Η μείωση του χρέους και οι επιστροφές στους μετόχους προηγούνται της επέκτασης της παραγωγής στις αποφάσεις των μεγαλύτερων δυτικών πετρελαϊκών εταιρειών. Παρότι η ενεργειακή αναταραχή έχει εκτοξεύσει την κερδοφορία τους, οι διοικήσεις αποφεύγουν να δεσμεύσουν τα πρόσθετα κεφάλαια σε μεγάλα έργα, διατηρώντας επιφυλάξεις για τη διάρκεια των υψηλών τιμών.
Οι BP, Chevron, ExxonMobil, Shell και TotalEnergies συγκέντρωσαν καθαρά κέρδη 56 δισ. δολαρίων το τρίτο τρίμηνο, οκτώ μήνες μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν. Ωστόσο, οι επενδυτικές τους επιλογές δείχνουν ότι δεν θεωρούν δεδομένη την έναρξη μιας παρατεταμένης περιόδου ανόδου στην αγορά ενέργειας.
Η διάκριση ανάμεσα στη σημερινή οικονομική επίδοση και στις μακροπρόθεσμες προσδοκίες καθορίζει τη στρατηγική τους. Τα έσοδα αυξάνονται, αλλά η διάθεση ανάληψης νέου κινδύνου παραμένει περιορισμένη.
Πρώτα οι ισολογισμοί και οι μέτοχοι
Η αξιοποίηση της αυξημένης ρευστότητας αποτυπώνεται κυρίως στην ταχεία αποκλιμάκωση του δανεισμού. Το συνολικό καθαρό χρέος των πέντε ομίλων μειώθηκε κατά 87 δισ. δολάρια, υποχωρώντας στα 117 δισ. δολάρια το τρίτο τρίμηνο από 204 δισ. δολάρια το πρώτο.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η μεταβολή στην BP, η οποία μπήκε στην κρίση με συγκριτικά υψηλό δανεισμό. Το καθαρό χρέος της περιορίστηκε στα 13,9 δισ. δολάρια, σχεδόν στο μισό έναντι της αντίστοιχης περσινής περιόδου.
Ταυτόχρονα, οι επαναγορές μετοχών έφτασαν τα 12,3 δισ. δολάρια στο τρίμηνο. Shell και TotalEnergies προανήγγειλαν σημαντική ενίσχυση των προγραμμάτων τους για το επόμενο, ενώ η ExxonMobil προγραμματίζει επαναγορές 20 δισ. δολαρίων το 2027.
Η προτεραιότητα αυτή παραμένει σταθερή παρά την ανατροπή των συνθηκών που επικρατούσαν στις αρχές του έτους. Τότε, οι εταιρείες προετοιμάζονταν για ενδεχόμενη υπερπροσφορά πετρελαίου και LNG. Σήμερα, απολαμβάνουν υψηλές αποδόσεις, χωρίς όμως να εγκαταλείπουν τη συντηρητική διαχείριση.
Η κρίση αυξάνει τα κέρδη, όχι τους προϋπολογισμούς
Η απόσταση μεταξύ κερδοφορίας και επενδύσεων είναι εμφανής στη Shell, η οποία περιόρισε κατά 1 δισ. δολάρια τις προβλεπόμενες κεφαλαιουχικές δαπάνες του 2026, στα 23 έως 25 δισ. δολάρια. Η Chevron, αντίστοιχα, τοποθετεί τις φετινές δαπάνες κοντά στο χαμηλότερο σημείο του εύρους 18 έως 19 δισ. δολαρίων.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε μια εξαιρετικά κερδοφόρα συγκυρία. Η BP ανακοίνωσε ιστορικό ρεκόρ τριμηνιαίων κερδών, 8,5 δισ. δολαρίων, με τη διύλιση να αποδίδει δεκαπλάσια κέρδη σε ετήσια βάση. Για τους υπόλοιπους ομίλους, το τρίμηνο ήταν γενικά το δεύτερο ισχυρότερο ιστορικά, μετά την ενεργειακή έκρηξη του 2022.
Από τις 28 Φεβρουαρίου, όταν άρχισε η σύγκρουση με το Ιράν, το Brent ενισχύθηκε περίπου 60%, στα 114 δολάρια το βαρέλι. Το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο ανέβηκε στα υψηλότερα επίπεδα από τα τέλη του 2022, ενώ το ντίζελ παραμένει κοντά στο ρεκόρ των 200 δολαρίων ανά βαρέλι του Σεπτεμβρίου.
Οι διαταραχές στις εξαγωγές του Περσικού Κόλπου και η παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ περιορίζουν την προσφορά. Όσες εταιρείες διατηρούν παραγωγική και διυλιστική δυνατότητα επωφελούνται από υψηλές τιμές, ιστορικά περιθώρια διύλισης και ισχυρές δραστηριότητες εμπορίας.
Το φυσικό αέριο αποτελεί επιλεκτική εξαίρεση
Η αβεβαιότητα φρενάρει και τις μεγάλες εξαγορές, καθώς οι απότομες μεταβολές των τιμών δυσκολεύουν την αποτίμηση ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Διαφορετική αντιμετώπιση έχει το φυσικό αέριο της Βόρειας Αμερικής, όπου η αφθονία αποθεμάτων και οι περισσότερο προβλέψιμες συνθήκες διευκολύνουν τις συμφωνίες.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε η Shell με την εξαγορά της καναδικής ARC Resources έναντι 16,4 δισ. δολαρίων τον Απρίλιο. Η TotalEnergies αναζητεί επίσης συμφωνίες για αύξηση της αμερικανικής παραγωγής φυσικού αερίου κατά περίπου 1 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως.
Οι κινήσεις αυτές παραμένουν στοχευμένες. Δεν συνιστούν γενικευμένη στροφή προς επιθετική ανάπτυξη της παραγωγής, αλλά επιλεκτική τοποθέτηση σε αγορές με μεγαλύτερη ορατότητα.
Πίσω από την επιφυλακτικότητα βρίσκονται οι διαδοχικές ανατροπές της προηγούμενης δεκαετίας: η πτώση του πετρελαίου το 2014, η κατάρρευση της ζήτησης στην πανδημία και η εκτίναξη των τιμών το 2022. Οι εμπειρίες αυτές έχουν ενισχύσει τη χρηματοοικονομική πειθαρχία.
Παράλληλα, η ενεργειακή μετάβαση, ιδιαίτερα στην Ασία, διατηρεί ανοιχτά ερωτήματα για τη μελλοντική ζήτηση. Οι πόλεμοι ενισχύουν επίσης την προσπάθεια των κρατών να μειώσουν την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και να αξιοποιήσουν εγχώριες ενεργειακές πηγές.
Οι προϋπολογισμοί του 2027 θα επανεξεταστούν πριν από το τέλος του έτους. Μέχρι τότε, η κατεύθυνση παραμένει σαφής: τα πρόσθετα κέρδη ενισχύουν κυρίως τους ισολογισμούς και τους μετόχους, αντί να χρηματοδοτούν νέο κύμα παραγωγικών έργων.
