις λοιπόν ο «επενδυτής» τσιμπήσει το δόλωμα, ο δρόμος για την αφαίμαξή του ανοίγει. Η προσδοκία να ρεφάρουν από προηγούμενες απάτες έχει τυφλώσει εκατοντάδες Ελληνες, οι οποίοι βήμα-βήμα παρασύρονται στη μεταφορά κεφαλαίων στη δήθεν αξιόπιστη διεθνή εταιρεία επενδύσεων για την αγορά κρυπτονομισμάτων κ.λπ.
Μεθοδικό «δάγκωμα»
Το οργανόγραμμα της επιχείρησης ξεκινούσε από την κατώτερη βαθμίδα, τους «συμβούλους» ή «πράκτορες» επενδύσεων – κοινώς αυτούς που έκαναν καμάκι και ψάρευαν θύματα μέσω τυχαίων τηλεφωνικών κλήσεων. Αυτοί οι κυνηγοί κεφαλών μισθοδοτούνταν με 800 ευρώ μηνιαίως συν την τυχόν προμήθεια από τις περιπτώσεις όπου το θύμα προχωρούσε σε μεταφορά χρημάτων. Οι απατεώνες εργάζονταν σε ομάδες που απαρτίζονταν από 6-8 μέλη. Καθεμία από αυτές αναλάμβανε μια ορισμένη αγορά, αναλόγως της μητρικής γλώσσας των «συμβούλων».
Ετσι, υπήρχαν ομάδες που συνεννοούνταν με τα υποψήφια θύματα σε άπταιστα αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά και, φυσικά, ελληνικά. Επίσης, κάθε ομάδα πρακτόρων επενδύσεων τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία ενός προϊσταμένου, ο οποίος με τη σειρά του λογοδοτούσε στον ανώτερό του, τον διευθυντή του εκάστοτε call center. Χάρη σε αυτή την κλασική ιεραρχική δομή η επιχείρηση των αλβανικών call centers λειτούργησε αποτελεσματικά επί αρκετά χρόνια, ενώ κατάφερε να επεκτείνει τις δραστηριότητές της, όπως μαρτυρά και ο συνολικός τζίρος των 50 εκατ. ευρώ.
Διαβάστε περισσότερα στο Protothema.gr
