Με υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε σχέση με την περσινή χρονιά ξεκινά η χειμερινή περίοδος για τα ελληνικά νοικοκυριά, παρά τις παρεμβάσεις που περιορίζουν τις επιβαρύνσεις στις τιμές των καυσίμων. Το πετρέλαιο θέρμανσης παραμένει αισθητά ακριβότερο, ενώ η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές οδηγεί πολλούς καταναλωτές στην επιλογή να καθυστερήσουν τις παραγγελίες τους.
Η κρατική επιδότηση και η έκπτωση των διυλιστηρίων, που τέθηκαν σε εφαρμογή την Παρασκευή, περιορίζουν τη συνολική αύξηση της τιμής του καυσίμου περίπου στο μισό. Ωστόσο, δεν αρκούν για να επαναφέρουν το κόστος στα περσινά επίπεδα, με αποτέλεσμα η απόφαση για το γέμισμα της δεξαμενής να εξελίσσεται σε ζήτημα προσεκτικού οικονομικού προγραμματισμού.
Από τα 1,13 στα 1,55 ευρώ το λίτρο
Η διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη χειμερινή περίοδο είναι σημαντική. Πέρυσι, κατά την έναρξη της διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, η μέση τιμή είχε διαμορφωθεί στα 1,13 ευρώ ανά λίτρο.
Φέτος, η άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου θα οδηγούσε την τιμή εκκίνησης στα 1,95 ευρώ το λίτρο, εάν δεν είχαν ενεργοποιηθεί οι παρεμβάσεις στήριξης.
Με τη συνδυασμένη ενίσχυση των 40 λεπτών ανά λίτρο, εκ των οποίων τα 20 λεπτά προέρχονται από το κράτος και τα υπόλοιπα 20 λεπτά από τα διυλιστήρια, η μέση τιμή υποχωρεί στα 1,55 ευρώ.
Πρακτικά, για μια παραγγελία 1.000 λίτρων, το κόστος διαμορφώνεται στα 1.550 ευρώ, αντί των 1.950 ευρώ χωρίς την επιδότηση. Το όφελος φτάνει επομένως τα 400 ευρώ, χωρίς ωστόσο να εξαφανίζεται η επιβάρυνση σε σύγκριση με πέρυσι.
Οι τελικές τιμές διαφοροποιούνται ανάλογα με την περιοχή, τις μεταφορικές επιβαρύνσεις και την ποσότητα παραγγελίας. Σε απομακρυσμένες περιοχές παρατηρούνται υψηλότερες χρεώσεις, ενώ υπάρχουν και εμπορικές προσφορές, όπως η τιμή εκκίνησης των 1,49 ευρώ ανά λίτρο από την ΕΚΟ.
Γιατί καθυστερούν οι παραγγελίες
Παρά τη μείωση της τιμής μέσω των επιδοτήσεων, η αγορά δεν εμφανίζει ακόμη ισχυρή ζήτηση.
Σε περιοχές όπου οι θερμοκρασίες παραμένουν σχετικά ήπιες, τα νοικοκυριά δεν αντιμετωπίζουν άμεση ανάγκη ενεργοποίησης της κεντρικής θέρμανσης. Έτσι, επιλέγουν να μεταθέσουν χρονικά την αγορά πετρελαίου, παρακολουθώντας παράλληλα τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές.
Η αναμονή, πάντως, δεν συνδέεται με μεγάλα αποθέματα από την προηγούμενη χρονιά. Αντίθετα, περιορισμένος είναι ο αριθμός των καταναλωτών που διαθέτουν σημαντικές ποσότητες καυσίμου, καθώς ήδη από την περασμένη άνοιξη οι τιμές είχαν κινηθεί έντονα ανοδικά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τέλος της προηγούμενης περιόδου θέρμανσης η μέση τιμή είχε φτάσει τα 1,749 ευρώ ανά λίτρο, αποθαρρύνοντας την αποθεματοποίηση.
Καθοριστικό σημείο για την πορεία της αγοράς αναμένεται να αποτελέσει το τέλος Οκτωβρίου, όταν θα επανεξεταστούν οι επιδοτήσεις και οι εκπτώσεις στα καύσιμα, ανάλογα με τις διεθνείς συνθήκες.
Ακριβότερο ρεύμα και φυσικό αέριο
Το αυξημένο κόστος θέρμανσης δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο. Ανατιμήσεις καταγράφονται και στις άλλες βασικές μορφές ενέργειας που χρησιμοποιούν τα νοικοκυριά.
Η μέση τελική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, συμπεριλαμβανομένων φόρων και ρυθμιζόμενων χρεώσεων, διαμορφώθηκε τον Σεπτέμβριο στα 26,31 λεπτά ανά κιλοβατώρα, έναντι 22,96 λεπτών τον αντίστοιχο μήνα του 2025.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ποσοστιαία αύξηση στο φυσικό αέριο, με τη μέση τελική τιμή να ανεβαίνει στα 10,29 λεπτά ανά κιλοβατώρα, από 7,35 λεπτά πέρυσι.
Τα δεδομένα αυτά αποτυπώνουν τις πιέσεις που δέχονται οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί, ανεξάρτητα από την τεχνολογία ή το καύσιμο που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση.
Επίδομα θέρμανσης: Αιτήσεις τον Νοέμβριο, πληρωμές τον Δεκέμβριο
Σημαντικό εργαλείο οικονομικής ανακούφισης παραμένει το επίδομα θέρμανσης, το οποίο για τη φετινή περίοδο προβλέπεται αυξημένο κατά 30% σε σχέση με πέρυσι.
Η ενίσχυση καλύπτει διαφορετικές μορφές ενέργειας, μεταξύ των οποίων πετρέλαιο θέρμανσης, ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, καυσόξυλα και πέλετ, με κοινά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Η ηλεκτρονική πλατφόρμα υποβολής αιτήσεων αναμένεται να ενεργοποιηθεί έως τις 10 Νοεμβρίου, ενώ η πρώτη καταβολή προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί έως τις 23 Δεκεμβρίου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το επόμενο διάστημα θα είναι κατά πόσο η σταθεροποίηση των διεθνών τιμών, σε συνδυασμό με τις επιδοτήσεις, θα μπορέσει να περιορίσει ουσιαστικά το κόστος θέρμανσης πριν από την κορύφωση των χειμερινών αναγκών.
