search icon

Επιχειρήσεις

Ασφαλιστική αγορά: Αποθέματα, προμήθειες και το νέο τραπεζικό παιχνίδι (πίνακες)

Γιατί οι τράπεζες επανατοποθετούνται στην ασφάλιση, πώς αλλάζουν οι ισορροπίες και τι δείχνουν τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης της ΕΑΕΕ

Η αναπτυξιακή τροχιά της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς, όπως αποτυπώνεται στην ετήσια έκθεση της Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδας, συμπίπτει με μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων στο τραπεζικό σύστημα, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τον χάρτη του κλάδου. Με παραγωγή ασφαλίστρων που έφθασε τα 5,8 δισ. ευρώ το 2024, αυξημένη κατά 7,9%, η ιδιωτική ασφάλιση συγκαταλέγεται στους λίγους χρηματοοικονομικούς τομείς με σταθερή ανάπτυξη και μακροπρόθεσμη αξία. Σε αυτό το περιβάλλον, το αυξημένο ενδιαφέρον των ελληνικών τραπεζών για επανατοποθέτηση στον ασφαλιστικό χώρο είναι στρατηγικό.

Η αγορά βρίσκεται ήδη σε φάση μετάβασης. Η Εθνική Τράπεζα εξετάζει τις επόμενες κινήσεις της, με πληροφορίες να κάνουν λόγο για στρατηγική συνεργασία και ενδεχόμενη εξαγορά μειοψηφικού μεριδίου στην ελληνική θυγατρική της Allianz. Παράλληλα, στην Εθνική Ασφαλιστική έχει ανοίξει η «εποχή Πειραιώς», ενώ η Eurobank επαναφέρει την Eurolife FFH στον πυρήνα του ομίλου. Κοινός παρονομαστής των κινήσεων αυτών είναι η στροφή προς την ασφάλιση ως διακριτό πυλώνα εσόδων και στρατηγικής ισχύος.

Υπό αυτό το πρίσμα, τα ετήσια στοιχεία της ΕΑΕΕ λειτουργούν ως υπόβαθρο για τις εξελίξεις που έρχονται και οι οποίες μπορεί να αναδιαμορφώσουν τις ισορροπίες μεταξύ ασφαλιστικών εταιρειών, τραπεζών και δικτύων διανομής τα επόμενα χρόνια.

Προς συγκέντρωση

Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΑΕΕ δείχνει μια αγορά με πολλούς παίκτες, αλλά με τάσεις συγκέντρωσης που ενισχύονται. Στο τέλος του 2024 στην ελληνική αγορά δραστηριοποιούνταν 46 ασφαλιστικές επιχειρήσεις με καθεστώς εγκατάστασης: 31 στις ασφάλειες κατά ζημιών, 6 αποκλειστικά στις ασφάλειες ζωής και 9 με μικτή δραστηριότητα.

Ως προς τη νομική μορφή και την προέλευση, 29 είναι ελληνικές ανώνυμες εταιρείες, 15 υποκαταστήματα αλλοδαπών ασφαλιστικών και 2 πανελλαδικοί αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί. Παράλληλα, δραστηριοποιούνται και εταιρείες άλλων κρατών-μελών της Ε.Ε. με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, γεγονός που αυξάνει τον ανταγωνισμό χωρίς να ενισχύει απαραίτητα την παραγωγική βάση της εγχώριας αγοράς.

Η πλειονότητα της παραγωγής και των σύνθετων εργασιών συγκεντρώνεται σε περιορισμένο αριθμό οργανωμένων σχημάτων με κεφαλαιακή επάρκεια, υποδομές και δυνατότητα ανάπτυξης προϊόντων μεγάλης διάρκειας. Οι αυξημένες απαιτήσεις εποπτείας και διακυβέρνησης λειτουργούν ήδη ως φίλτρο βιωσιμότητας, ενισχύοντας τις τάσεις συγκέντρωσης.

Το πραγματικό βάρος της αγοράς

Το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού βάρους της ασφαλιστικής αγοράς συγκεντρώνεται στους κλάδους ζωής, υγείας και συνταξιοδοτικών καλύψεων. Το 2024, οι ασφαλιστικές προβλέψεις του συνόλου της αγοράς ανήλθαν σε 14,7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου το 75% αφορά ασφάλειες ζωής και το 25% ασφάλειες κατά ζημιών.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το κύριο βάρος των μακροχρόνιων υποχρεώσεων και των κεφαλαιακών δεσμεύσεων βρίσκεται στους κλάδους με διάρκεια και αποθέματα. Σε επίπεδο παραγωγής, οι ασφάλειες ζωής αντιστοιχούν σε 2,74 δισ. ευρώ, ήτοι στο 47% της συνολικής παραγωγής ασφαλίστρων, γεγονός που αναδεικνύει τη διαφορά μεταξύ ετήσιας ροής και σωρευμένου αποθεματικού βάρους.

Αντίθετα, οι ασφάλειες κατά ζημιών, με παραγωγή 3,08 δισ. ευρώ, διατηρούν μεγαλύτερη βαρύτητα σε όρους ετήσιας παραγωγής, αλλά σαφώς μικρότερο αποτύπωμα σε όρους μακροχρόνιων υποχρεώσεων και κεφαλαιακού βάθους.

Το χρηματοοικονομικό αποτύπωμα

Την ίδια ώρα τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης δείχνουν με σαφήνεια ότι η ασφαλιστική αγορά αποτελεί ισχυρό θεσμικό επενδυτή με ουσιαστικό ρόλο στο χρηματοοικονομικό σύστημα. Σύμφωνα με αυτή, στο τέλος του 2024, το σύνολο του ενεργητικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ανήλθε σε 22,1 δισ. ευρώ. Από αυτό οι επενδύσεις ανήλθαν σε 18,2 δισ. ευρώ, ποσοστό 82,3% του συνολικού ενεργητικού.

Αντίστοιχα, στην πλευρά του παθητικού, οι ασφαλιστικές προβλέψεις διαμορφώθηκαν σε 14,7 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 66,5% του παθητικού. Οι προβλέψεις αυτές συνδέονται άμεσα με μακροχρόνιες υποχρεώσεις, κυρίως από συμβόλαια ζωής, υγείας και συνταξιοδοτικές καλύψεις, και αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία σχεδιάζεται η επενδυτική στρατηγική του κλάδου.

Σε μακροοικονομικούς όρους, οι επενδύσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων αντιστοιχούν στο 7,7% του ΑΕΠ, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αν και χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι, παρά το μέγεθός τους, οι ασφαλιστικές διαθέτουν ακόμη περιθώριο ενίσχυσης του ρόλου τους ως θεσμικοί επενδυτές στην ελληνική οικονομία.

Αποθέματα, ρίσκο και προμήθειες

Η συσσώρευση μακροχρόνιων υποχρεώσεων απαιτεί σταθερή κεφαλαιακή επάρκεια, επενδυτική στρατηγική με μακροχρόνιο ορίζοντα και πρόσβαση σε σταθερές ροές νέας παραγωγής. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εστιάζουν οι τραπεζικές κινήσεις.

Οι τράπεζες επιδιώκουν ευθέως τα μη επιτοκιακά έσοδα που προκύπτουν από τις προμήθειες διάθεσης ασφαλιστικών συμβολαίων. Τα προϊόντα ζωής, υγείας και συνταξιοδοτικού χαρακτήρα δημιουργούν επαναλαμβανόμενες προμήθειες σε βάθος χρόνου, με χαμηλή κατανάλωση κεφαλαίων και υψηλή αξιοποίηση των υφιστάμενων πελατειακών σχέσεων.

Η βαθύτερη εμπλοκή στην ασφάλιση επιτρέπει τον καλύτερο συντονισμό προϊόντων, τιμολόγησης και διανομής, καθώς και τη σταθεροποίηση των προμηθειών. Υπό αυτή την έννοια, ο νέος ασφαλιστικός χάρτης δεν διαμορφώνεται από τον αριθμό των εταιρειών, αλλά από το ποιοι διαχειρίζονται τα αποθέματα και ποιοι ελέγχουν τις ροές εσόδων που αυτά γεννούν.

Για να διαβάσετε όλη την ετήσια έκθεση της ΕΑΕΕ πατήστε ΕΔΩ

Διαβάστε ακόμη

ΔΕΗ: Το νέο deal στις μπαταρίες και η είσοδος σε τεχνολογίες αποθήκευσης νέας γενιάς

ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ – AKTOR: Το επενδυτικό κύμα στη Ρουμανία προσελκύει τους ελληνικούς ομίλους

Οι προθεσμίες του Φεβρουαρίου που κρίνουν φόρους, ελαφρύνσεις και πρόστιμα

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version