Η απόφαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας να απορρίψει τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για το σχεδιαζόμενο πλωτό τερματικό σταθμό υγροποιημένου φυσικού αερίου (FSRU) στον Παγασητικό Κόλπο δημιουργεί νέα δεδομένα τόσο για τον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας όσο και για τον τρόπο με τον οποίο προωθούνται οι μεγάλες στρατηγικές επενδύσεις στην Ελλάδα.
Ο Γιώργος Ξηραδάκης, ναυτιλιακός οικονομολόγος, Διευθύνων Σύμβουλος της Εταιρείας Συμβούλων Ναυτιλίας XRTC, Πρόεδρος Ένωσης Τραπεζικών και Χρηματοοικονομικών Στελεχών της Ελληνικής Ναυτιλίας , Αντιπρόεδρος Ελληνοκινέζικου Επιμελητηρίου, Μέλος ΔΣ ΕΒΕΠ εκτιμά ότι η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς μία διοικητική απόφαση, αλλά αναδεικνύει ευρύτερα ζητήματα που αφορούν την ενεργειακή πολιτική, την αναπτυξιακή προοπτική της Θεσσαλίας και, κυρίως, τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Πολιτείας, επενδυτών και τοπικών κοινωνιών.
Όπως σημειώνει, «η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με την ανάπτυξη υποδομών LNG να αποτελεί βασικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής, ιδιαίτερα μετά τις γεωπολιτικές εξελίξεις και την ανάγκη διαφοροποίησης των πηγών προμήθειας φυσικού αερίου. Υπό αυτό το πρίσμα, η δημιουργία ενός ακόμη FSRU θα μπορούσε να εξυπηρετεί έναν ευρύτερο εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό».
«Ωστόσο», υπογραμμίζει ότι «ακόμη και έργα στρατηγικής σημασίας δεν μπορούν να προχωρήσουν αγνοώντας την κοινωνία στην οποία πρόκειται να υλοποιηθούν».
Κατά την εκτίμησή του, το συγκεκριμένο έργο έχασε την κοινωνική αποδοχή πολύ πριν εξεταστεί η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Όπως αναφέρει, από τα πρώτα στάδια του σχεδιασμού δεν υπήρξε ολοκληρωμένη και αξιόπιστη επικοινωνιακή στρατηγική προς τους κατοίκους της περιοχής. Η τοπική κοινωνία δεν ενημερώθηκε έγκαιρα και με σαφήνεια για το τι είναι ένα FSRU, πώς λειτουργεί, ποια είναι τα πραγματικά περιβαλλοντικά δεδομένα, ποιοι ενδέχεται να είναι οι κίνδυνοι, αλλά και ποια τα αναμενόμενα οφέλη για την τοπική και εθνική οικονομία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η έλλειψη τεκμηριωμένης ενημέρωσης είχε ως συνέπεια να ενισχυθούν η αβεβαιότητα, η καχυποψία και οι φόβοι των πολιτών, με αποτέλεσμα η δημόσια συζήτηση να εξελιχθεί σε μια έντονη αντιπαράθεση χωρίς να διαμορφωθεί ποτέ ένας ουσιαστικός διάλογος βασισμένος σε επιστημονικά δεδομένα.
Ο Γιώργος Ξηραδάκης επισημαίνει, πάντως, ότι η ευθύνη δεν βαραίνει αποκλειστικά τον φορέα της επένδυσης. Όπως αναφέρει, η Πολιτεία οφείλει να διαδραματίζει ενεργό ρόλο όταν προωθεί έργα που η ίδια χαρακτηρίζει στρατηγικής σημασίας. Αυτό, όπως εξηγεί, σημαίνει ότι πρέπει να ενημερώνει εγκαίρως τους πολίτες, να εξηγεί τις επιλογές της, να ακούει τις ανησυχίες των τοπικών κοινωνιών και να απαντά με διαφάνεια στα ερωτήματα που τίθενται. Η κοινωνική συναίνεση, σημειώνει, δεν μπορεί να επιβληθεί μέσω διοικητικών αποφάσεων, αλλά οικοδομείται μόνο μέσα από συνεχή διάλογο, αξιοπιστία και διαφάνεια.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η συζήτηση δεν πρέπει να οδηγείται σε υπερβολές. Επικαλούμενος τη διεθνή εμπειρία, αναφέρει ότι οι εγκαταστάσεις LNG και τα FSRU δεν αποτελούν από τη φύση τους έργα υψηλής περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερούνται περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Σε διάφορες χώρες έχουν καταγραφεί ζητήματα που σχετίζονται με εκπομπές μεθανίου, ατμοσφαιρικούς ρύπους, αυξημένη ναυτιλιακή δραστηριότητα και πιθανές επιπτώσεις στα θαλάσσια οικοσυστήματα.
Για τον λόγο αυτό, τονίζει ότι απαιτούνται αυστηρές περιβαλλοντικές προδιαγραφές, συνεχής παρακολούθηση της λειτουργίας των εγκαταστάσεων και διαρκής έλεγχος, επισημαίνοντας ότι η επιστημονική τεκμηρίωση πρέπει να προηγείται τόσο των πολιτικών αποφάσεων όσο και της δημόσιας αντιπαράθεσης.
Κατά τον ίδιο, η απόφαση του ΥΠΕΝ δεν αναιρεί τη στρατηγική επιδίωξη της Ελλάδας να εξελιχθεί σε περιφερειακό ενεργειακό κόμβο. Αντίθετα, αναδεικνύει ότι στο εξής οι μεγάλες επενδύσεις δεν θα αξιολογούνται μόνο με οικονομικά ή τεχνικά κριτήρια, αλλά και με βάση τον βαθμό κοινωνικής νομιμοποίησης που κατορθώνουν να εξασφαλίσουν.
Ο Γιώργος Ξηραδάκης θεωρεί ότι αυτό αποτελεί το σημαντικότερο συμπέρασμα της υπόθεσης του Παγασητικού. Όπως επισημαίνει, στον 21ο αιώνα η επιτυχία μιας μεγάλης επένδυσης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη χρηματοδότηση, την τεχνολογία ή τις αδειοδοτήσεις, αλλά κυρίως από την εμπιστοσύνη που καταφέρνει να οικοδομήσει ανάμεσα στην Πολιτεία, τους επενδυτές, την επιστημονική κοινότητα και τις τοπικές κοινωνίες.
Κλείνοντας, υπογραμμίζει ότι η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί αναγκαία επιλογή, η προστασία του περιβάλλοντος είναι αδιαπραγμάτευτη και η οικονομική ανάπτυξη προϋποθέτει κοινωνική αποδοχή. Η εξισορρόπηση αυτών των τριών παραμέτρων, καταλήγει, συνιστά μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα τις επόμενες δεκαετίες.
Διαβάστε ακόμη
Έρευνα: 1 ευρώ εξαγωγών αφήνει μόλις 43 λεπτά προστιθέμενης αξίας
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
