Ο πρώτος δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ διαψεύδει την προσδοκία ότι η αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των αναπροσαρμογών θα οδηγούσε από μόνη της σε αισθητά χαμηλότερες αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας. Αντίθετα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η συζήτηση μεταφέρεται πλέον από τον ίδιο τον δείκτη στο πραγματικό κόστος της ιδιωτικής περίθαλψης.
Κι αυτό, καθώς ο νέος Ετήσιος Δείκτης Αναπροσαρμογής για τα μακροχρόνια ασφαλιστήρια υγείας διαμορφώθηκε στο 7,23%, ποσοστό που κινείται κοντά στη μέση αναπροσαρμογή 7,49% που κατέγραψε πρόσφατα η Αρχή Προστασίας Καταναλωτή, αλλά και στη σταθμισμένη μέση αύξηση 8,20%. Αν και οι δύο μετρήσεις δεν είναι άμεσα συγκρίσιμες, καθώς βασίζονται σε διαφορετική μεθοδολογία και διαφορετική βάση δεδομένων, η εικόνα που προκύπτει δείχνει ότι η αλλαγή του σημείου αναφοράς, από μόνη της, δεν οδηγεί σε ουσιαστικά διαφορετικές αναπροσαρμογές.
Η δημοσίευση του νέου δείκτη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αντικαθιστά τον δείκτη του ΙΟΒΕ, ο οποίος είχε βρεθεί στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης για τις μεγάλες αυξήσεις στα μακροχρόνια ασφαλιστήρια υγείας. Πλέον, οι ετήσιες αναπροσαρμογές θα βασίζονται σε στοιχεία που καταρτίζει η ΕΛΣΤΑΤ από πραγματικά δεδομένα της ασφαλιστικής αγοράς.
Τι δείχνει ο νέος δείκτης
Για το 2024 ο Ετήσιος Δείκτης Αναπροσαρμογής διαμορφώθηκε στο 7,23% για τα μακροχρόνια ασφαλιστήρια υγείας και στο 5,36% για τα ετησίως ανανεούμενα συμβόλαια. Για το σύνολο της αγοράς ο αντίστοιχος δείκτης ανήλθε στο 6,24%. Ο υψηλότερος δείκτης στα μακροχρόνια ασφαλιστήρια αποτυπώνει τις μεγαλύτερες πιέσεις που καταγράφονται στη συγκεκριμένη κατηγορία συμβολαίων, η οποία τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Η σημαντικότερη καινοτομία του νέου συστήματος είναι ότι η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύει παράλληλα και έναν δεύτερο δείκτη, από τον οποίο έχει αφαιρεθεί η επίδραση της ηλικιακής γήρανσης των ασφαλισμένων. Για τα μακροχρόνια ασφαλιστήρια ο δείκτης αυτός διαμορφώνεται στο 1,76%, ενώ για το σύνολο της αγοράς στο 1,25%.
Η σύγκριση των δύο δεικτών είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Στα μακροχρόνια ασφαλιστήρια η διαφορά μεταξύ του συνολικού δείκτη (7,23%) και του δείκτη χωρίς την επίδραση της ηλικίας (1,76%) φθάνει τις 5,47 ποσοστιαίες μονάδες, αναδεικνύοντας τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει πλέον η γήρανση του ασφαλισμένου πληθυσμού στις ετήσιες αναπροσαρμογές.
Η ίδια η μεθοδολογία της ΕΛΣΤΑΤ διευκρινίζει ότι ο δείκτης χωρίς την επίδραση της ηλικίας απομονώνει τον δημογραφικό παράγοντα και αποτυπώνει αποκλειστικά τις μεταβολές που οφείλονται στις τιμές των υπηρεσιών υγείας ή στη συχνότητα χρήσης των νοσηλειών. Με τον τρόπο αυτό διαχωρίζεται για πρώτη φορά η επίδραση της ηλικιακής σύνθεσης των ασφαλισμένων από την καθαρή μεταβολή του κόστους αποζημιώσεων.
Η πρώτη σύγκριση με την αγορά
Τα στοιχεία αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν διαβαστούν παράλληλα με την πρόσφατη έρευνα της Αρχής Προστασίας Καταναλωτή, η οποία κατέγραψε τις αναπροσαρμογές που εφάρμοσαν οι ασφαλιστικές εταιρείες στα μακροχρόνια ασφαλιστήρια.
Η έρευνα, η οποία κάλυψε 231.797 ασφαλισμένους από 11 ασφαλιστικές εταιρείες, έδειξε ότι η μέση αναπροσαρμογή διαμορφώθηκε στο 7,49%. Όταν όμως η στάθμιση γίνεται με βάση την αξία των ασφαλίστρων, η μέση αύξηση ανέρχεται στο 8,20%, γεγονός που σημαίνει ότι τα ακριβότερα ασφαλιστήρια επιβαρύνθηκαν, κατά μέσο όρο, με ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις.
Παράλληλα, περισσότεροι από τους μισούς ασφαλισμένους (56,13%) είδαν αναπροσαρμογές άνω του 8%, ενώ σχεδόν ένας στους έξι (15,93%) βρέθηκε αντιμέτωπος με αυξήσεις που ξεπέρασαν το 9%.
Παρότι οι δύο μετρήσεις δεν είναι άμεσα συγκρίσιμες, καθώς βασίζονται σε διαφορετική μεθοδολογία, κινούνται στο ίδιο εύρος και οδηγούν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η συζήτηση για τις αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας δύσκολα μπορεί πλέον να περιοριστεί αποκλειστικά στον τρόπο υπολογισμού του δείκτη. Το επίκεντρο μεταφέρεται σταδιακά στο πραγματικό κόστος της ιδιωτικής περίθαλψης και στους παράγοντες που το διαμορφώνουν.
Δεν αυξάνονται οι νοσηλείες, αυξάνεται το κόστος τους
Τα αναλυτικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποκαλύπτουν ότι η πίεση στις αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων δεν προέρχεται από αύξηση των νοσηλειών αλλά από το γεγονός ότι κάθε νοσηλεία κοστίζει πλέον ακριβότερα.
Η συχνότητα εμφάνισης ζημιών στα μακροχρόνια ασφαλιστήρια παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη, καθώς διαμορφώθηκε στο 19,25% το 2024 έναντι 19,49% το 2023. Την ίδια στιγμή, όμως, το μέσο κόστος ανά ζημιά αυξήθηκε κατά 8,2%, από 4.563 ευρώ σε 4.938 ευρώ, ενώ το καθαρό κόστος κάλυψης ανά ασφαλισμένο ενισχύθηκε κατά περίπου 6,9%, από 889,2 ευρώ σε 950,9 ευρώ.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν εξεταστούν τα μεγέθη του χαρτοφυλακίου. Παρά το γεγονός ότι οι ασφαλισμένοι στα μακροχρόνια συμβόλαια μειώθηκαν σε 240.840 το 2024, από 256.122 το 2023 και 272.659 το 2022, ενώ και τα περιστατικά νοσηλείας περιορίστηκαν σε 46.373 από 49.911, οι συνολικές αποζημιώσεις συνέχισαν να αυξάνονται, φθάνοντας τα 229 εκατ. ευρώ από 227,7 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα.
Με άλλα λόγια, η αγορά κλήθηκε να αποζημιώσει λιγότερους ασφαλισμένους και λιγότερα περιστατικά, αλλά με υψηλότερο κόστος ανά νοσηλεία, στοιχείο που εξηγεί γιατί, παρά τη συρρίκνωση του χαρτοφυλακίου, οι ασφαλιστικές εταιρείες επιμένουν ότι η βασική πίεση στις αναπροσαρμογές προέρχεται από το ολοένα υψηλότερο κόστος κάθε νοσηλείας.
Παράγοντες της ασφαλιστικής αγοράς αποδίδουν τη συρρίκνωση του αριθμού των ασφαλισμένων, σε σημαντικό βαθμό, στις μεγάλες αναπροσαρμογές των προηγούμενων ετών, οι οποίες οδήγησαν αρκετούς κατόχους παλαιών συμβολαίων να διακόψουν την ασφαλιστική τους κάλυψη. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δεν εξετάζουν τα αίτια της μείωσης, αποτυπώνουν όμως ότι, παρά τη συρρίκνωση του χαρτοφυλακίου, η επιβάρυνση των ασφαλιστικών εταιρειών συνέχισε να αυξάνεται.
Η ιστορική εξέλιξη του δείκτη δείχνει επίσης ότι μετά την εκτίναξη του 2022, όταν ο συνολικός ΕΔΑ είχε διαμορφωθεί στο 13,47%, η αύξηση αποκλιμακώθηκε στο 6,21% το 2023 και διαμορφώθηκε στο 6,24% το 2024. Η αποκλιμάκωση, ωστόσο, δεν αναιρεί ότι το κόστος των αποζημιώσεων εξακολουθεί να κινείται ανοδικά.
Πώς υπολογίζεται ο νέος δείκτης
Η ΕΛΣΤΑΤ επισημαίνει ότι ο Ετήσιος Δείκτης Αναπροσαρμογής δεν αποτελεί δείκτη πληθωρισμού της υγείας, αλλά δείκτη του καθαρού κόστους αποζημιώσεων της ασφαλιστικής αγοράς.
Για τον υπολογισμό του χρησιμοποιούνται πραγματικά στοιχεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως οι καταβληθείσες αποζημιώσεις, οι εκκρεμείς ζημιές, η συχνότητα εμφάνισης περιστατικών, το μέσο κόστος νοσηλείας και η έκθεση στον ασφαλιστικό κίνδυνο.
Η στατιστική βάση του νέου δείκτη είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη. Για τα μακροχρόνια ασφαλιστήρια αξιοποιήθηκαν στοιχεία από 12 ασφαλιστικές επιχειρήσεις, 13 χαρτοφυλάκια, περίπου 760.000 ασφαλιστικές καλύψεις και περισσότερα από 102.000 περιστατικά νοσηλείας. Αντίστοιχα, για τα ετησίως ανανεούμενα συμβόλαια χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από 16 ασφαλιστικές επιχειρήσεις, 17 χαρτοφυλάκια, περίπου 2,1 εκατ. ασφαλιστικές καλύψεις και σχεδόν 137.000 περιστατικά νοσηλείας.
Η ΕΛΣΤΑΤ επισημαίνει επίσης ότι ο δεύτερος δείκτης, χωρίς την επίδραση της ηλικίας, απομονώνει τον δημογραφικό παράγοντα και αποτυπώνει αποκλειστικά τις μεταβολές που οφείλονται στις τιμές των υπηρεσιών υγείας ή στη συχνότητα χρήσης των υπηρεσιών νοσηλείας.
Οι έλεγχοι συνεχίζονται
Η δημοσίευση του νέου δείκτη δεν σημαίνει ότι κλείνει και η υπόθεση των αναπροσαρμογών. Η Αρχή Προστασίας Καταναλωτή συνεχίζει να εξετάζει τα στοιχεία που έχει συλλέξει από την αγορά, έχοντας ήδη ζητήσει πρόσθετες διευκρινίσεις για περιπτώσεις μεγάλων αυξήσεων. Η πλήρης τεχνική έκθεση έχει διαβιβαστεί στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ασκεί την εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Η Αρχή έχει επίσης αποφασίσει να μη δημοσιοποιήσει αναλυτικά στοιχεία ανά ασφαλιστική εταιρεία, κρίνοντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επηρεάσει την εύρυθμη λειτουργία του ανταγωνισμού. Αντίθετα, έχει δημοσιοποιήσει συγκεντρωτικά αποτελέσματα και προωθεί την καθιέρωση ενιαίου τρόπου ενημέρωσης των ασφαλισμένων, ώστε να γνωρίζουν με σαφήνεια από ποιους παράγοντες προκύπτει κάθε ετήσια αναπροσαρμογή.
Διαβάστε ακόμη
Ιστορικές επιδόσεις για το Πλαίσιο: Μία ανάσα από τα 500 εκατ. ευρώ με άλμα στην κερδοφορία
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
