Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, το εμπόριο σιτηρών εξακολουθεί να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον αυξημένου ρίσκου και περιορισμένης αποδοτικότητας. Όπως επισημαίνει σε πρόσφατη ανάλυσή του ο Γιάννης Παργανάς, αναλυτής του ναυλομεσιτικού οίκου INTERMODAL, το κρίσιμο ζήτημα σήμερα δεν είναι μόνο πόσα σιτηρά μπορεί να εξάγει η Ουκρανία, αλλά πώς και με ποιο κόστος τα εξάγει.
Τυχόν ουσιαστική αποκλιμάκωση του πολέμου, στο πλαίσιο των εν εξελίξει ειρηνευτικών συζητήσεων με τη στήριξη των ΗΠΑ και τη συμμετοχή ευρωπαϊκών και ρωσικών παραγόντων, θα είχε συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τις αγορές ενέργειας. Για τη ναυτιλία ξηρού φορτίου, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει σε βάθος το τοπίο των ουκρανικών εξαγωγών σιτηρών.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του USDA (έκθεση WASDE Δεκεμβρίου), η Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό προμηθευτή σιτηρών στη διεθνή αγορά, αν και σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα από την προπολεμική περίοδο.
Οι εξαγωγές χονδρών σιτηρών (κυρίως καλαμπόκι) για την τρέχουσα περίοδο εκτιμώνται στους 25,5 εκατ. τόνους, μειωμένες σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, λόγω χαμηλότερης παραγωγής. Οι εξαγωγές σιταριού προβλέπονται στους 14,5 εκατ. τόνους, επίσης ελαφρώς μειωμένες.
Όπως εξηγεί ο Γιάννης Παργανάς, «ακόμη και με λειτουργικούς εξαγωγικούς διαδρόμους, τα σημερινά μεγέθη παραμένουν δομικά χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα». Πριν από τον πόλεμο, η Ουκρανία εξήγαγε ετησίως περίπου 32–33 εκατ. τόνους καλαμποκιού και 18–21 εκατ. τόνους σιταριού, αξιοποιώντας πλήρως τα μεγάλα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και τις οικονομίες κλίμακας που αυτά προσέφεραν.
Το σημείο-κλειδί της ανάλυσης της INTERMODAL είναι αυτό που ο αναλυτής περιγράφει ως «export friction premium», δηλαδή το πρόσθετο κόστος και τις καθυστερήσεις που προκαλεί το αυξημένο ρίσκο.
Σήμερα, το σύστημα εξαγωγών έχει σχεδιαστεί με γνώμονα την ανθεκτικότητα και όχι την αποδοτικότητα: πολλαπλές χερσαίες έξοδοι, λύσεις μέσω του Δούναβη, μικρότερα φορτία, μεταφορτώσεις και συνεχής προσπάθεια περιορισμού του κινδύνου. Αυτό επιτρέπει τη ροή των φορτίων, αλλά αυξάνει το κόστος και περιορίζει την ταχύτητα και την κλίμακα.
«Σε ένα πιο ήρεμο περιβάλλον ασφάλειας», σημειώνει ο Γιάννης Παργανάς, «οι Ουκρανοί εξαγωγείς θα μπορούσαν να επανασχεδιάσουν τις ροές τους με γνώμονα την οικονομία και όχι την ανάγκη αποφυγής ρίσκου».
Μια πιο σταθερή κατάσταση –είτε μέσω εκεχειρίας είτε μέσω αξιόπιστων εγγυήσεων ασφαλείας– θα είχε άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις:
Μείωση ασφαλίστρων και κόστους: Η υποχώρηση του πολεμικού ρίσκου θα συμπίεζε τα ασφάλιστρα και τα πρόσθετα κόστη, βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα των ουκρανικών σιτηρών στην τιμή FOB.
Πιο προβλέψιμα φορτώματα: Τα μεγάλα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας θα μπορούσαν να λειτουργούν με πιο σταθερά προγράμματα φόρτωσης, επιτρέποντας στους εμπόρους να σχεδιάζουν εξαγωγές σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.
Μεγαλύτερα και πιο «καθαρά» φορτία: Λιγότερες μεταφορτώσεις και λιγότερα «μαξιλάρια ασφαλείας» θα σήμαιναν πιο συγκεντρωμένα φορτία και αποδοτικότερη ναυτιλιακή εκμετάλλευση.
Τα τρέχοντα εμπορικά στοιχεία δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης προέρχεται από κοντινές αγορές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Τουρκία απορροφούν σημαντικές ποσότητες ουκρανικού καλαμποκιού, με την ΕΕ να φτάνει περίπου τα 9 εκατ. τόνους και την Τουρκία τα 5,7 εκατ. τόνους.
Πρόκειται για διαδρομές μικρής και μεσαίας απόστασης στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο, που ευνοούν πλοία τύπου Handysize και Supramax. Όπως επισημαίνει ο αναλυτής της INTERMODAL, «μια αποκλιμάκωση δεν θα αύξανε μόνο τις ποσότητες, αλλά θα μπορούσε να αλλάξει και το μέγεθος των φορτίων, άρα και το είδος των πλοίων που απασχολούνται».
Για τους ναυλωτές, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι τόσο ο συνολικός όγκος, όσο η εκτέλεση. Οποιαδήποτε βελτίωση στην ασφάλεια θα φαινόταν πρώτα σε πιο τακτικά προγράμματα φόρτωσης, σε νωρίτερες συμφωνίες πώλησης και σε πιο «πυκνά» φορτία κατά τις περιόδους αιχμής, ειδικά στο καλαμπόκι.
Αυτό τείνει να ενισχύει τη ζήτηση πλοίων στη Ανατολική Μεσόγειο και στη Βόρεια Ευρώπη, ακόμη και αν οι συνολικές εξαγωγές δεν αυξηθούν άμεσα.
Σύμφωνα με την INTERMODAL, σε περίπτωση τερματισμού του πολέμου, η μεγαλύτερη επίδραση στη ναυτιλία ξηρού φορτίου δεν θα ήταν μια ξαφνική «έκρηξη» όγκων, αλλά η επιστροφή σε πιο αποδοτικές διαδρομές και μεγαλύτερα πλοία. Τα άμεσα φορτώματα από τα μεγάλα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας θα μείωναν την ανάγκη για ποτάμιες λύσεις και μεταφορτώσεις, μετατοπίζοντας μεγαλύτερο μέρος της απασχόλησης σε Supramax και Panamax.
Σε βάθος χρόνου, ένα σταθερότερο περιβάλλον θα μπορούσε να επιτρέψει μεγαλύτερες καλλιεργούμενες εκτάσεις, καλύτερη χρήση εισροών και υψηλότερες αποδόσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για ένα δομικά ισχυρότερο εξαγωγικό πρόγραμμα.
Η ανάλυση του Γιάννη Παργανά δείχνει ότι η ειρήνη στην Ουκρανία, αν και αβέβαιη, θα είχε βαθιές επιπτώσεις στη ναυτιλία ξηρού φορτίου. Το κλειδί δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς των εξαγωγών, αλλά στη μείωση του ρίσκου, στην αποκατάσταση της αποδοτικότητας και στην αλλαγή του «χάρτη» των θαλάσσιων διαδρομών. Για τη ναυτιλία, αυτό θα σήμαινε λιγότερη τριβή, μεγαλύτερα φορτία και μια πιο καθαρή εικόνα ζήτησης, στοιχεία κρίσιμα για τη διαμόρφωση των ναύλων τα επόμενα χρόνια.
Διαβάστε ακόμη
Πετρέλαιο: Η Σαουδική Αραβία ενισχύει παραγωγή και εξαγωγές το 2026
Τεχνητή νοημοσύνη: Δεν «σκοτώνει» τους ταξιδιωτικούς συμβούλους – Τους κάνει καλύτερους
Αγρια Δύση: Η ταξιδιωτική εμπειρία της χαμένης αυθεντικότητας επιστρέφει
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
