search icon

Ευρώπη

Το Brexit του Τζόνσον: Πώς και πότε θα γίνει – Tι είδαν οι αγορές

Η εξάλειψη της αβεβαιότητας, όπως και η ενίσχυση της πιθανότητας για ένα soft Brexit είναι ένα από τα στοιχεία που προκάλεσαν ευφορία στην αγορά

Ο εκλογικός θρίαμβος του Μπόρις Τζόνσον άλλαξε το σκηνικό σε πολλά μέτωπα ταυτοχρόνως.

Το Brexit γίνεται πλέον βεβαιότητα, καθώς είναι σαφές ότι στις 31 Ιανουαρίου 2020 η Μεγάλη Βρετανία δεν θα ανήκει πλέον στην Ε.Ε. Η κυβέρνηση των Συντηρητικών είναι βέβαιο ότι θα εγκρίνει το άρθρο 50 που προβλέπει την έξοδο την ημερομηνία εκείνη.

Έτσι, η πιθανότητα μιας «άτακτης» εξόδου εξαλείφεται τουλάχιστον προς το παρόν. Από εκεί και πέρα υπάρχει πάλι το μεγάλο αγκάθι της σύναψης και υπογραφής της τελικής συμφωνίας, αφού μέχρι τώρα το «ντιλ» μεταξύ Τζόνσον και Ε.Ε. είναι γενικό και απομένει η υιοθέτηση και υλοποίηση της καταληκτικής συμφωνίας εξόδου.

Ωστόσο, το γεγονός ότι ο Μπόρις Τζόνσος διαθέτει πλέον τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική πλειοψηφία από την εποχή της Μάργκαρετ Θάτσερ, την οποία πλησίασαν μόνο κυβερνήσεις του Τόνι Μπλερ, σημαίνει ότι θα έχει τη δυνατότητα είτε να ζητήσει μια παράταση είτε να περάσει μια συμφωνία για ένα μαλακό, ένα «soft» Brexit, χωρίς να εμποδιστεί από τους σκληροπυρηνικούς του κόμματός του που θέλουν πλήρη απομόνωση από την Ε.Ε.

Από εκεί και πέρα, εάν υπάρξουν προβλήματα με τη συμφωνία, το ενδεχόμενο ενός άτακτου Brexit θα επανέλθει στις 31 Δεκεμβρίου 2020, καθώς μέχρι τότε υπάρχει η μεταβατική περίοδος η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κλείσει η συμφωνία.

Η μεταβατική περίοδος μπορεί να επεκταθεί για ένα ή δύο χρόνια, εάν κάτι τέτοιο συμφωνηθεί μέχρι την 1η Ιουλίου 2020.

Η εξάλειψη της αβεβαιότητας, όπως και η ενίσχυση της πιθανότητας για ένα soft Brexit είναι ένα από τα στοιχεία που προκάλεσαν ευφορία στην αγορά και ώθησαν και τη στερλίνα υψηλότερα μετά την εκλογική νίκη Τζόνσον.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε σύμφωνα με πολλά κέντρα αναλύσεων και η ήττα των Εργατικών, καθώς η σκληροπυρηνική ατζέντα των εθνικοποιήσεων και υλοποίησης εκτεταμένων κοινωνικών προγραμμάτων είχε δημιουργήσει ανησυχία στις διεθνείς επενδυτικές τράπεζες και άλλες εταιρείες επενδύσεων.

Από εκεί και πέρα βέβαια, ο δρόμος για τον Τζόνσον δεν είναι στρωμένος με τριαντάφυλλα, καθώς και ο ίδιος είχε υποσχεθεί προεκλογικά αύξηση δημοσίων δαπανών, ασφαλώς λιγότερες από εκείνες των Εργατικών.

Επιπλέον, το μεγάλο πρόβλημα στο εσωτερικό είναι ότι νίκη των Συντηρητικών οφείλεται σε σημαντικές μετακινήσεις ψήφων που από το 1930 ήταν στους Εργατικούς. Ψήφοι από την εργαζόμενη μεσαία τάξη η οποία «δεν περνάει καθόλου καλά» και ανταποκρίθηκε στις σειρήνες των Brexiteers ότι θα πράγματα θα φτιάξουν αυτομάτως και κατά πολύ με το Brexit, κάτι που δεν προκύπτει από ουδεμία σοβαρή οικονομική ανάλυση, βρετανική ή άλλη.

Κι όλα αυτά, χωρίς ακόμα να φαίνεται ποια θα είναι η κατάληξη με τη Σκωτία ή ακόμα και την Ιρλανδία. Το το κόμμα των αυτονομιστών της Σκωτίας πήγε πολύ καλά στις εκλογές και είναι βέβαιο ότι θα ζητήσει νέο δημοψήφισμα για την αυτονομία (είχε χάσει το προηγούμενο) ενώ και στην Ιρλανδία αρχίζει και εμφανίζεται η ιδέα μια Ομόσπονδης Ιρλανδίας, καθώς η Βόρεια Ιρλανδία, που ανήκει στη Μεγάλη Βρετανία θα έχει ένα ιδιότυπο καθεστώς πιθανών τελωνειακών ελέγχων στα θαλάσσια σύνορα, με βάση την συμφωνία αποχώρησης, κάτι που δεν έχει διευκρινιστεί απολύτως, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι «κόκκινο πανί» για όλους τους Ιρλανδούς.

Σε σχέση με την Ευρώπη, ένα soft Brexit θα σήμαινε ότι η Βρετανία θα διατηρήσει πρόσβαση στην αγορά της Ε.Ε., και αντιστρόφως, χωρίς όμως να έχει δικαίωμα ψήφου στην ευρωπαϊκή νομοθεσία. Το «νησί» όμως θα αποκτήσει το δικαίωμα να συνάπτει διμερείς εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες, κάτι που ο Τζόνσον έχει υποσχεθεί ότι θα εκμεταλλευτεί για να κλείσει ένα «φοβερό» ντιλ με τον Ντόναλντ Τραμπ που θα τονώσει την οικονομία.

Όλα αυτά βέβαια μένει να φανούν κατά πόσον είναι υλοποιήσιμα, αφού το πρόβλημα δεν είναι οι γενικές κατευθύνσεις, αλλά οι λεπτομέρειες.

Εάν για παράδειγμα ο Τζόνσον θέλει πρόσβαση στην αγορά της Ε.Ε. η τελευταία ασφαλώς θα θέσει όρους σε σχέση με το φορολογικό «ντάμπινγκ», κατά δηλαδή των πολύ χαμηλών φόρων, βάζοντας εμπόδια στην προοπτική μετατροπής της Βρετανίας σε φορολογικό παράδεισο. Κάτι τέτοιο αφορά ιδιαίτερα τις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Άλλο παράδειγμα: ο Τζόνσον υποσχέθηκε ότι οι αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Nissan που έχουν εργοστάσια στη Βρετανία τα οποία προορίζονται για την ευρωπαϊκή αγορά θα διατηρήσουν την πρόσβασή τους στην τελευταία. Οι δε αγορές τον πίστεψαν, όπως φάνηκε από την πορεία των μετοχών των εταιρειών μετά την ανακοίνωσή του. Τι θα ζητήσουν, όμως, οι Ευρωπαίοι για να δεχθούν κάτι τέτοιο και πόσο εύκολα θα μπορεί να το δεχθεί ο Τζόνσον; Εάν οι Ευρωπαίοι ζητήσουν πρόσβαση στα βρετανικά αλιευτικά αποθέματα, τι θα κάνουν οι Άγγλοι;

Ο Τζόνσον έχει ήδη εξαγγείλει ότι θα αλλάξει πολιτική στο θέμα των κρατικών ενισχύσεων, οι οποίες απαγορεύονται από το ευρωπαϊκό δίκαιο και είναι αμφίβολο ότι η Ε.Ε. θα δεχθεί κάτι τέτοιο.

Τα μέτωπα είναι πολλά και θα ξεδιπλώνονται το επόμενο διάστημα, ενώ δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι μέχρι σήμερα η Ε.Ε. επέδειξε ιδιαίτερα άκαμπτη στάση απέναντι στη Βρετανία, θέλοντας να δείξει ότι εκείνη δεν έχει να χάσει τίποτα, αλλά και να δώσει έμφαση ότι η αποχώρηση από την Ε.Ε. δεν μπορεί να γίνει ούτε εύκολα, ούτε χωρίς κόστος, προφανώς για να μην ανοίξει η όρεξη και σε άλλους.

Η νέα συμφωνία θα πρέπει να καλύπτει ένα τεράστιο πλέγμα θεμάτων, όπως το εμπόριο και την ασφάλεια, τα προσωπικά δεδομένα, την γεωργία και την αλιεία. Μια τέτοια συμφωνία θα απαιτούσε έγκριση από τα 27 ευρωπαϊκά κοινοβούλια και πολλά περιφερειακά, όπως σημειώνει η βρετανική επιθεώρηση Economist που γράφει επίσης ότι σύμφωνα με τη δεξαμενή σκέψης Institute for Government, αντίστοιχες συμφωνίες με χώρες όπως ο Καναδάς, η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία, η Σιγκαπούρη και η Κορέα χρειάστηκαν μεταξύ τεσσάρων και εννέα χρόνων για να συμφωνηθούν και να εγκριθούν.

Exit mobile version