Όταν ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ υποσχόταν μια «Χρυσή Εποχή» για την αμερικανική βιομηχανία, το αφήγημα ήταν απλό και ισχυρό: οι δασμοί θα προστάτευαν τα εγχώρια εργοστάσια, θα περιόριζαν τον αθέμιτο ανταγωνισμό και θα έφερναν πίσω θέσεις εργασίας που είχαν χαθεί εδώ και δεκαετίες. Στην πράξη, όμως, τα αποτελέσματα μέχρι στιγμής απέχουν σημαντικά από τις προσδοκίες, σύμφωνα με τη Wall Street Journal.
Παρά τις παρεμβάσεις τόσο της κυβέρνησης Τραμπ όσο και της κυβέρνησης Μπάιντεν, η εικόνα που διαμορφώνεται για τον μεταποιητικό τομέα είναι αυτή μιας σταδιακής κόπωσης και όχι μιας αναγέννησης.
Τα στοιχεία της απασχόλησης είναι αποκαλυπτικά. Ο αριθμός των εργαζομένων στη βιομηχανία βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο μετά το τέλος της πανδημίας, ενώ οι απολύσεις συνεχίστηκαν σχεδόν αδιάκοπα στους μήνες που ακολούθησαν την επιβολή των δασμών της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης». Από το 2023 και μετά, πάνω από 200.000 θέσεις εργασίας έχουν χαθεί στον κλάδο, γεγονός που υπονομεύει ευθέως το βασικό επιχείρημα ότι οι δασμοί θα λειτουργούσαν ως μοχλός δημιουργίας θέσεων εργασίας.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στους δείκτες δραστηριότητας. Η μεταποίηση κινήθηκε σε ζώνη συρρίκνωσης για περισσότερα από δύο χρόνια, αποκαλύπτοντας μια βαθιά και παρατεταμένη αδυναμία. Αν και υπήρξαν μεμονωμένες ενδείξεις σταθεροποίησης, όπως μια πρόσκαιρη βελτίωση σε νέες παραγγελίες και παραγωγή, αυτές δεν αρκούν για να ανατρέψουν τη γενική τάση. Η αμερικανική βιομηχανία δείχνει να κινείται χωρίς δυναμική, παγιδευμένη ανάμεσα σε πολιτικές προσδοκίες και σκληρούς οικονομικούς περιορισμούς.
Η επένδυση που δεν μεταφράστηκε σε θέσεις εργασίας
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ των δασμών ήταν ότι θα ενίσχυαν τις επενδύσεις σε νέες βιομηχανικές μονάδες. Πράγματι, τα προηγούμενα χρόνια υπήρξε έντονη αύξηση στις δαπάνες για την κατασκευή εργοστασίων, κυρίως στους τομείς των ημιαγωγών και της καθαρής ενέργειας. Ωστόσο, αυτή η επενδυτική έκρηξη δεν μεταφράστηκε σε αντίστοιχη αύξηση της απασχόλησης. Αντίθετα, οι δαπάνες για νέες εγκαταστάσεις παρουσίασαν πτωτική πορεία, ενώ η συνολική βιομηχανική παραγωγή δεν κατάφερε να ανακτήσει πλήρως το έδαφος που χάθηκε κατά την περίοδο της πανδημίας.
WSJ story: U.S. Manufacturing Is in Retreat and Trump’s Tariffs Aren’t Helping https://t.co/HHh3ORThHo
— John Cassidy (@JohnCassidy) February 3, 2026
Ο λόγος είναι δομικός. Τα σύγχρονα εργοστάσια είναι πολύ πιο αυτοματοποιημένα και απαιτούν λιγότερο ανθρώπινο δυναμικό. Ακόμη και όταν πραγματοποιούνται μεγάλες επενδύσεις, αυτές δεν συνοδεύονται απαραίτητα από μαζικές προσλήψεις. Έτσι, η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας δεν σημαίνει αυτόματα και αύξηση της απασχόλησης, ακυρώνοντας σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές προσδοκίες.
Το κόστος των δασμών στην καθημερινή λειτουργία
Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, οι δασμοί είχαν μια άμεση και συχνά αρνητική επίπτωση στο κόστος παραγωγής. Πολλές αμερικανικές επιχειρήσεις εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες και ενδιάμεσα αγαθά. Η επιβολή δασμών αύξησε το κόστος αυτών των εισροών, αναγκάζοντας τις εταιρείες είτε να αυξήσουν τις τιμές τους είτε να αναζητήσουν εναλλακτικές αλυσίδες προμήθειας.
Η περίπτωση του χάλυβα είναι ενδεικτική. Με τους δασμούς να αυξάνονται περαιτέρω, πολλές βιομηχανίες δυσκολεύονται να προμηθευτούν επαρκείς ποσότητες από εγχώριους παραγωγούς και στρέφονται τελικά σε εισαγωγές, ακόμη και αν αυτές επιβαρύνονται με δασμούς. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: οι δασμοί που υποτίθεται ότι θα ενίσχυαν την εγχώρια παραγωγή, σε ορισμένες περιπτώσεις καθιστούν τις επιχειρήσεις λιγότερο ανταγωνιστικές.
Αβεβαιότητα και «χαμένο έτος» επενδύσεων
Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι η αβεβαιότητα. Οι συχνές απειλές για νέους δασμούς, οι μεταβαλλόμενες εμπορικές σχέσεις και το ενδεχόμενο δικαστικών αποφάσεων που θα μπορούσαν να ακυρώσουν μέρος των μέτρων δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι επιχειρήσεις διστάζουν να δεσμεύσουν κεφάλαια. Πολλοί επιχειρηματίες μιλούν ήδη για ένα «χαμένο έτος» επενδύσεων, καθώς τα σχέδια μπαίνουν σε αναμονή μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο.
Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς ανταγωνιστές δεν μένουν αδρανείς. Η Κίνα και άλλες μεγάλες βιομηχανικές δυνάμεις συνεχίζουν να εξάγουν, πιέζοντας τις τιμές προς τα κάτω στις διεθνείς αγορές. Αυτό δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια των αμερικανικών εργοστασίων να σταθούν ανταγωνιστικά, ειδικά όταν το κόστος τους αυξάνεται λόγω δασμών.
Μακροπρόθεσμο όραμα, θολή βραχυπρόθεσμη εικόνα
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστηρίζει ότι το όραμα είναι μακροπρόθεσμο: μια αυτάρκης βιομηχανία που θα στηρίζεται λιγότερο στις εισαγωγές και περισσότερο στην εγχώρια παραγωγή. Όμως τα χρονοδιαγράμματα για τέτοιου μεγέθους επενδύσεις εκτείνονται σε βάθος ετών. Μέχρι τότε, οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές για την απασχόληση και την παραγωγή παραμένουν αβέβαιες, σύμφωνα πάντα με τη Wall Street Journal.
Η πραγματικότητα, μέχρι στιγμής, δείχνει ότι οι δασμοί από μόνοι τους δεν αρκούν για να αντιστρέψουν τάσεις δεκαετιών, όπως η αποβιομηχάνιση και η μεταφορά παραγωγής στο εξωτερικό. Χωρίς συνοδευτικές πολιτικές που να αντιμετωπίζουν το κόστος, την τεχνολογία και την αβεβαιότητα, η «Χρυσή Εποχή» της αμερικανικής βιομηχανίας παραμένει περισσότερο υπόσχεση και μεγαλοστομία, παρά απτό αποτέλεσμα.
Διαβάστε ακόμη
Πώς και γιατί οι τράπεζες επηρεάζονται από το δημογραφικό
Πόσο αμείβονται τα μέλη της βρετανικής βασιλικής οικογένειας
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
