search icon

Επιχειρήσεις

Έρευνα διαΝΕΟσις: Μόνο το 59% των ελληνικών επιχειρήσεων είχαν website τα τελευταία 2 χρόνια

Πώς μπορεί η χώρα μας να αποκτήσει ένα σύγχρονο, λειτουργικό και βιώσιμο σύστημα καινοτομίας;

Oποιαδήποτε συζήτηση για αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της Ελλάδας δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει μια στροφή σε εξωστρεφείς παραγωγικές δραστηριότητες. Οι κλάδοι της οικονομίας που βασίζονται στην καινοτομία δημιουργούν -στις περισσότερες περιπτώσεις- μεγάλη προστιθέμενη αξία, καθώς δημιουργούν προϊόντα και υπηρεσίες που είναι κατά κανόνα εξαγώγιμα, και προσφέρουν πολλές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Η χώρα μας, ωστόσο, διαχρονικά δεν τα πηγαίνει καλά σε αυτόν τον τομέα.

Πέντε χρόνια μετά από την πρώτη έρευνα της διαΝΕΟσις για το θέμα, επανερχόμαστε δημοσιεύοντας μια νέα εκτενέστατη, αναλυτική μελέτη για την έρευνα και την καινοτομία στη χώρα μας που εκπόνησε μια ομάδα ερευνητών υπό τον συντονισμό του Καθηγητή του ΕΜΠ Γιάννη Καλόγηρου και του Αναπλ. Καθηγητή του ΕΜΠ Άγγελου Τσακανίκα. Παράλληλα, τέσσερις από τους ερευνητές ετοίμασαν και ένα συντομότερο κείμενο πολιτικής για την προσαρμογή του ελληνικού συστήματος καινοτομίας στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνει η πανδημία.

Η μελέτη αναλύει τα σημερινά δεδομένα, με όλες τις αλλαγές που μεσολάβησαν και καταγράφει και μια σειρά από συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής για όσα απομένουν, ακόμα, να γίνουν πράξη.

Οι ερευνητές στη μελέτη τους περιγράφουν τέσσερις πυλώνες που, όλοι μαζί, συνθέτουν ένα πλέγμα καινοτομίας σε μια οικονομία. Περιλαμβάνουν την έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη (το γνωστό R&D) που παράγει καινοτομία, την οικοδόμηση ικανοτήτων και δεξιοτήτων γι’ αυτό τον σκοπό, τους μηχανισμούς ανάπτυξης, διάχυσης και απορρόφησης των καινοτομιών και, τέλος, την επιχειρηματικότητα εντάσεως γνώσης, που μετατρέπει την καινοτομία σε προϊόντα, διαδικασίες και υπηρεσίες. Όλοι αυτοί οι πυλώνες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με διάφορους τρόπους και μέσω διαφόρων “μεσαζόντων”.

To πρόβλημα

Το “σύστημα καινοτομίας” μιας χώρας, παρεμπιπτόντως, περιλαμβάνει όλους τους φορείς (ερευνητικούς οργανισμούς, Πανεπιστήμια, επιχειρήσεις) και το ρυθμιστικό πλαίσιο που ορίζει τους κανόνες της παραγωγής καινοτομίας.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, το σύστημα καινοτομίας περιλαμβάνει κυρίως τρεις πυλώνες: 

Αυτό το σύστημα έχει οδηγήσει σε κάποιες μεγάλες επιτυχίες, για τις οποίες συχνά διαβάζετε στις εφημερίδες.

Η εταιρεία Think Silicon από το επιστημονικό πάρκο των Πατρών, για παράδειγμα, η οποία σχεδιάζει επεξεργαστές γραφικών χαμηλής ενεργειακής κατανάλωσης για φορητές συσκευές, πουλήθηκε το 2020 στον αμερικανικό κολοσσό Applied Materials.

H ResQ Biotech, μια άλλη νέα και δραστήρια επιχείρηση, που έγινε spin-off από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και ασχολείται με την ανάπτυξη φαρμάκων κατά ασθενειών που προκαλούνται από προβληματική αναδίπλωση και συσσωμάτωση πρωτεϊνών (νόσος Alzheimer, καρκίνοι κ.ά.) ήταν μία από τις 44 παγκοσμίως που τιμήθηκαν με το Spinoff Prize 2020 του Nature Research (που εκδίδει το γνωστό επιστημονικό περιοδικό) και την Merck.

Ωστόσο, όσο αξιοθαύμαστες κι αν είναι, τέτοιες περιπτώσεις παραμένουν λίγες. Στο ελληνικό σύστημα καινοτομίας, βεβαίως, δεν είναι όλα ζοφερά και δυσκίνητα. Πρώτα απ’ όλα -και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό- φαίνεται πως σε αυτή τη χρονική συγκυρία, όσον αφορά την έρευνα και την καινοτομία, λεφτά υπάρχουν.

Δύο εργαλεία είναι διαθέσιμα για να προωθηθεί η αύξηση των δαπανών σε R&D σε μια χώρα: 

Στη χώρα μας γίνονται προσπάθειες και προς τις δύο κατευθύνσεις: 

Ταυτόχρονα, Έλληνες επιστήμονες διαχρονικά διεκδικούν και κερδίζουν πολλά και μεγάλα ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα της Ε.Ε. Τα τελευταία 36 χρόνια η χώρα μας βρίσκεται σταθερά στην πρώτη δεκάδα της Ε.Ε. ως προς τη συμμετοχή της σε τέτοια  προγράμματα:

Με αυτό τον τρόπο, οι δημόσιες δαπάνες για R&D, που διαχρονικά ήταν πολύ χαμηλές στη χώρα μας, πλέον πλησιάζουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (0,68% του ΑΕΠ το 2019 έναντι 0,70% στην Ε.Ε.).

Ταυτόχρονα, όμως, οι δαπάνες για R&D από τον ιδιωτικό τομέα είναι πολύ χαμηλές (0,59% του ΑΕΠ, έναντι 1,42% που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε.). Σε έρευνα των ΣΕΒ/ΙΟΒΕ που έγινε σε 2.000 επιχειρήσεις το 2011-2013, μόλις μία στις επτά δήλωναν ότι έχουν κάποιας μορφής συνεργασία με πανεπιστήμιο ή ερευνητικό κέντρο. Οι συνολικές δαπάνες για R&D στη χώρα μας ήταν 2,34 δισ. ευρώ για το 2019, δηλαδή 1,27% του ΑΕΠ, έναντι 2,14% στην Ε.Ε. Χώρες με παρόμοιο πληθυσμό όπως το Βέλγιο ή η Αυστρία δαπανούν πενταπλάσια ποσά (13,8 και 12,7 δισ. αντίστοιχα για το 2019).

Παράλληλα, οι Έλληνες ερευνητές μπορεί να παράγουν πολλές και πολύ υψηλού επιπέδου επιστημονικές δημοσιεύσεις, αλλά η έρευνά τους οδηγεί σε ελάχιστες πατέντες. Στην Ελλάδα κατατίθενται μόνο 8,38 αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας ανά εκατ. κατοίκους, την ώρα που μέσος όρος της Ε.Ε. είναι 106,84.

Το ελληνικό σύστημα παραγωγής έρευνας, εξάλλου, είναι εξαιρετικά κλειστό και εσωστρεφές. Ελάχιστοι ξένοι ερευνητές έρχονται να εργαστούν στην Ελλάδα (μόλις το 1,4% των υποψήφιων διδακτόρων είναι από χώρες του εξωτερικού, έναντι 21,4% στην Ε.Ε.). Η αντίθετη πορεία, δε, είναι πολύ πιο συνηθισμένη. Ως εκ τούτου, οι άνθρωποι που εργάζονται στο R&D στην Ελλάδα υπολογίζονται μόνο σε περίπου 55.000, την ώρα που στο Βέλγιο και την Αυστρία απασχολούνται σχεδόν διπλάσιοι.

Στο θέμα της οικοδόμησης δεξιοτήτων γενικότερα τα πράγματα δεν είναι θετικά: 

Και υπάρχουν κι άλλα προβλήματα που έχουν να κάνουν με τον τρόπο που λειτουργούν οι ελληνικές επιχειρήσεις: 

Ως εκ τούτου, μολονότι υπάρχει ένας μικρός πυρήνας δυναμικών εξωστρεφών και καινοτόμων επιχειρήσεων, όπως γράφουν οι ερευνητές, οι περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις “προμηθεύονται και χρησιμοποιούν την τεχνολογία ως ‘έτοιμο εμπόρευμα’ και δεν επενδύουν στην ανάπτυξη και απορρόφηση τεχνογνωσίας μέσω R&D, τεχνολογικών συμμαχιών και αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων ακαδημαϊκών και ερευνητικών ιδρυμάτων”.

Ακολουθούν μερικά ακόμα ενδιαφέροντα στοιχεία: 

Οι Λύσεις

Τα παραπάνω προβλήματα, ειδικά στις χρόνιες στρεβλώσεις της επιχειρηματικότητας και στις δυσκολίες διασύνδεσης Πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων, μοιάζουν πολύ μεγάλα και σοβαρά. Στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει κάποιες κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά ακόμα απομένουν πάρα πολλά που πρέπει να γίνουν. Οι ερευνητές περιγράφουν αναλυτικά ένα πλέγμα από δράσεις και μεταρρυθμίσεις στο 10ο κεφάλαιο της μελέτης τους. Συνοπτικά και εντελώς ενδεικτικά, θα αναφέρουμε μερικές από αυτές παρακάτω.
Πώς θα μπορούσε η χώρα μας να οδηγήσει το παραγωγικό της μοντέλο προς αυτή την κατεύθυνση;
–> Καθιέρωση ενός μόνιμου εθνικού προγράμματος έρευνας με χρηματοδότηση συμπληρωματική των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και στρατηγική στόχευση. Απαραίτητη, δε, είναι μια σταδιακή, σταθερή αύξηση της χρηματοδότησης Πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων για την πραγματοποίηση ερευνητικής δραστηριότητας.

–> Ενίσχυση/ανανέωση του ερευνητικού δυναμικού των Πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων και δράσεις για να εξασφαλιστεί περισσότερη ευελιξία για το ερευνητικό προσωπικό τους, ώστε να μπορούν να συνεργαστούν με τον ιδιωτικό τομέα.

–> Κίνητρα (όπως ο συνυπολογισμός της ερευνητικής συνεργασίας με εταιρείες και της κατοχύρωσης και αξιοποίησης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και της δημιουργίας spin-offs στην αξιολόγηση της εξέλιξης των μελών ΔΕΠ) και άρση του ασυμβίβαστου που ισχύει σήμερα θεωρούνται μέτρα απαραίτητα.

–> Αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) των Πανεπιστημίων με απλοποιημένες διαδικασίες για τη διευκόλυνση της χρηματοδότησης ερευνητικών προσπαθειών. Σήμερα οι γραφειοκρατικές διαδικασίες σε κάποιες περιπτώσεις καθιστούν αδύνατη την αμοιβή κάποιων κατηγοριών καθηγητών για έρευνα μέσω των ΕΛΚΕ.

–> Υποστήριξη δράσεων όπως το πρόγραμμα “Ερευνώ-Δημιουργώ-Καινοτομώ” που αναφέρθηκε νωρίτερα, καθώς και φορολογικά κίνητρα για την ενίσχυση του R&D στις επιχειρήσεις. Μια αρχή έχει γίνει. Το 2020 το ποσό επενδύσεων σε R&D που απαλλάσσεται από φορολογία αυξήθηκε από 30% σε 100%.

–> Βελτίωση του τρόπου που λειτουργούν οι δημόσιες προμήθειες -ακόμα και όταν πρόκειται για προμήθειες στις οποίες η καινοτομία δεν αποτελεί το βασικό ζητούμενο. Αν οι προδιαγραφές των έργων που αναθέτει το δημόσιο προάγουν την ανάπτυξη καινοτομίας από τους παρόχους (αντί να ζητούν -ενίοτε φωτογραφικά- έτοιμες λύσεις), τότε θα μπορούσαν να αναγκάσουν τους προμηθευτές να αναπτύξουν νέες, καινοτόμες λύσεις.

–> Προώθηση της χρήσης ανοιχτών προτύπων και ανοιχτών δεδομένων από τον δημόσιο αλλά και από τον ιδιωτικό τομέα, φορολογικά και άλλα κίνητρα για την κατοχύρωση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, και υποστήριξη της νέας Ακαδημίας του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ).

–> Η ριζική αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε όλες τις βαθμίδες είναι επίσης ένα ζητούμενο, και στη δευτεροβάθμια, και στα πανεπιστήμια, και στην τεχνική εκπαίδευση. Η συνεργασία με επιχειρήσεις/βιομηχανία στο πλαίσιο των προγραμμάτων σπουδών, η θεσμοθέτηση πρακτικής άσκησης σε επιχειρήσεις, επισκέψεις γνωριμίας φοιτητών σε επιχειρήσεις, όλα αυτά είναι απαραίτητα βήματα. Τα Πανεπιστήμια πρέπει να αποκτήσουν Γραφεία Μεταφοράς Τεχνολογίας (το ΑΠΘ είναι το μόνο που έχει μέχρι τώρα -το ΕΜΠ σχεδιάζει αυτή την εποχή το δικό του) τα οποία διαμεσολαβούν σε συνεργασίες ερευνητών με επιχειρήσεις και βιομηχανίες, προσφέροντας υπηρεσίες εκατέρωθεν.

Κάποιες καλές πρακτικές που λειτουργούν ήδη και θα έπρεπε να λειτουργούν σε μεγαλύτερη κλίμακα περιλαμβάνουν:

Τη δημιουργία πλατφορμών τεχνολογίας που συνδέουν ερευνητικά κέντρα, Πανεπιστήμια και επιχειρήσεις -μια παρόμοια είναι η ευρωπαϊκή τεχνολογική πλατφόρμα “Food for Life” στην οποία συμμετέχουν και ελληνικοί φορείς του κλάδου των τροφίμων.
Περισσότερες θερμοκοιτίδες επιχειρήσεων στα Πανεπιστήμια, όπως η Μονάδα Καινοτομίας και επιχειρηματικότητας στο ΕΜΠ, η θερμοκοιτίδα ΕΠΙ.νοώ στο ΕΠΙΣΕΥ/ΕΜΠ ή η Μονάδα ACEin στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Περισσότερα και καλύτερα οργανωμένα Τεχνολογικά Πάρκα, όπως το ΤΕΠΑ “Λεύκιππος” (του ΕΚΕΦΕ “Δημόκριτος”), και άλλα αντίστοιχα στο Λαύριο, την Πάτρα, την Κρήτη, τη Θεσσαλία και αλλού.
Προγράμματα Βιομηχανικών Διδακτορικών όπως το πρόγραμμα του ΕΚΕΦΕ “Δημόκριτος” σε συνεργασία με το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και το UPatras IQ του Πανεπιστημίου Πατρών. Το δεύτερο θα υποστηρίζει τετραετή διδακτορικά βιομηχανικού προσανατολισμού, τα οποία θα χρηματοδοτούνται από το πανεπιστήμιο και μια συνεργαζόμενη επιχείρηση. Η επιχείρηση θα είναι και ο τελικός αποδέκτης της εφαρμοσμένης επιστημονικής λύσης που θα είναι το αντικείμενο του συγκεκριμένου διδακτορικού (τα πνευματικά δικαιώματα θα παραμένουν στον υποψήφιο διδάκτορα).
–> Μια σειρά από παρεμβάσεις που αφορούν γενικότερα την επιχειρηματικότητα, όπως η σταθεροποίηση του φορολογικού συστήματος, η μείωση της πολυνομίας και της γραφειοκρατίας στη δημόσια διοίκηση, η αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης με έμφαση σε παραγωγικούς, εξωστρεφείς και δυναμικούς τομείς και πολλά άλλα είναι επίσης απαραίτητες.

Διαβάστε ακόμη:

Επιδότηση τόκων ενήμερων δανείων ΜμΕ: Ανοίγει σήμερα η πλατφόρμα – Όσα πρέπει να γνωρίζετε

Οικογένεια Σαρακάκη: Με «μπουνάτσες» στη θάλασσα και «μποφόρια» στη στεριά

«Μέχρι να συναντηθούμε ξανά…»: Η νέα καμπάνια για την Αθήνα ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο (vid)

Exit mobile version