search icon

Ευρώπη

Με νέα δοκιμασία βρίσκεται αντιμέτωπη η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία

Καθυστερήσεις και επιβαρυμένες αλυσίδες εφοδιασμού δημιουργούν αμφιβολίες σχετικά με το πόσο γρήγορα μπορεί η Ευρώπη να ανοικοδομήσει την αμυντική βιομηχανική της βάση

123rf

Μετά από χρόνια ραγδαίας αύξησης των στρατιωτικών προϋπολογισμών, έκτακτων δαπανών για την Ουκρανία και εκτόξευσης των μετοχών του αμυντικού τομέα, η προσπάθεια επανεξοπλισμού της Ευρώπης πρέπει πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε όπλα, εργοστάσια και στρατιωτική ικανότητα.

Το ερώτημα για τους επενδυτές δεν φαίνεται πλέον να αφορά τη ζήτηση στον τομέα της άμυνας ή τις πολιτικές φιλοδοξίες, αλλά το κατά πόσον οι αποτιμήσεις έχουν ξεπεράσει την ικανότητα του κλάδου να υλοποιήσει τα σχέδιά του.

Αυτή η δοκιμασία γίνεται όλο και πιο κρίσιμη εν όψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ την επόμενη εβδομάδα στην Τουρκία, όπου οι ηγέτες αναμένεται να αξιολογήσουν την πρόοδο που έχει σημειωθεί από τη σύνοδο κορυφής του περασμένου έτους και να χαράξουν έναν οδικό χάρτη για την επίτευξη των νέων στόχων δαπανών, προκειμένου να «μετατρέψουν τις δεσμεύσεις των συμμάχων σε συγκεκριμένα αποτελέσματα».

Ωστόσο, η πορεία από τους αυξημένους προϋπολογισμούς έως την παράδοση των όπλων αποδεικνύεται ανώμαλη. Καθυστερήσεις στις προμήθειες, κατακερματισμένα εθνικά προγράμματα, έλλειψη εργατικού δυναμικού και επιβαρυμένες αλυσίδες εφοδιασμού δημιουργούν αμφιβολίες σχετικά με το πόσο γρήγορα μπορεί η Ευρώπη να ανοικοδομήσει μια βιομηχανική βάση που έχει υποστεί αποδυνάμωση από δεκαετίες χαμηλών αμυντικών δαπανών.

Η πίεση αυξάνεται και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ συμφώνησαν σε μια δραματική αύξηση των αμυντικών δαπανών στη σύνοδο κορυφής του περασμένου έτους, αντανακλώντας την αυξανόμενη ανησυχία ότι η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να ζει υπό την προστασία των ΗΠΑ.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εξελισσόμενη γεωπολιτική στάση των ΗΠΑ αποτέλεσε μια πραγματική στιγμή αλήθειας», δήλωσε ο Xιούζ Λαβαντιέ, ανώτερος εταίρος της McKinsey, στο CNBC. Αυτό επιτάχυνε την αναγνώριση από την Ευρώπη ότι «η περίοδος των οφελών της ειρήνης είχε περάσει» και ότι οι κυβερνήσεις έπρεπε να επανεπενδύσουν στις αμυντικές δυνατότητες.

Η αλλαγή αυτή έχει ήδη μεταμορφώσει τις προσδοκίες των επενδυτών. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες άμυνας, από τη Rheinmetall έως τις BAE Systems, Leonardo, Thales και Saab, έχουν επωφεληθεί από την ραγδαία αύξηση του χαρτοφυλακίου παραγγελιών τους από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, καθώς οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις στρατιωτικές δαπάνες.

Η McKinsey υπολογίζει ότι οι βασικές αμυντικές δαπάνες των ευρωπαϊκών χωρών-μελών του ΝΑΤΟ έχουν διπλασιαστεί από το 2019 και θα μπορούσαν να φτάσουν τα 800 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Την περασμένη εβδομάδα, η Γερμανία ακύρωσε ένα πρόγραμμα φρεγατών F126 αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, λόγω καθυστερήσεων και αναμενόμενων αυξήσεων του κόστους και ανακοίνωσε ότι θα αγοράσει αντ’ αυτού οκτώ μικρότερες φρεγάτες Meko A-200 από την ThyssenKrupp Marine Systems (TKMS). Οι μετοχές της Rheinmetall, η οποία αναμενόταν να είναι ο κύριος ανάδοχος του προγράμματος που εγκαταλείφθηκε, σημείωσαν απότομη πτώση.

Παρόλο που οι επενδύσεις στην άμυνα έχουν αυξηθεί απότομα, τα αποθέματα εξοπλισμού στις ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ παραμένουν κάτω από τα επίπεδα του 2021, γεγονός που αντανακλά τις στρατιωτικές συνεισφορές προς την Ουκρανία, την απόσυρση παλαιών συστημάτων και τους μακροχρόνιους χρόνους παράδοσης για τον νέο εξοπλισμό, σύμφωνα με έκθεση της McKinsey που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο.

Τα μεγαλύτερα εμπόδια είναι το εργατικό δυναμικό και οι εφοδιαστικές αλυσίδες, ανέφερε ο Λαβαντιέ. Προσέθεσε ότι η αμυντική βιομηχανία της Ευρώπης «δεν έχει συνηθίσει να παράγει σε μεγάλη κλίμακα και σε μεγάλους αριθμούς εδώ και πολύ καιρό».

Η S&P Global Ratings διαπίστωσε τον ίδιο περιορισμό. Ανέφερε ότι οι ευρωπαίοι προμηθευτές αμυντικού εξοπλισμού είναι συχνά μικρές επιχειρήσεις με περιορισμένη ικανότητα άντλησης κεφαλαίων για επέκταση, εκθέτοντας τους μεγαλύτερους αναδόχους σε εμπόδια.

Η αύξηση των αμυντικών δαπανών θα μπορούσε να στηρίξει την πιστωτική ποιότητα των αμυντικών εταιρειών, ανέφερε η S&P, αλλά ενδέχεται να ασκήσει πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς και να επιβάλει πολιτικά δύσκολες συμβιβαστικές λύσεις.

Σημείωσε επίσης ότι η Ευρώπη παραμένει διαρθρωτικά εξαρτημένη από προμηθευτές των ΗΠΑ για μαχητικά αεροσκάφη, συστήματα αεροπορικής άμυνας, όπλα ακριβείας, ηλεκτρονικά συστήματα, λογισμικό και στρατηγικούς παράγοντες όπως πληροφορίες, επιτήρηση, αερομεταφορές και διοίκηση.

Αυτό σημαίνει ότι οι μεγαλύτεροι ευρωπαϊκοί προϋπολογισμοί δεν θα δημιουργήσουν αυτόματα μια πιο ανεξάρτητη ευρωπαϊκή αμυντική βάση.

Ο Στέφαν Βίντελς, διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής κρατικής τράπεζας KfW, δήλωσε ότι η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας «δεν αποτελεί βραχυπρόθεσμο φαινόμενο», αλλά προσέθεσε ότι η Ευρώπη χρειάζεται κλίμακα, ανταγωνιστικότητα στις τιμές και ένα πιο υποστηρικτικό πολιτικό πλαίσιο για να επιτύχει αυτή η μετάβαση.

Ο Βίντελς ανέφερε επίσης ότι η προγραμματισμένη κοινή ιδιοκτησία της εταιρείας κατασκευής αρμάτων μάχης KNDS αποτελεί ένα πιθανό μοντέλο για βαθύτερη ευρωπαϊκή συνεργασία. Η Γαλλία και η Γερμανία έχουν συμφωνήσει να γίνουν ισότιμοι μέτοχοι με ποσοστό 40% στην εταιρεία που κατασκευάζει τα άρματα μάχης Leopard 2, εν όψει της προγραμματισμένης εισαγωγής της στο χρηματιστήριο του Παρισιού και της Φρανκφούρτης.

Ωστόσο, η σύγκριση αυτή υπογραμμίζει επίσης τη δυσκολία ενός τέτοιου στόχου: η Airbus χρειάστηκε δεκαετίες για να χτιστεί, ενώ η πρόκληση της ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν μπορεί να περιμένει δεκαετίες.

Διαβάστε ακόμη 

Η κοινοπραξία AKTOR – ΔΕΠΑ Εμπορίας «κλείνει θέση» στον Κάθετο Διάδρομο

UBS για ελληνική οικονομία: Ισχυρή ανάπτυξη από επενδύσεις, τουρισμό και τράπεζες, αλλά ο πληθωρισμός επιμένει

Rolls-Royce Phantom Regatta: Ενα γιοτ με τέσσερις τροχούς

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα 

Exit mobile version