search icon

Ευρώπη

Τρόφιμα: Ο καύσωνας πιέζει την παραγωγή στην Ευρώπη – Πού έρχονται ανατιμήσεις (vids)

Ο καύσωνας πλήττει την ευρωπαϊκή παραγωγή τροφίμων, από σιτηρά και πατάτες έως γάλα, κρασί και μπίρα. Οι απώλειες διευρύνονται, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής και τον κίνδυνο νέων ανατιμήσεων για τους καταναλωτές

Οι ακραίες θερμοκρασίες που επιμένουν σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης αρχίζουν να αφήνουν ένα ολοένα βαθύτερο οικονομικό αποτύπωμα στην αλυσίδα τροφίμων. Η πίεση δεν περιορίζεται πλέον στις καλλιέργειες που βρίσκονται εκτεθειμένες στα χωράφια. Μεταφέρεται στις ζωοτροφές, στην κτηνοτροφία, στη μεταποίηση, στην ψύξη και τελικά στις τιμές που καλούνται να πληρώσουν επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ιδιαίτερα σύνθετη. Σιτηρά, καλαμπόκι, κριθάρι, ηλίανθος και πατάτες εμφανίζουν σημαντικές απώλειες, ενώ προβλήματα καταγράφονται επίσης σε λαχανικά, φρούτα, αμπέλια και ελαιώνες. Την ίδια στιγμή, η θερμική καταπόνηση των ζώων περιορίζει την παραγωγή γάλακτος και προκαλεί απώλειες στην πτηνοτροφία, ενώ αυξάνεται το ενεργειακό κόστος για τη διατήρηση ευπαθών προϊόντων σε ασφαλείς θερμοκρασίες.

Οι πρώτες μεγάλες απώλειες έχουν ήδη αποτυπωθεί στα ευρωπαϊκά σιτηρά. Η συνολική παραγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο υπολογίζεται πλέον σε 286,6 εκατ. τόνους, περίπου 9 εκατ. τόνους χαμηλότερα από ό,τι αναμενόταν έναν μήνα νωρίτερα και κατά 23,4 εκατ. τόνους κάτω από την περσινή συγκομιδή.

Σε όρους αξίας παραγωγής, οι απώλειες για τους Ευρωπαίους αγρότες υπολογίστηκαν αρχικά κοντά στα 2 δισ. ευρώ, ενώ μετά τη βελτίωση των εκτιμήσεων για ορισμένες λιγότερο πληγείσες χώρες η καθαρή ζημιά περιορίζεται περίπου στα 1,8 δισ. ευρώ. Και αυτός ο λογαριασμός αφορά μόνο ένα μέρος της συνολικής ζημιάς, καθώς δεν περιλαμβάνει φρούτα, λαχανικά και κτηνοτροφική παραγωγή.

Καλαμπόκι: Η μεγάλη απώλεια της ευρωπαϊκής σοδειάς

Το καλαμπόκι εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες εστίες ανησυχίας. Το κύμα υψηλών θερμοκρασιών συνέπεσε σε πολλές περιοχές με την περίοδο της επικονίασης, προκαλώντας προβλήματα στη γονιμοποίηση των φυτών και περιορίζοντας τον αριθμό των κόκκων.

Οι πρώτες προβλέψεις είχαν ήδη μειώσει την αναμενόμενη παραγωγή κατά 4,5 εκατ. τόνους, στους 52,7 εκατ. τόνους. Στη συνέχεια η εκτίμηση για την Ε.Ε. υποχώρησε στα 51,9 εκατ. τόνους, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2007, ενώ πλέον υπάρχουν σενάρια για παραγωγή μικρότερη ακόμη και των 50 εκατ. τόνων, κάτι που δεν έχει καταγραφεί εδώ και δεκαετίες.

Η μεγαλύτερη πίεση εντοπίζεται στη Γαλλία, όπου η επίσημη πρόβλεψη δείχνει πτώση της παραγωγής κατά 35%, στα 9 εκατ. τόνους. Ακόμη πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις τοποθετούν τη συγκομιδή κάτω από τα 7 εκατ. τόνους, κοντά στο μισό της προηγούμενης χρονιάς και στα χαμηλότερα επίπεδα από το 1976. Στη Γερμανία αναμένεται μείωση 14%, στους 4,24 εκατ. τόνους.

Οι συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ την αγορά του ίδιου του καλαμποκιού. Πρόκειται για βασική πρώτη ύλη στις ζωοτροφές, ιδιαίτερα για χοίρους, πουλερικά και βοοειδή, αλλά και για την παραγωγή αμύλου, γλυκόζης, σιροπιών και βιοαιθανόλης. Επομένως, η μειωμένη προσφορά μπορεί σταδιακά να μεταφερθεί στο κόστος παραγωγής κρέατος, γάλακτος, αυγών και πολλών επεξεργασμένων τροφίμων.

Η έλλειψη χόρτου και σανού εξαιτίας της ξηρασίας δημιουργεί ακόμη μία παράπλευρη συνέπεια. Μέρος των καλλιεργειών καλαμποκιού αναμένεται να συγκομιστεί πρόωρα για να χρησιμοποιηθεί ως ζωοτροφή. Η λύση προσφέρει προσωρινή ανάσα στους κτηνοτρόφους, αλλά αφαιρεί επιπλέον ποσότητες από την εμπορική αγορά καλαμποκιού.

Πιέσεις σε σιτάρι, κριθάρι και ηλιέλαιο

Η παρατεταμένη ζέστη επιτάχυνε την ωρίμανση των χειμερινών σιτηρών, μειώνοντας το διάστημα κατά το οποίο αναπτύσσεται και γεμίζει ο κόκκος. Η πρόβλεψη για το μαλακό σιτάρι στην Ε.Ε. και το Ηνωμένο Βασίλειο μειώθηκε από 143,7 σε 140,8 εκατ. τόνους, ενώ για το κριθάρι από 58,8 σε 57,6 εκατ. τόνους.

Περισσότερο εκτεθειμένο αποδείχθηκε το ανοιξιάτικο κριθάρι, καθώς βρισκόταν σε κρίσιμη αναπτυξιακή περίοδο όταν εκδηλώθηκαν οι υψηλότερες θερμοκρασίες. Η εξέλιξη ενδιαφέρει όχι μόνο την κτηνοτροφία αλλά και τη βιομηχανία μπίρας, καθώς το κριθάρι αποτελεί βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή βύνης.

Στην Αυστρία η συνολική συγκομιδή σιτηρών εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 19%, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο η παραγωγή σιτηρών και ελαιούχων σπόρων υπολογίζεται σε 18,5 εκατ. τόνους, με τις απώλειες εσόδων των παραγωγών να προσεγγίζουν τα 390 εκατ. στερλίνες.

Ανησυχία προκαλεί και ο ηλίανθος, καθώς οι αποδόσεις του έχουν υποβαθμιστεί μαζί με εκείνες του καλαμποκιού. Η μικρότερη παραγωγή επηρεάζει διπλά την αγορά: αφενός περιορίζει την πρώτη ύλη για ηλιέλαιο, αφετέρου μειώνει τα πρωτεϊνούχα υποπροϊόντα της έκθλιψης που χρησιμοποιούνται στις ζωοτροφές.

Πατάτες: Μικρότερη παραγωγή και προβλήματα ποιότητας

Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση στην ευρωπαϊκή αγορά πατάτας. Σε Ολλανδία, Βέλγιο, Γαλλία και Γερμανία, η ξηρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες έρχονται να επιβαρύνουν έναν κλάδο που είχε ήδη μειώσει τις καλλιεργούμενες εκτάσεις μετά τις χαμηλές τιμές της προηγούμενης περιόδου.

Οι εκτάσεις επιτραπέζιας και βιομηχανικής πατάτας στις τέσσερις χώρες έχουν περιοριστεί κατά περίπου 11%, στα 536.900 εκτάρια, από 604.100 προηγουμένως. Στο Βέλγιο η υποχώρηση φτάνει το 16,6% και στην Ολλανδία το 15,1%.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την ποσότητα. Η υπερβολική ζέστη εμποδίζει τη φυσιολογική διόγκωση των κονδύλων και προκαλεί μικρότερες πατάτες, παραμορφώσεις, ρωγμές και μεταβολές στην ξηρά ουσία.

Για τη βιομηχανία κατεψυγμένης πατάτας αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Ένα προϊόν μπορεί να παραμένει απολύτως κατάλληλο για κατανάλωση, αλλά να μην ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές μεγέθους και σχήματος που απαιτούνται για την παραγωγή μακριών τηγανητών πατατών.

Ενδεικτικά, Ολλανδός παραγωγός που τροφοδοτεί μεταξύ άλλων και τη McDonald’s υπολογίζει μείωση της δικής του σοδειάς περίπου κατά ένα τρίτο, ενώ στην ισπανική Castilla y León οι αρχικές εκτιμήσεις δείχνουν απώλειες αποδόσεων της τάξης του 10%-15%.

Η άμεση πίεση στα φρέσκα λαχανικά

Εάν στα σιτηρά απαιτείται χρόνος μέχρι να μεταφερθεί η ζημιά στην τελική τιμή, στα νωπά προϊόντα η επίδραση μπορεί να εμφανιστεί σχεδόν αμέσως. Χιλιάδες τόνοι παραγωγής λαχανικών έχουν χαθεί, ενώ σε ορισμένες κατηγορίες υπάρχει κίνδυνος να χαθεί έως και το μισό της ετήσιας παραγωγής.

Κουνουπίδια, μπρόκολα, αρακάς, φασολάκια, μαρούλια, καρότα, πράσα, κρεμμύδια και σκόρδα βρίσκονται μεταξύ των προϊόντων που έχουν δεχθεί ισχυρή πίεση. Σε ορισμένα χωράφια οι απώλειες άγγιξαν ακόμη και το 100%, καθώς ούτε η άρδευση ήταν αρκετή για να προστατεύσει τα νεαρά φυτά από τις ακραίες θερμοκρασίες.

Στη νοτιοδυτική Γαλλία μειώθηκαν οι διαθέσιμες ποσότητες ντομάτας και φράουλας. Οι τιμές στις ντομάτες τσαμπί κινήθηκαν σχεδόν 37% υψηλότερα από τον πολυετή μέσο όρο, ενώ στις επιμήκεις ντομάτες τύπου cœur de bœuf η διαφορά έφθασε περίπου στο 20%.

Στα πεπόνια, η θερμική καταπόνηση επηρέασε την επικονίαση και την καρπόδεση, οδηγώντας σε μικρότερη συνολική παραγωγή. Παράλληλα, περισσότερα προϊόντα απορρίπτονται εξαιτίας εγκαυμάτων από τον ήλιο.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μαρούλια, σπανάκι και pak choi εμφανίζουν έντονη θερμική καταπόνηση, ενώ προβλήματα έχουν καταγραφεί ακόμη και σε υδροπονικές καλλιέργειες. Τα αγγούρια εμφανίζουν παραμορφώσεις και τα microgreens χαμηλότερες αποδόσεις και προβληματική βλάστηση.

Η επίδραση, πάντως, δεν είναι ομοιόμορφη. Υπάρχουν καλλιέργειες που αντέχουν καλύτερα ή ακόμη και ευνοούνται υπό συγκεκριμένες συνθήκες, αποδεικνύοντας ότι ο καύσωνας δημιουργεί διαφορετικές επιπτώσεις ανά προϊόν, περιοχή και στάδιο ανάπτυξης.

Μικρότερα μήλα, γλυκύτερα φρούτα

Στους οπωρώνες, το βασικό πρόβλημα είναι η επιβράδυνση της ανάπτυξης και τα ηλιακά εγκαύματα. Στη Nouvelle-Aquitaine της Γαλλίας οι τοπικές απώλειες στο παραγωγικό δυναμικό των μήλων υπολογίζονται μεταξύ 5% και 15%.

Ποικιλίες όπως Golden, Granny, Chantecler και Canada εμφανίζονται περισσότερο ευάλωτες. Το μικρότερο μέγεθος μειώνει όχι μόνο τα συνολικά κιλά της συγκομιδής αλλά και το ποσοστό των καρπών που μπορούν να περάσουν τις εμπορικές προδιαγραφές των μεγάλων αλυσίδων.

Σε άλλες περιπτώσεις, η υψηλή θερμοκρασία δημιουργεί διαφορετικό αποτέλεσμα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, φράουλες, σμέουρα και ορισμένα πυρηνόκαρπα ωρίμασαν γρηγορότερα και απέκτησαν υψηλότερη περιεκτικότητα σε σάκχαρα. Τα μήλα μπορεί να είναι μικρότερα, αλλά περισσότερο γλυκά, κάτι που ενδέχεται να αποδειχθεί θετικό για την παραγωγή μηλίτη.

Πρόωρος τρύγος και αλλαγές στο κρασί

Η κλιματική πίεση αποτυπώνεται έντονα και στους αμπελώνες. Στην Καμπανία της Γαλλίας ο τρύγος ξεκίνησε στις 15 Αυγούστου, νωρίτερα από κάθε άλλη χρονιά που έχει καταγραφεί. Πριν από μερικές δεκαετίες, η συγκομιδή άρχιζε περίπου έναν μήνα αργότερα.

Η απόδοση των σταφυλιών αναμένεται περίπου 10% χαμηλότερη από πέρυσι, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη αντίστοιχη μείωση στην τελική παραγωγή σαμπάνιας, καθώς υπάρχουν διαθέσιμα αποθέματα κρασιού.

Σε Μπορντό και Βουργουνδία η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη δυσκολότερη. Η έντονη ζέστη αυξάνει γρήγορα τα σάκχαρα και επιταχύνει την ωρίμανση, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να μειώσει τη φρεσκάδα, να ανεβάσει τον αλκοολικό βαθμό και να μεταβάλει το τελικό γευστικό προφίλ του κρασιού.

Στην περιοχή του Cognac, η ανάπτυξη βρίσκεται περίπου 10 έως 12 ημέρες μπροστά από το συνηθισμένο ημερολόγιο. Εγκαύματα έχουν εμφανιστεί τόσο στα φύλλα όσο και στις ρώγες, με την παρατεταμένη έλλειψη νερού να δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα για την τελική απόδοση.

Λιγότερο γάλα και ακριβότερη παραγωγή τυριού

Ο καύσωνας έχει περάσει πλέον και στους στάβλους. Στην Εμίλια-Ρομάνια, θερμοκρασίες άνω των 40 βαθμών Κελσίου περιόρισαν έως και κατά 10% την παραγωγή γάλακτος από αγελάδες που τροφοδοτούν την παραγωγή Parmigiano Reggiano.

Η πίεση είναι διπλή, καθώς η ξηρασία πλήττει παράλληλα την παραγωγή τοπικού χόρτου και σανού, που αποτελούν απαραίτητο μέρος της διατροφής των ζώων βάσει των προδιαγραφών της Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης.

Σε έναν κλάδο με ετήσιο τζίρο περίπου 4,5 δισ. ευρώ, προστίθεται και το ενεργειακό κόστος. Στις κλιματιζόμενες εγκαταστάσεις ωρίμανσης, η ημερήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε έως και 30% στις ημέρες της ακραίας ζέστης.

Στη δυτική Γαλλία, κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις καταγράφουν μείωση της παραγωγής γάλακτος κατά 15%-20%, ενώ στο Βέλγιο η απώλεια παραγωγικότητας έχει μεταφραστεί σε καθημερινή οικονομική ζημιά για μονάδες του κλάδου.

Μαζικές απώλειες στην πτηνοτροφία

Ακόμη πιο άμεσο ήταν το πλήγμα στις πτηνοτροφικές μονάδες. Στη Βρετάνη και στην Παϊς ντε λα Λουάρ, τις δύο κυριότερες περιοχές πτηνοτροφίας της Γαλλίας, καταγράφηκαν μαζικοί θάνατοι εκατοντάδων χιλιάδων πτηνών.

Η κλίμακα των απωλειών δημιούργησε ακόμη και προβλήματα στη συλλογή και διαχείριση των νεκρών ζώων. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή οι συγκεκριμένες περιοχές συγκεντρώνουν σχεδόν το 60% του γαλλικού πτηνοτροφικού κεφαλαίου.

Σε Αυστρία και Ουγγαρία, αντίθετα, το πρόβλημα επικεντρώνεται στην έλλειψη τροφής. Τα εξαντλημένα βοσκοτόπια αναγκάζουν τους κτηνοτρόφους να καταναλώνουν ήδη τα αποθέματα που προορίζονταν για τον χειμώνα. Σε ορισμένες περιπτώσεις επιλέγεται πρόωρη σφαγή ζώων, κάτι που μπορεί βραχυπρόθεσμα να αυξήσει την προσφορά κρέατος, αλλά αργότερα να οδηγήσει σε μικρότερο ζωικό κεφάλαιο και περιορισμένη παραγωγή.

Η ξηρασία απειλεί και την τσεχική μπίρα

Στον κατάλογο των προϊόντων που επηρεάζονται προστίθεται και ο λυκίσκος Saaz, βασικό συστατικό πολλών γνωστών τσεχικών pilsner. Οι περιορισμένες αποδόσεις δημιουργούν προβλήματα στις ζυθοποιίες, ενώ μόλις το 25% των καλλιεργειών λυκίσκου στην Τσεχία διαθέτει άρδευση.

Περίπου το 80% της παραγωγής Saaz εξάγεται, γεγονός που σημαίνει ότι η επίπτωση μπορεί να ξεπεράσει τα σύνορα της χώρας. Οι υψηλές θερμοκρασίες περιορίζουν τόσο τον αριθμό των κώνων όσο και την περιεκτικότητά τους σε άλφα οξέα, τα οποία καθορίζουν μεγάλο μέρος της πικράδας και του αρώματος της μπίρας.

Εάν η περιεκτικότητα μειωθεί, οι ζυθοποιίες χρειάζονται μεγαλύτερη ποσότητα λυκίσκου για να πετύχουν το ίδιο αποτέλεσμα, αυξάνοντας έτσι το κόστος παραγωγής.

Ελαιόλαδο και ρύζι στη ζώνη κινδύνου

Σημαντική αβεβαιότητα επικρατεί για δύο ακόμη βασικές κατηγορίες τροφίμων. Ελαιώνες σε Ελλάδα, Ιταλία και Πορτογαλία έχουν υποστεί ζημιές από πυρκαγιές, ενώ η ξηρασία και οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να επηρεάσουν τόσο το μέγεθος όσο και την ποιότητα του καρπού.

Στην Ισπανία υπάρχει επιπλέον κίνδυνος πρόωρης πτώσης των ελιών. Ωστόσο, παραμένει πρόωρο να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τη συνολική ευρωπαϊκή παραγωγή ελαιολάδου της νέας περιόδου. Οι τοπικές ζημιές είναι σαφείς, όχι όμως ακόμη μια τεκμηριωμένη πανευρωπαϊκή έλλειψη.

Ανάλογη αβεβαιότητα υπάρχει για το ρύζι. Η Ιταλία, ο μεγαλύτερος παραγωγός στην Ευρώπη, διαθέτει περίπου 235.000 εκτάρια καλλιέργειας, με περισσότερο από το 80% να βρίσκεται στις βόρειες περιοχές που εξαρτώνται από τη λεκάνη του Πάδου. Η ξηρασία έχει σημάνει συναγερμό, αλλά δεν υπάρχει ακόμη ασφαλής συνολικός υπολογισμός της απώλειας παραγωγής.

Ο λογαριασμός στο ράφι και η ελληνική αγορά

Η μεγάλη οικονομική επίπτωση του καύσωνα δεν έχει ακόμη περάσει πλήρως στις τιμές τροφίμων. Οι επιπτώσεις, άλλωστε, μεταδίδονται με διαφορετική ταχύτητα ανάλογα με το προϊόν.

Στα νωπά φρούτα και λαχανικά, η μικρότερη προσφορά μπορεί να επηρεάσει τις τιμές μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες. Στα σιτηρά, στις ζωοτροφές και στη συνέχεια στο κρέας και στα γαλακτοκομικά, η μετάδοση χρειάζεται περισσότερο χρόνο, καθώς παρεμβάλλονται αποθέματα, εμπορικά συμβόλαια, εισαγωγές και κύκλοι παραγωγής.

Τον Ιούλιο, οι τιμές τροφίμων, αλκοόλ και καπνού στην Ευρωζώνη αυξήθηκαν κατά 1,2% σε ετήσια βάση, ενώ στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα η αύξηση ήταν 2,5%. Παράλληλα, οι διεθνείς δείκτες τροφίμων άρχισαν να εμφανίζουν μεγαλύτερες πιέσεις, χωρίς αυτές να συνδέονται αποκλειστικά με τον ευρωπαϊκό καύσωνα.

Οι τιμές των σιτηρών αυξήθηκαν 3,4% μέσα σε έναν μήνα, του σιταριού 5,8%, των φυτικών ελαίων 2% και της ζάχαρης 5,6%. Στην εξίσωση μπαίνουν παράλληλα οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι δυσκολίες στις εμπορευματικές ροές της Μαύρης Θάλασσας και το αυξημένο ενεργειακό κόστος.

Για την ελληνική αγορά, η μετάδοση των πιέσεων αναμένεται να γίνει αρχικά αισθητή στις ζωοτροφές και στις εισαγόμενες πρώτες ύλες της βιομηχανίας τροφίμων. Ακολουθούν τα φυτικά έλαια, οι βιομηχανικές πατάτες και ορισμένες κατηγορίες εισαγόμενων λαχανικών.

Για την εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου, κρασιού και κηπευτικών δεν υπάρχει ακόμη ενιαία αποτίμηση των συνολικών απωλειών. Αυτό όμως που γίνεται πλέον σαφές είναι ότι η ακραία ζέστη μετατρέπεται από αγροτικό κίνδυνο σε παράγοντα κόστους για ολόκληρη την οικονομία τροφίμων.

Από το χωράφι και τον στάβλο μέχρι το εργοστάσιο, την αποθήκη, τη μεταφορά και το σούπερ μάρκετ, κάθε κρίκος μπορεί να μεταφέρει ένα μέρος του αυξημένου κόστους στον επόμενο. Και όσο τα ακραία καιρικά φαινόμενα αποκτούν μεγαλύτερη διάρκεια και συχνότητα, τόσο περισσότερο ο καιρός μετατρέπεται σε μόνιμη μεταβλητή για τον πληθωρισμό τροφίμων και τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Διαβάστε ακόμη 

Πάρος: Πώς έγινε ο αγαπημένος προορισμός εφήβων και εικοσάρηδων

Ελληνική οικονομία: Το τετράμηνο με τις θετικές εξελίξεις: Πακέτο ΔΕΘ, ταχύτερη μείωση στο χρέος, οι αξιολογήσεις από ξένους οίκους

Παγκόσμιο εμπόριο: Ξεμένει από ασφαλείς εναλλακτικές θαλάσσιες διαδρομές – Τρόμος για την επόμενη ημέρα (γράφημα)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version