Η Ελλάδα ανεβάζει τις εξαγωγές της, αλλά δεν κερδίζει ούτε τα μισά όμως από την αξία όσων εξάγει. Αγροτικά προϊόντα, τουρισμός, Airbnb, Golden Visa και άλλοι κλάδοι φέρνουν μεν συνάλλαγμα στη χώρα, αλλά δεν δημιουργούν τον πλούτο που έχει ανάγκη η οικονομία.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα γίνεται πιο εξωστρεφής τα τελευταία χρόνια, καθώς σχεδόν διπλασιάστηκε η αναλογία των εξαγωγών προς το ΑΕΠ σε σχέση με πριν από 20 χρόνια, φτάνοντας στο 40%. Το ποσοστό αυτό προσεγγίζει αισθητά πλέον τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (49%).
Μια ομοβροντία εκθέσεων των τελευταίων ημερών για την Ελλάδα, όμως (από ΔΝΤ, ΟΟΣΑ και Κομισιόν), αποκαλύπτει το ελληνικό παράδοξο: πίσω από τις θετικές επιδόσεις της οικονομίας και την ανάπτυξη των εξαγωγών παραμένουν κρυμμένα χρόνια προβλήματα, λανθασμένες νοοτροπίες, χαμηλή παραγωγικότητα, μικρές επιχειρήσεις και κλάδοι περιορισμένης προστιθέμενης αξίας.
Την αρχή έκανε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Οπως αναφέρει στην ειδική έκθεσή του για τη χώρα μας, κάθε 1 ευρώ ελληνικών εξαγωγών παράγει μόλις 0,43 ευρώ προστιθέμενης αξίας στην ελληνική οικονομία. Τα υπόλοιπα 0,57 ευρώ, τα «τρώνε» εισαγωγές προϊόντων που αξιοποιούνται για τις εξαγωγές. Κι αυτό γιατί, παρά τη σημαντική ανάπτυξη των τελευταίων ετών, οι εξαγωγές μας παραμένουν επικεντρωμένες σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως προϊόντα διύλισης, τουρισμός, μέταλλα και προϊόντα αγροδιατροφής.
Κομισιόν: «Λείπουν δεξιότητες»
Σύμφωνα με την έκθεση του ΔΝΤ, αυτό συμβαίνει για δύο λόγους: πρώτον, οι εξαγωγές μας είναι κυρίως χαμηλής προστιθέμενης αξίας για την οικονομία και, δεύτερον, μεγάλο τμήμα της ανταγωνιστικότητας των κλάδων που ενισχύουν τις εξαγωγές, οφείλεται κατά βάση στους χαμηλούς μισθούς ή σε εισαγόμενα προϊόντα.
Την ανάγκη ανάπτυξης των κλάδων που θα παράγουν περισσότερο πλούτο στη χώρα επισημαίνει επίσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στις Εαρινές Προβλέψεις της και στο ειδικό κεφάλαιο για την Ελλάδα (in-Depth Review – Greece, 2026) εντοπίζει ως ενθαρρυντικό ότι «η πρόσφατη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης στα μεσαία κλιμάκια μισθών μπορεί να ενισχύσει την προσφορά εργασίας από επαγγελματίες με δεξιότητες, διευκολύνοντας την ανάπτυξη τομέων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας» (growth of higher value-added sectors).
Το στοιχείο είναι κρίσιμο, καθώς καταδεικνύει την έλλειψη εργαζομένων με κατάλληλες δεξιότητες που έχει ανάγκη η ελληνική αγορά. Πηγές από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που ρωτήθηκαν σχετικά, εξηγούσαν στο «business stories» πως «ορισμένοι τομείς υψηλότερης προστιθέμενης αξίας έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα» φέρνοτας ως παραδείγματα τα φαρμακευτικά προϊόντα, τις Τεχνολογίες Πληροφοριών και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), καθώς και τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και τις «πράσινες» τεχνολογίες.
Ωστόσο, όπως διευκρίνιζαν, η αναφορά που γίνεται στην Εκθεση αφορά γενικότερα σε «τομείς υψηλότερης προστιθέμενης αξίας (όπως η μεταποίηση, κλάδοι πληροφορικής κ.λπ.) για τους οποίους η προσφορά εργατικού δυναμικού υψηλής εξειδίκευσης είναι απαραίτητη».
Την ίδια στιγμή, η χώρα καταγράφει τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη ως προς την αντιστοίχιση δεξιοτήτων και αναγκών της οικονομίας: στην έκθεσή του για την Ελλάδα, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop) την κατατάσσει 29η μεταξύ 31 χωρών, σταθερά από το 2017 και μετά! Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με την Ερευνα Ελλειψης Ταλέντου 2026 (ManpowerGroup), πάνω από 8 στις 10 επιχειρήσεις δηλώνουν αδυναμία εύρεσης εξειδικευμένου προσωπικού, αποτελώντας εμπόδιο για νέες επενδύσεις σε κρίσιμους κλάδους – κυρίως τεχνολογικές και επιστημονικές ειδικότητες.
Value added
Με απλά λόγια, value added σημαίνει την αξία που προστίθεται στην οικονομία από την παραγωγή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας. Οσο μεγαλύτερο είναι το εγχώριο περιεχόμενο προϊόν, η τεχνολογία, η εξειδίκευση και η παραγωγική πολυπλοκότητα τόσο μεγαλύτερη είναι η προστιθέμενη αξία που μένει στη χώρα. Αντίθετα, όταν η παραγωγή βασίζεται σε φθηνά εργατικά χέρια ή εισαγόμενα ενδιάμεσα υλικά και σε δραστηριότητες χαμηλής τεχνολογικής έντασης και ανταγωνιστικότητας, το τελικό όφελος για το ΑΕΠ και τους μισθούς περιορίζεται.
Ωστόσο, ο ιδιωτικός τομέας στη χώρα δεν φαίνεται να έχει ανακαλύψει ακόμα τις «higher value-added» (υψηλότερης προστιθέμενης αξίας) οικονομικές δραστηριότητες. Η ελληνική οικονομία δεν μετατοπίζεται εύκολα προς τέτοιους κλάδους καθώς ακόμα, όπως ανέφεραν οι ίδιες πηγές, «κυριαρχείται από τομείς χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως ο τουρισμός και η γεωργία».
ΟΟΣΑ
Αυτό προκύπτει από την ανάλυση του ΔΝΤ για την Ελλάδα, αλλά και από λιγότερο πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ, τα οποία αναδεικνύουν τη χαμηλή παραγωγικότητα, την κυριαρχία πολύ μικρών επιχειρήσεων και ότι «τομείς με συνήθως χαμηλή προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο, όπως η γεωργία και ο τουρισμός, αποτελούν μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας της σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ε.Ε. Αντίθετα, οι τομείς υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως η μεταποίηση, και η πληροφόρηση, και οι επικοινωνίες, είναι συγκριτικά μικροί».
Την εικόνα αυτή ήρθε να συμπληρώσει -από άλλη γωνία- ο ΟΟΣΑ και με την τελευταία του έκθεση, την οποία δημοσίευσε την Τετάρτη (Economic Outlook 2026). Σε αυτήν κατατάσσει την Ελλάδα 4η από τις 38 χώρες του ΟΟΣΑ ως προς την εξάρτησή της από εισαγωγές καυσίμων και ενέργειας, προκειμένου οι κλάδοι της οικονομίας της να παραγάγουν προστιθέμενη αξία: σε σύγκριση με άλλες οικονομίες, η μεταποίηση, οι υπηρεσίες αλλά και ο αγροτικός τομέας ξοδεύουν υπερβολικά περισσότερη ενέργεια για να παράγουν προστιθέμενη αξία (πλούτο), με αποτέλεσμα αυτός να χάνεται για τη χώρα.
Η εικόνα δεν βελτιώνεται ούτε από την πλευρά των επενδύσεων που σημειώνουν άλματα μεν τα τελευταία χρόνια, αλλά -προσωρινά τουλάχιστον όσο βρίσκονται σε εξέλιξη- αργούν να αποδώσουν και να δημιουργήσουν αλυσίδες αξίας στη χώρα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσθέτει ότι η επενδυτική ώθηση της ελληνικής οικονομίας έχει υψηλό εισαγόμενο περιεχόμενο. Δηλαδή, ακόμη κι όταν αυξάνονται οι επενδύσεις, ένα σημαντικό μέρος του οφέλους «φεύγει» προς το εξωτερικό επειδή στηρίζεται σε εισαγόμενα μηχανήματα, εξοπλισμό και ενδιάμεσα αγαθά. Ετσι, η οικονομία μπορεί να μεγαλώνει, αλλά το εσωτερικό παραγωγικό αποτύπωμα παραμένει σχετικά αδύναμο.
Διαβάστε ακόμη
Χρυσός: Γιατί κατρακύλησε σχεδόν 30% η τιμή του μέσα σε πέντε μήνες
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
