Οταν ο επιχειρηματίας Σπύρος Θεοδωρόπουλος προσπαθούσε επί αρκετά χρόνια να ξεκλειδώσει την αγορά της Ινδίας με την Chipita, πέρασε, όπως ο ίδιος παραδέχεται, διά πυρός και σιδήρου μέχρι να βρει τον βηματισμό του. Το ρυθμιστικό πλαίσιο, η γραφειοκρατία και οι ιδιαιτερότητες της τοπικής αγοράς καθιστούσαν κάθε βήμα εξαιρετικά απαιτητικό. Ωστόσο, το αποτέλεσμα άξιζε την ταλαιπωρία και τον κόπο. «Η ινδική αγορά είναι μία μεγάλη αγορά, αλλά δύσκολη. Αν πας με μεγάλη προσοχή και επιμονή, μπορείς να καταφέρεις πράγματα, αλλά όχι εύκολα», λέει σήμερα στο «business stories» ο κ. Θεοδωρόπουλος, συμπυκνώνοντας την ουσία της εμπειρίας του.
Αυτή ακριβώς η εμπειρία, που μέχρι πρότινος έμοιαζε να αφορά λίγους και καλά προετοιμασμένους επιχειρηματίες, αποκτά πλέον ιδιαίτερη σημασία υπό το φως της πρόσφατης συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ενωσης – Ινδίας. Μια συμφωνία που δεν αίρει αυτομάτως τις δυσκολίες της ινδικής αγοράς, δημιουργεί όμως τις προϋποθέσεις και τις υποσχέσεις ότι το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κληθούν να κινηθούν οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορεί να αλλάξει, για όσους θελήσουν -και μπορέσουν- να αξιοποιήσουν τα νέα δεδομένα.
Κινήσεις
Ηδη την τελευταία διετία, η Ινδία παύει σταδιακά να είναι απλώς μια «δύσκολη αλλά ενδιαφέρουσα» αγορά και αποκτά συγκεκριμένο επιχειρηματικό αποτύπωμα για ελληνικούς ομίλους. Η Eurobank έχει κινηθεί ενεργά προς την ινδική αγορά, ενισχύοντας την παρουσία της σε επίπεδο τεχνολογίας και υποστηρικτικών υπηρεσιών, ενώ από τον Μάρτιο αναμένεται να λειτουργήσει και Γραφείο Αντιπροσώπου στο Νέο Δελχί, σηματοδοτώντας πιο θεσμική παρουσία στη χώρα. Παράλληλα, η Eurolife FFH προχώρησε σε στρατηγική συνεργασία με ινδικό τεχνολογικό όμιλο, αξιοποιώντας το ανθρώπινο κεφάλαιο και το οικοσύστημα πληροφορικής της Ινδίας για την ανάπτυξη ψηφιακών και ασφαλιστικών λύσεων. Την ίδια στιγμή, ο Ομιλος ΤΙΤΑΝ έχει ήδη δημιουργήσει κοινοπραξία στην Ινδία, επενδύοντας σε δραστηριότητες που συνδέονται με δομικά υλικά χαμηλού αποτυπώματος άνθρακα, ενώ στον τομέα της κατανάλωσης η Coffee Island αναπτύσσει δίκτυο καταστημάτων, δοκιμάζοντας στην πράξη τις αντοχές και τις προοπτικές της ινδικής αγοράς.
Και έπεται συνέχεια, καθώς επιχειρείται η περαιτέρω σύσφιξη των διμερών πολιτικών και οικονομικών σχέσεων. Ηδη, σύμφωνα με πληροφορίες, σχεδιάζεται ταξίδι του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ινδία στα μέσα Φλεβάρη, με αφορμή το παγκόσμιο συνέδριο για την Τεχνητή Νοημοσύνη που διοργανώνει η ινδική κυβέρνηση. Εκεί θα βρεθεί και τμήμα του ελληνικού οικοσυστήματος ελληνικών τεχνολογικών εταιρειών και νεοφυών επιχειρήσεων υπό την Endeavor Greece.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμφωνία αποτελεί ένα θετικό βήμα που δημιουργεί μία νέα δυναμική στις εμπορικές σχέσεις ανάμεσα στην Ινδία και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Είναι κάτι που έρχεται σαν συνέχεια και όλων των σχεδίων για τη δημιουργία του διαδρόμου IMEC και συμπίπτει και με την έναρξη των απευθείας πτήσεων της Αθήνας με το Νέο Δελχί και στη συνέχεια με τη Βομβάη. Πρόκειται για έναν συνδυασμό γεγονότων που είναι πολύ θετικός», επισημαίνει στο «b.s.» ο κ. Φωκίων Καραβίας, διευθύνων σύμβουλος της Eurobank.
Για τον Συμεών Διαμαντίδη, πρόεδρο του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος, το πιο άμεσο πεδίο στο οποίο μπορεί να αποτυπωθεί η νέα δυναμική της συμφωνίας Ε.Ε. – Ινδίας είναι οι ελληνικές εξαγωγές, και ειδικότερα ο αγροδιατροφικός τομέας. «Η συμφωνία δημιουργεί καλές προοπτικές, ειδικά για τα ελληνικά προϊόντα που είναι ήδη κορυφαία σε εξαγωγές -λάδι, ελιές, φέτα, κρασιά, ακτινίδια- καθώς πέφτουν πάρα πολύ οι δασμοί», σημειώνει, βάζοντας στο κάδρο τους κλάδους όπου η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα.
Τα περιθώρια που διανοίγονται αποτυπώνονται και στους αριθμούς του διμερούς εμπορίου, οι οποίοι σήμερα καταδεικνύουν μια έντονη ασυμμετρία. Το εμπορικό ισοζύγιο Ελλάδας – Ινδίας παραμένει σαφώς ελλειμματικό για τη χώρα μας, καθώς οι ελληνικές εξαγωγές προς την Ινδία κινούνται σε επίπεδα της τάξης των 130 εκατ. δολαρίων ετησίως, την ώρα που οι εισαγωγές ινδικών προϊόντων στην Ελλάδα ξεπερνούν το 1,1 δισ. δολάρια. Πρόκειται για ένα διμερές εμπόριο που στηρίζεται κυρίως στις ελληνικές εισαγωγές -από φαρμακευτικές πρώτες ύλες και χημικά προϊόντα έως υφάσματα και μεταποιημένα αγαθά- και αφήνει σημαντικό περιθώριο διεύρυνσης της ελληνικής εξαγωγικής παρουσίας στην ινδική αγορά, εφόσον αξιοποιηθούν μεθοδικά οι δυνατότητες που ανοίγει η συμφωνία.
Ωστόσο, όπως προειδοποιεί ο κ. Διαμαντίδης, το άνοιγμα μιας αγοράς 1,4 δισ. καταναλωτών δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους «εύκολου εξαγωγικού προορισμού». «Είναι τεράστια αγορά, αλλά χρειάζεται σοβαρή προετοιμασία. Πρέπει να χαρτογραφήσουμε τις διατροφικές τάσεις και να καθοδηγήσουμε τους παραγωγούς για το τι ζητάει πραγματικά η ινδική αγορά», τονίζει, επισημαίνοντας ότι χωρίς προσαρμογή προϊόντων, συσκευασίας και εμπορικής στρατηγικής, το όφελος θα παραμείνει περιορισμένο.
Προϊόντα και δασμοί
Στο πεδίο των προϊόντων, η συμφωνία Ε.Ε. – Ινδίας αποκτά πρακτικό νόημα, κυρίως μέσω της σταδιακής μείωσης ή κατάργησης υψηλών δασμών που μέχρι σήμερα λειτουργούσαν ως ουσιαστικό εμπόδιο για τη συστηματική παρουσία ευρωπαϊκών, και κατ’ επέκταση ελληνικών, προϊόντων στην ινδική αγορά. Ειδικά στον αγροδιατροφικό τομέα, οι επιβαρύνσεις αυτές καθιστούσαν πολλά ελληνικά προϊόντα μη ανταγωνιστικά, παρά την ποιότητα και το ισχυρό τους brand.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κρασί, όπου οι δασμοί που ίσχυαν μέχρι σήμερα άγγιζαν ακόμη και το 150%, περιορίζοντας δραστικά τις εισαγωγές ευρωπαϊκών ετικετών στην Ινδία. Με βάση τα δεδομένα που συνοδεύουν τη συμφωνία, οι δασμοί αυτοί προβλέπεται να αποκλιμακωθούν σημαντικά, σε επίπεδα της τάξης του 20%-30%, δημιουργώντας για πρώτη φορά συνθήκες ουσιαστικής διείσδυσης σε μια αγορά με ταχέως αναπτυσσόμενη μεσαία τάξη και αυξανόμενο ενδιαφέρον για ποιοτικά εισαγόμενα προϊόντα.
Αντίστοιχα, στο ελαιόλαδο, έναν κλάδο όπου η Ελλάδα διαθέτει σαφές συγκριτικό πλεονέκτημα, οι δασμοί που κινούνταν έως και στο 45% αναμένεται να μειωθούν δραστικά, ακόμη και να μηδενιστούν σε βάθος χρόνου. Πρόκειται για εξέλιξη που αλλάζει τους όρους ανταγωνισμού, ιδίως σε μια αγορά όπου η κατανάλωση ελαιολάδου βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, αλλά εμφανίζει σταθερή ανοδική τάση λόγω αλλαγών στις διατροφικές συνήθειες.
Σημαντική είναι και η περίπτωση των ακτινιδίων, ενός από τα πλέον δυναμικά ελληνικά εξαγωγικά προϊόντα. Οι δασμοί, που μέχρι σήμερα κινούνταν κοντά στο 30%-33%, προβλέπεται να υποχωρήσουν σε μονοψήφια επίπεδα, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών έναντι άλλων χωρών που ήδη έχουν παρουσία στην ινδική αγορά.
Τα παραπάνω δεν συνεπάγονται αυτόματα εκτόξευση των ελληνικών εξαγωγών. Δημιουργούν, ωστόσο, ένα διαφορετικό σημείο εκκίνησης.
Εισαγωγές και κόστος παραγωγής
Βέβαια η συμφωνία Ε.Ε. – Ινδίας δεν επηρεάζει μόνο το σκέλος των εξαγωγών, αλλά και το κόστος παραγωγής και την ανταγωνιστικότητα κρίσιμων κλάδων της ελληνικής οικονομίας μέσω των εισαγωγών. Οπως επισημαίνει ο κ. Καραβίας, η Ινδία αποτελεί ήδη βασικό προμηθευτή πρώτων υλών για την Ευρώπη, με τη μείωση δασμών και εμπορικών εμποδίων να μπορεί να λειτουργήσει θετικά για συγκεκριμένους κλάδους. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της φαρμακοβιομηχανίας, όπου μεγάλο μέρος των δραστικών ουσιών και των πρώτων υλών προέρχεται από την Ινδία. Η ευκολότερη και φθηνότερη πρόσβαση σε αυτές τις εισροές μπορεί να βελτιώσει το κόστος και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών παραγωγικών μονάδων.
Η ίδια δυναμική, ωστόσο, δεν είναι ομοιόμορφα θετική για όλους. Οπως προειδοποιεί ο κ. Διαμαντίδης, η ενίσχυση των εισαγωγών από την Ινδία συνεπάγεται και αυξημένες πιέσεις σε ευαίσθητους εγχώριους κλάδους, ιδιαίτερα σε τομείς όπου το κόστος παραγωγής στην Ελλάδα είναι υψηλότερο. «Θα υπάρξουν κλάδοι που θα πιεστούν», σημειώνει, αναφέροντας χαρακτηριστικά την οριζοπαραγωγή, όπου τα ινδικά προϊόντα, λόγω χαμηλότερου κόστους, μπορούν να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό στην ευρωπαϊκή αγορά.
Κατά τον ίδιο, η πρόκληση για την ελληνική οικονομία είναι διπλή: από τη μία να αξιοποιήσει τις φθηνότερες εισαγωγές πρώτων υλών εκεί όπου αυτές ενισχύουν την παραγωγή και τις εξαγωγές, και από την άλλη να θωρακίσει κλάδους που κινδυνεύουν να βρεθούν εκτεθειμένοι σε έντονο ανταγωνισμό. «Η συμφωνία ανοίγει αγορές, αλλά δεν μοιράζει τα οφέλη ισότιμα», τονίζει, επισημαίνοντας την ανάγκη έγκαιρης προσαρμογής και στοχευμένων πολιτικών στήριξης όπου απαιτείται.
Ο IMEC
Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση ξεφεύγει από τα επιμέρους προϊόντα και αγγίζει τη γεωοικονομική διάσταση της συμφωνίας Ε.Ε. – Ινδίας. «Ο διάδρομος IMEC που θα ενώσει την Ινδία με την Ευρώπη κάπου θα καταλήξει. Το κρίσιμο είναι αν θα καταλήξει σε ελληνικό λιμάνι ή σε κάποιο άλλο ευρωπαϊκό. Εκεί θα παιχτεί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του παιχνιδιού», λέει ο κ. Διαμαντίδης, υπογραμμίζοντας ότι ο ρόλος της Ελλάδας δεν θα κριθεί μόνο από το τι εξάγει ή εισάγει, αλλά από το αν μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη εισόδου της Ινδίας προς την Ευρώπη.
Αυτή η ανάγνωση ενισχύεται και από την ανάλυση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, σύμφωνα με την οποία η συμφωνία Ε.Ε. – Ινδίας -μία από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως- καλύπτει μια αγορά σχεδόν 2 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, που αντιπροσωπεύει περίπου το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ και πάνω από το 30% του παγκόσμιου εμπορίου. Το ΕΒΕΠ επισημαίνει ότι η Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει ενεργό ρόλο αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της θέση, τα λιμάνια και τη ναυτιλία της, σε έναν διάδρομο που φιλοδοξεί να συνδέσει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω συνδυασμένων θαλάσσιων και χερσαίων μεταφορών
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το διμερές εμπόριο Ελλάδας – Ινδίας μπορεί να φτάσει, υπό προϋποθέσεις, τα 5 δισ. δολάρια έως το 2030, εφόσον η Ελλάδα καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει τον ρόλο της ως κόμβος logistics, λιμενικών υπηρεσιών και διασύνδεσης των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Επιχειρήσεις
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, κομβικό ρόλο φιλοδοξεί να διαδραματίσει η Eurobank, η οποία από τον Μάρτιο θα θέσει σε λειτουργία Γραφείο Αντιπροσωπείας στο Νέο Δελχί, σηματοδοτώντας μια πιο θεσμική και μόνιμη ελληνική παρουσία στην ινδική αγορά. Οπως εξηγεί ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας Φωκίων Καραβίας, στόχος είναι το γραφείο να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για ελληνικές επιχειρήσεις που επιδιώκουν να δραστηριοποιηθούν στην Ινδία. «Σκοπός μας είναι να αποτελέσουμε τον συνδετικό κρίκο», σημειώνει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον ρόλο που φιλοδοξεί να αναλάβει η Eurobank στη διασύνδεση ελληνικών και ινδικών επιχειρηματικών σχημάτων.
Χτίζουν παρουσία
Κατά τον ίδιο, η συγκυρία είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή, καθώς η εμπορική συμφωνία Ε.Ε. – Ινδίας κουμπώνει με μια σειρά από παράλληλες εξελίξεις που ενισχύουν την κινητικότητα ανθρώπων και κεφαλαίων. Για παράδειγμα, οι απευθείας αεροπορικές συνδέσεις που εγκαινιάζονται από την IndiGo και ακολουθούν από την Aegean Airlines δεν λειτουργούν μόνο τουριστικά, αλλά και επιχειρηματικά, μειώνοντας δραστικά τον χρόνο και το κόστος μετακίνησης για στελέχη και επενδυτές. Η παρουσία της Eurobank στην Ινδία δεν περιορίζεται μόνο στο Γραφείο Αντιπροσωπείας στο Νέο Δελχί, αφού ο Ομιλος έχει ήδη επενδύσει στην πόλη Πούνε (Pune), ένα από τα σημαντικότερα τεχνολογικά και επιχειρηματικά hubs της χώρας. «Εχουμε επενδύσει στο Πούνε, όπου έχουμε ανθρώπους που δουλεύουν για εμάς. Είναι ένα οικοσύστημα με εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό και μεγάλη δυναμική», σημειώνει ο κ. Καραβίας, εξηγώντας ότι η Ινδία λειτουργεί πλέον όχι μόνο ως αγορά, αλλά και ως βάση υποστηρικτικών και τεχνολογικών λειτουργιών για τον όμιλο.
Αντίστοιχα, στο πεδίο της τεχνολογίας και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, η Eurolife FFH έχει προχωρήσει σε στρατηγική συνεργασία με την ινδική LTIMindtree, έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας. Η συνεργασία εστιάζει στην αξιοποίηση της ινδικής τεχνογνωσίας σε τομείς όπως η ψηφιακή ασφάλιση, τα data analytics και οι τεχνολογικές πλατφόρμες, ενισχύοντας τον μετασχηματισμό του ασφαλιστικού ομίλου και αναδεικνύοντας την Ινδία ως δεξαμενή εξειδικευμένου ανθρώπινου κεφαλαίου για ελληνικές επιχειρήσεις.
Στην Ινδία σημαντική παρουσία από πέρυσι χτίζει και ο Ομιλος ΤΙΤΑΝ, φιλοδοξώντας μάλιστα να καταστήσει την παρουσία του εκεί ορμητήριο για τις αγορές της Νοτιοανατολικής Ασίας. Ο ελληνικός όμιλος προχώρησε στη δημιουργία κοινοπραξίας στην Ινδία, εστιάζοντας σε δραστηριότητες που συνδέονται με δομικά υλικά χαμηλού αποτυπώματος άνθρακα και ειδικότερα στα λεγόμενα τσιμεντοειδή υλικά (SCM), τα οποία χρησιμοποιούνται ως εναλλακτικές πρώτες ύλες στο τσιμέντο και συμβάλλουν στη μείωση των εκπομπών CO2. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στον ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό του ομίλου για πράσινη ανάπτυξη και του εξασφαλίζει πρόσβαση σε άφθονους φυσικούς πόρους, ενισχύοντας παράλληλα την εφοδιαστική του αλυσίδα με προοπτική εξυπηρέτησης όχι μόνο της ινδικής αγοράς, αλλά και γειτονικών οικονομιών της Ασίας.
Σε διαφορετικό, αλλά εξίσου απαιτητικό πεδίο, κινείται η Coffee Island, η οποία έχει ξεκινήσει την ανάπτυξη δικτύου καταστημάτων στην Ινδία, δοκιμάζοντας στην πράξη τις αντοχές της ελληνικής επιχειρηματικότητας στην αγορά της μαζικής κατανάλωσης. Σε μια χώρα με ισχυρή παράδοση στο τσάι, αλλά με ταχέως αναπτυσσόμενη αστική μεσαία τάξη και αυξανόμενη εξοικείωση με τον καφέ, η ελληνική αλυσίδα επιχειρεί να προσαρμόσει το επιχειρηματικό της μοντέλο στα τοπικά δεδομένα, επενδύοντας σταδιακά και με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Η παρουσία της Coffee Island αναδεικνύει μια διαφορετική όψη του ινδικού στοιχήματος: λιγότερο βιομηχανική, αλλά με υψηλές απαιτήσεις σε προσαρμογή, brand και κατανόηση της τοπικής αγοράς.
Κοινός παρονομαστής και στις δύο περιπτώσεις είναι ο τρόπος εισόδου στην ινδική αγορά. Τόσο ο Ομιλος ΤΙΤΑΝ όσο και η Coffee Island επέλεξαν να μην κινηθούν αυτόνομα, αλλά να στηριχθούν σε τοπικούς εταίρους: ο πρώτος μέσω κοινοπραξίας με ινδικό όμιλο, η δεύτερη μέσω Ινδών επιχειρηματιών που λειτουργούν ως master franchisees. Η επιλογή αυτή αντανακλά την πολυπλοκότητα της ινδικής αγοράς και την ανάγκη περιορισμού των επιχειρηματικών και ρυθμιστικών κινδύνων σε ένα περιβάλλον με διαφορετικούς κανόνες και πρακτικές.
Ανάλογη στρατηγική ακολουθήθηκε και στην περίπτωση της Chipita, όταν ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος επιχείρησε να αναπτύξει παρουσία στην Ινδία μέσω κοινοπραξίας με τον ινδικό Ομιλο Britannia. Οπως σημειώνει ο ίδιος, η επιλογή τοπικού συνεταίρου ήταν ουσιαστική προϋπόθεση για να μπορέσει να σταθεί μια επένδυση σε μια ιδιαίτερα απαιτητική αγορά. «Σίγουρα, ο συνεταιρισμός με κάποιον ντόπιο λύνει πολλά προβλήματα. Γενικά έχετε υπόψη σας ότι η Ινδία είναι μια πολύ δύσκολη αγορά από πλευράς νομικού πλαισίου. Δεν είναι εύκολη αγορά. Εάν βέβαια πας με μεγάλη επιμονή και προσοχή θα καταφέρεις πράγματα, αλλά όχι εύκολα», επισημαίνει.
Σημειώνεται ότι το σκέλος της πάλαι ποτέ Chipita, που είχε γίνει ως κοινοπραξία 40-60 με τον Ομιλο Britania, παραμένει στον έλεγχο του κ. Θεοδωρόπουλου μέσω της εταιρείας του ST Bakery, αφού είχε εξαιρεθεί από το χρυσό deal με τη Mondelez. «Οι επιδόσεις της εταιρείας είναι πολύ καλές. Βρίσκεται σε διαρκή αναπτυξιακή τροχιά», λέει ο κ. Θεοδωρόπουλος, διευκρινίζοντας ότι τη διοίκηση της Britchip Foods Ltd, όπως ονομάζεται, την ασκεί ο Ομιλος Britania. «Εμείς τους βοηθάμε κυρίως στα τεχνολογικά», σημειώνει.
Προσδοκίες για ινδικές επενδύσεις
Πέρα από τις ελληνικές επιχειρήσεις που αναζητούν πρόσβαση στην ινδική αγορά, η συμφωνία Ε.Ε. – Ινδίας καλλιεργεί προσδοκίες και για αντίστροφες ροές κεφαλαίων, με την έλευση ινδικών επενδύσεων στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια προοπτική που αποκτά ιδιαίτερο βάρος στην περίπτωση που η χώρα καταφέρει να εδραιώσει ρόλο πύλης εισόδου της Ινδίας προς την Ευρώπη, αξιοποιώντας τον υπό διαμόρφωση διάδρομο IMEC και τη γεωγραφική της θέση.
Ηδη υπάρχει απτό προηγούμενο. Ο ινδικός Ομιλος GMR Group συμμετέχει, μέσω κοινοπραξίας με τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, στο έργο κατασκευής και εκμετάλλευσης του νέου διεθνούς αεροδρομίου Ηρακλείου στο Καστέλι, ένα από τα μεγαλύτερα projects υποδομών που υλοποιούνται σήμερα στη χώρα. Η συγκεκριμένη επένδυση αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο μεγάλοι ινδικοί όμιλοι αρχίζουν να βλέπουν την Ελλάδα ως κόμβο μεταφορών και διασύνδεσης με την ευρωπαϊκή αγορά.
Ο Taizoon Khorakiwala
Στον χώρο της μεταποίησης τροφίμων, η περίπτωση της SwitzGroup λειτουργεί ως ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο όμιλος του Ινδού επιχειρηματία Taizoon Khorakiwala θεωρείται ουσιαστικά ο πρώτος μεγάλος Ινδός επενδυτής που τοποθετήθηκε συστηματικά στην Ελλάδα, αποκτώντας σε βάθος περίπου μιας δεκαετίας πλειοψηφικά ποσοστά σε σειρά ελληνικών εταιρειών τροφίμων. Η στρατηγική αυτή ανέδειξε την Ελλάδα όχι μόνο ως παραγωγική βάση, αλλά και ως πεδίο μακροπρόθεσμων επενδύσεων από ινδικά κεφάλαια.
Αυτό το υπόβαθρο εξηγεί και τη βαρύτητα των επισημάνσεων του Ηλία Ντάβου, επικεφαλής Ευρώπης της SwitzGroup. «Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ινδίας δεν είναι απλώς ένα ακόμη εμπορικό πλαίσιο. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή με σαφείς γεωπολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις, σε μια περίοδο όπου το διεθνές σύστημα αναδιαμορφώνεται. Η Ευρώπη αναζητά αξιόπιστους εταίρους και η Ινδία αναδεικνύεται σε έναν από τους πλέον κρίσιμους», επισημαίνει στο «b.s.» ο κ. Ντάβος.
Και συνεχίζει: «Η σημασία της Ινδίας υπερβαίνει το μέγεθος της αγοράς της. Διαθέτει αυξανόμενο γεωπολιτικό βάρος, κομβικό ρόλο στις εφοδιαστικές αλυσίδες και ισχυρές τεχνολογικές φιλοδοξίες. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα -όπως και η Κύπρος- μπορεί να διαδραματίσει ρόλο μεγαλύτερης σημασίας από τον παραδοσιακό της, εφόσον υπάρξει στρατηγικός σχεδιασμός, θεσμική προετοιμασία και πολιτική συνέπεια. Από επιχειρηματικής πλευράς, οι ευκαιρίες είναι υπαρκτές, αλλά δεν θα αποδώσουν άμεσα. Η ινδική αγορά είναι σύνθετη και ιδιαίτερα ανταγωνιστική. Η σταδιακή υλοποίηση της συμφωνίας προσφέρει τον απαραίτητο χρόνο προσαρμογής. Είναι μια μεγάλη ευκαιρία – και η απώλειά της θα συνιστούσε στρατηγικό λάθος με μακροπρόθεσμο κόστος», καταλήγει.
Διαβάστε ακόμη
Ε.Ε: Ερχεται η επόμενη mega – εμπορική συμφωνία με τις πλούσιες περιοχές του Κόλπου
Slow travel: Η νέα τάση στον τουρισμό για το 2026 – Η φιλοσοφία για τα αργά ταξίδια
Ο Ρούπερτ Μέρντοχ αρνείται να αποσυρθεί
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
