Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ, EBRD) ήρθε στην Ελλάδα το 2015– σε μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεότερης οικονομικής μας ιστορίας.
Άλλωστε, αυτή ακριβώς είναι η φύση και η αποστολή της Τράπεζας: να παρεμβαίνει σε οικονομίες που δοκιμάζονται και να «υποστηρίζει τη μετάβαση σε επιτυχημένες οικονομίες της αγοράς», ενισχύοντας τον ιδιωτικό τομέα και βιώσιμα μοντέλα ανάπτυξης.
H εντολή της ολοκληρώθηκε στο τέλος του 2025. Σε αυτή τη δεκαετία παρουσίας της στη χώρα, η EBRD επένδυσε περισσότερα από 8,6 δισεκατομμύρια ευρώ σε πάνω από 120 έργα, καλύπτοντας τομείς-κλειδιά της ελληνικής οικονομίας, από τον εταιρικό και τον χρηματοπιστωτικό τομέα έως την ενέργεια και τις υποδομές. Δέκα χρόνια μετά, η αποχώρησή της από την Ελλάδα συνιστά μία ακόμη επιβεβαίωση ότι η χώρα έχει αφήσει πίσω της την περίοδο της κρίσης και έχει γυρίσει σελίδα.
Η Charlotte Ruhe, managing director της EBRD για τη ΝΑ Ευρώπη, εργάστηκε επί μία δεκαετία στενά με την Ελλάδα, σε αυτό που η ίδια περιγράφει χαρακτηριστικά στο newmoney ως μια συνεργασία που ξεκίνησε «ως μια σχέση διαχείρισης κρίσεων» και εξελίχθηκε «σε μια ώριμη συνεργασία, βασισμένη στην εμπιστοσύνη και στους κοινούς στόχους».
Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε, μας μίλησε για την απόσταση που έχει διανύσει η ελληνική οικονομία, τις προκλήσεις που επιμένουν, αλλά και για το τι σημαίνει για τη χώρα η ταυτόχρονη έξοδος της EBRD και η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Τα τελευταία 10 χρόνια, η EBRD επένδυσε περισσότερα από 8,6 δισεκατομμύρια ευρώ σε 120 έργα στην Ελλάδα, σε μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε από οικονομική κρίση, ανάκαμψη και μετάβαση. Καθώς αναλογίζεστε αυτή τη δεκαετή εντολή, ποια θεωρείτε τα σημαντικότερα επιτεύγματα της Τράπεζας στην ελληνική οικονομία;
«Πιστεύω ότι η εμπλοκή της EBRD στην Ελλάδα ήταν τόσο έγκαιρη όσο και καταλυτική. Όταν εισήλθαμε στο αποκορύφωμα της κρίσης, βοηθήσαμε στη σταθεροποίηση βασικών κλάδων της οικονομίας, υποστηρίζοντας τις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών, την επίλυση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και την επαναλειτουργία των δομημένων καναλιών χρηματοδότησης, όπως οι συνθετικές τιτλοποιήσεις (synthetic securitisations). Κατά την άποψή μου, αυτά τα βήματα αποκατέστησαν την εμπιστοσύνη της αγοράς και την ικανότητα δανεισμού.
Παράλληλα, γίναμε ένας από τους μεγαλύτερους θεσμικούς επενδυτές σε ομόλογα που εκδίδονται από ελληνικές τράπεζες και εταιρείες, με συνολικές επενδύσεις που υπερβαίνουν τα 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ, ένας βασικός ρόλος που, είμαι πεπεισμένη, εμβάθυνε τις τοπικές κεφαλαιαγορές και διαφοροποίησε τη χρηματοδότηση για την πραγματική οικονομία.
Πέρα από τους όγκους, βλέπω τη μακροπρόθεσμη συμβολή μας στην ποιότητα: κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων, βελτίωση των προτύπων και υποστήριξη μεταρρυθμίσεων που ενίσχυσαν την ανταγωνιστικότητα. Στο πλαίσιο συγχρηματοδότησης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) της ΕΕ, για παράδειγμα, χρηματοδοτήσαμε την ανάπτυξη οπτικών ινών του ΟΤΕ σε εθνικό επίπεδο (150 εκατομμύρια ευρώ), την επέκταση της χωρητικότητας υποθαλάσσιων καλωδίων της Fulgor (88 εκατομμύρια ευρώ) και την ηλεκτροδότηση του στόλου της Avis (108,3 εκατομμύρια ευρώ). Υποστηρίξαμε επίσης σημαντικά έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (έργο ηλιακής ενέργειας στην Κοζάνη) και αστικής αναγέννησης (Πύργος Ελληνικού και Πειραιά), ενώ παράλληλα παρείχαμε στοχευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες σε πάνω από 220 μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Συνολικά, αυτές οι προσπάθειες έχουν συμβάλει στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της εξωστρέφειας του ιδιωτικού τομέα.»
Με βάση την εμπειρία και την οπτική σας, ποιοι είναι οι πιο αξιοσημείωτοι μετασχηματισμοί που έχετε παρατηρήσει στην χώρα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου — οικονομικά, θεσμικά ή στην επιχειρηματική κουλτούρα και την επενδυτική εμπιστοσύνη;
«Από την εμπειρία μου, ο μετασχηματισμός την τελευταία δεκαετία ήταν σημαντικός. Οικονομικά, η Ελλάδα έχει μεταβεί από βαθιά ύφεση σε βιώσιμη ανάπτυξη, με βελτιωμένη δημοσιονομική αξιοπιστία και ένα πιο διαφοροποιημένο μοντέλο ανάπτυξης. Θεσμικά, έχουμε δει ουσιαστική πρόοδο στα κανονιστικά πλαίσια, την ικανότητα της δημόσιας διοίκησης και τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Εξίσου σημαντικό, έχουμε παρατηρήσει μια πραγματική μετατόπιση στην επιχειρηματική κουλτούρα και το επενδυτικό κλίμα. Οι Έλληνες επιχειρηματίες είναι πιο εξωστρεφείς, προσανατολισμένοι στην καινοτομία και ανοιχτοί σε συνεργασίες. Οι πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης έχουν βελτιωθεί και η εμπιστοσύνη – τόσο εγχώρια όσο και διεθνής – έχει επιστρέψει. Η Ελλάδα θεωρείται πλέον λιγότερο ως μια ιστορία κρίσης και περισσότερο ως μια επενδυτική ευκαιρία.»
Ενώ οι προοπτικές για την Ελλάδα είναι θετικές, οι προκλήσεις παραμένουν. Ποιες, κατά την άποψή σας, είναι οι πιο πιεστικές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει η Ελλάδα προκειμένου να διατηρήσει τη δυναμική της τα επόμενα χρόνια και σε ποιο βαθμό βρίσκεται σε θέση να τις αντιμετωπίσει;
«Παρά τις θετικές προοπτικές, παραμένουν αρκετές προκλήσεις.
Η διατήρηση της αύξησης της παραγωγικότητας, η επιτάχυνση της ψηφιοποίησης, η αντιμετώπιση των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων και των δημογραφικών πιέσεων, καθώς και η ολοκλήρωση της πράσινης μετάβασης θα είναι κρίσιμες. Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση για τις μικρότερες επιχειρήσεις, ιδίως σε μετοχικό κεφάλαιο και μακροπρόθεσμα επιχειρηματικά κεφάλαια, παραμένει επίσης ένας περιορισμός.
Ωστόσο, η Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση από ό,τι στο παρελθόν. Οι θεσμοί είναι ισχυρότεροι, η αξιοπιστία των πολιτικών είναι υψηλότερη και η εμπειρία των μεταρρυθμίσεων της τελευταίας δεκαετίας έχει οικοδομήσει ικανότητα και εμπιστοσύνη. Το κλειδί, κατά τη γνώμη μου, θα είναι η συνέπεια: η διατήρηση της δυναμικής των μεταρρυθμίσεων και η διασφάλιση ότι η ανάπτυξη παραμένει χωρίς αποκλεισμούς και προσανατολισμένη στις επενδύσεις.»
Έχετε συνεργαστεί στενά με ελληνικές αρχές, τράπεζες, επενδυτές και επιχειρήσεις. Πώς θα περιγράφατε τη συνεργασία και τη σχέση με τους Έλληνες εταίρους την τελευταία δεκαετία; Ποια στοιχεία αυτής της συνεργασίας πιστεύετε ότι θα διαρκέσουν, ακόμη και μετά το τέλος της εντολής της EBRD στην Ελλάδα;
«Θα περιέγραφα τη συνεργασία με τις ελληνικές αρχές, τις τράπεζες, τους επενδυτές και τις επιχειρήσεις ως εξαιρετικά εποικοδομητική.
Αυτό που ξεκίνησε ως μια σχέση διαχείρισης κρίσεων εξελίχθηκε σε μια ώριμη συνεργασία βασισμένη στην εμπιστοσύνη και τους κοινούς στόχους. Οι Έλληνες ομόλογοί μας ήταν ολοένα και πιο προνοητικοί, προσανατολισμένοι στις μεταρρυθμίσεις και ευθυγραμμισμένοι με τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές.
Ένα καλό παράδειγμα είναι ο ελληνικός Μηχανισμός Προετοιμασίας ΣΔΙΤ (PPP Preparation Facility), που δημιουργήθηκε από κοινού με την κυβέρνηση: εκτείνεται σε έργα κοινωνικών υποδομών, άρδευσης, αστικής αναγέννησης και δημοτικών υποδομών. Το πρόγραμμα έχει παραταθεί έως τον Δεκέμβριο του 2027 για την ολοκλήρωση της προετοιμασίας και της υλοποίησης.
Κοιτάζοντας μπροστά, πιστεύω ότι πολλά στοιχεία αυτής της συνεργασίας θα διαρκέσουν πέρα από την εντολή της EBRD: ισχυρότεροι θεσμοί, βαθύτερες κεφαλαιαγορές, βελτιωμένες τραπεζικές πρακτικές και ένας ιδιωτικός τομέας που είναι πιο ανθεκτικός και παγκόσμια συνδεδεμένος.
Ίσως το πιο σημαντικό, πιστεύω ότι η κουλτούρα συνεργασίας μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων είναι πλέον σταθερά εδραιωμένη. Επιπλέον, οι Έλληνες χορηγοί θα συνεχίσουν να συνεργάζονται μαζί μας σε άλλες οικονομίες της EBRD, υποστηρίζοντας τη διεθνή επέκτασή τους και δημιουργώντας θετικές επιπτώσεις μέσω εξαγωγών, αλυσίδων εφοδιασμού και επανεπενδύσεων στην Ελλάδα.»
Το τέλος της παρουσίας της Τράπεζας στην Ελλάδα θα συμπέσει με τη σταδιακή ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που και τα δύο υπήρξαν σημαντικές πηγές χρηματοδότησης για την ελληνική οικονομία. Πιστεύετε ότι η απόσυρσή τους θα δημιουργήσει ένα κενό χρηματοδότησης; Κατά την άποψή σας, σε τι πρέπει να δώσει προτεραιότητα η Ελλάδα για να διατηρήσει μακροπρόθεσμη ανάπτυξη σε αυτή τη νέα φάση;
«Κατά την άποψή μου, αυτή είναι μια φυσική μετάβαση σε μια φάση που βασίζεται περισσότερο στην αγορά και δεν έχω κανένα λόγο να αναμένω καμία αναστάτωση.
Η Ελλάδα σήμερα απολαμβάνει σταθερή πρόσβαση στην αγορά, έναν πιο υγιή τραπεζικό τομέα και μια ευρύτερη, πιο σίγουρη βάση επενδυτών. Ο ιδιωτικός τομέας είναι έτοιμος να σταθεί στα πόδια του και είμαι αισιόδοξη ότι αυτή η θετική δυναμική θα συνεχιστεί.
Για να διατηρηθεί μακροπρόθεσμη ανάπτυξη με πρωτοβουλία του ιδιωτικού τομέα, πιστεύω ότι η Ελλάδα θα πρέπει να επικεντρωθεί σε αυτό που ήδη λειτουργεί: την εμβάθυνση των κεφαλαιαγορών, τη συνέχιση των ρεαλιστικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και τη διατήρηση ενός σταθερού, προβλέψιμου πολιτικού περιβάλλοντος. Εάν αυτά τα θεμέλια διατηρηθούν, είμαι βέβαιος ότι το κεφάλαιο μετά το RRF και μετά την EBRD θα καθοριστεί από την εγχώρια δύναμη, την καινοτομία και την ιδιωτική πρωτοβουλία.»
Διαβάστε ακόμη
Οι οικογενειακοί εμφύλιοι που κατέστρεψαν γνωστές ελληνικές επιχειρήσεις
Νίκος, Κώστας και Γιάννης Αλεξίου (Altex): Το διεθνές στοίχημα της Funky Buddha
Με ένα κλικ τα τιμολόγια: Πότε και πώς περνούν όλες οι επιχειρήσεις στο ηλεκτρονικό σύστημα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
