search icon

Οικονομία

Η γενιά των Ελλήνων millennials αντιμέτωπη με τον 2ο οικονομικό Αρμαγεδδώνα

Τι αναφέρουν εκπρόσωποι της γενιάς που χτυπήθηκε δυο φορές από οικονομική κρίση στην πιο παραγωγική ηλικία - Τι φοβούνται και σε τι ελπίζουν

Η κρίση χτύπησε σκληρά την Ελλάδα το 2009, τώρα ο COVID απειλεί για ακόμα μια φορά με δυσάρεστες επιπλοκές την πολύπαθη γενιά των Ελλήνων millennials, σχολιάζει άρθρο στο BalkanInsight.

Σε σχέση με τους περισσότερους Ευρωπαίους, οι Ελληνες είναι παλιοί γνώριμοι με την καταστροφή, καθώς η χώρα τους άντεξε 10 χρόνια οικονομικής δυσπραγίας και αβεβαιότητας, καθώς η κρίση χρέους ξεκίνησε το 2008.

Η ανεργία ανήλθε στο 29% και έμεινε εκεί επί σειρά ετών. Μεταξύ εκείνων που επλήγησαν πιο σκληρά από την κρίση ήταν οι εκπρόσωποι της πιο παραγωγικής γενιάς, ηλικίας από 25 έως 40 ετών.

Μόνο τα τελευταία 2,5 χρόνια άρχισε να σταθεροποιείται σταδιακά η οικονομία  και μια έκρηξη τουρισμού άρχισε να αναζωογονεί μέρος αυτής. Για κάποιους ήταν σαν μια δεύτερη ευκαιρία. Και τότε κατέφθασε ο Covid-19.

Με τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας να περιγράφονται ως «τρομερές» στην καλύτερη περίπτωση, ο αντίκτυπος του COVID-19 στην οικονομία γίνεται αισθητός σε όλο το κοινωνικό φάσμα.

Ο τουρισμός, η «βαριά βιομηχανία» της ελληνικής οικονομίας, που κάποτε συνεισέφερε το ένα τέταρτο του ελληνικού ΑΕΠ, υποφέρει εξαιτίας των ταξιδιωτικών περιορισμών και των ανησυχιών ότι ο COVID μπορεί να επιτεθεί ξανά με ένα δεύτερο κύμα.

Η οικονομική παραγωγή προβλέπεται να μειωθεί κατά 9,7%, ενώ η ανεργία, η οποία είχε πέσει κάτω από το 20%, αναμένεται να επιστρέψει ξανά σε επίπεδα άνω του 20%.

Άγχος και αβεβαιότητα, αλλά κυρίως ελπίδα

Η 30χρονη Αλεξάνδρα Μπάνου, φιλόλογος από την Εύβοια, αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης το 2013, καταμεσής της κρίσης χρέους. «Δεν μπορώ να πω ότι η κρίση ήταν πολύ έντονη για μένα κατά τα φοιτητικά μου χρόνια. Η οικογένειά μου με βοηθούσε εκείνο τον καιρό», αναφέρει.

«Όμως μέχρι το τέλος των σπουδών μου είχα συνειδητοποιήσει ότι δεν υπήρχε ξεκάθαρος δρόμος μπροστά μου. Πέρασα έναν χρόνο στην πόλη, ελπίζοντας να βρω μια δουλειά που να σχετίζεται με τις σπουδές μου. Είχα σχεδιάσει να μείνω, αλλά μετά από έναν χρόνο απραξίας, αποφάσισα να επιστρέψω στην Αθήνα».

Πέρασε 5 χρόνια στην Αθήνα δουλεύοντας για εταιρείες που παρέχουν ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά. Ο συγκεκριμένος τομέας απορυθμίστηκε σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια των ετών λιτότητας ενώ δεν υπάρχουν σταθερές ώρες εργασίας ή σταθερό εισόδημα και η εκμετάλλευση αποτελεί κανόνα. Όπως εξηγεί η ίδια, τα παράτησε πέρυσι, αφού ένοιωθε αναλώσιμη. Εμαθε ότι οι προσδοκίες για την καριέρα είναι πολύ διαφορετικές από την πραγματικότητα.

Παρά τις απογοητεύσεις δεν παραιτείται και τώρα κάνει δύο δουλειές, καθώς μπαίνει στην πιο παραγωγική δεκαετία της ζωής της. Κάνει μάστερ και σκέφτεται ακόμη και να επιστρέψει στην επαρχία, μήπως εκεί μπορέσει να κάνει κάτι πιο σταθερό και να αναπτυχθεί επαγγελματικά περισσότερο.

«Νομίζω ότι η επικείμενη κρίση θα είναι βαθύτερη από πριν. θα δοκιμάσει τη γενιά μας ακόμα πιο σκληρά. Εχω άγχος για το τι πρόκειται να αντιμετωπίσω. Πίεσα τον εαυτό μου να βρει δουλειά που να σχετίζεται με το αντικείμενο των σπουδών μου και ένιωσα απογοητευμένη όταν συνειδητοποίησα ότι αυτό δεν θα είχε τα αποτελέσματα που ήθελα. Αλλά έμαθα καλύτερα τον εαυτό μου. Είμαι πλέον πιο αισιόδοξη και ευέλικτη. Δεν φοβάμαι τις επιλογές που θα πρέπει να κάνω επαγγελματικά», καταλήγει.

Πρέπει να μάθουμε να ανταποκρινόμαστε σε ξαφνικές αλλαγές

Η Σοφία Μαυραγάνη πήρε το πτυχίο της από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στη συνέχεια σπούδασε χορογραφία στην Ολλανδία από το 2002 έως το 2005. Επέστρεψε στην Αθήνα για να εργαστεί ως χορογράφος. Οταν χτύπησε η κρίση χρέους ακόμα έψαχνε για δουλειά αναφέρει η 42χρονη. Επιμένει πάντως ότι η οικονομική κρίση δεν είχε τεράστιο αντίκτυπο και ότι είχε ήδη προσαρμόσει τον τρόπο ζωής της στα νέα δεδομένα.

Σε αντίθεση με την μακρά κρίση του 2008-2009, στην κρίση του κορωνοϊού όλα έγιναν αστραπιαία.

Όπως λέει, η δεκαετής αβεβαιότητα έκανε τους ανθρώπους απρόθυμους να λάβουν πιο μόνιμες αποφάσεις.

«Θεωρείς ότι κάτι σημαντικό δέκα φορές αντί για πέντε. Όταν σκεφτόμουν να αποκτήσω την κόρη μου, έπρεπε να δούμε πώς θα μπορούσαμε να το διαχειριστούμε οικονομικά και αν μπορώ να προσφέρω στο παιδί μου αυτό που οι γονείς μου μπορούσαν να μου προσφέρουν. Αν τα πράγματα ήταν απλούστερα, θα μπορούσα να είχα ήδη ένα δεύτερο παιδί».

Πιστεύει όμως ότι οι άνθρωποι έχουν προσαρμοστεί σε επαναλαμβανόμενες κρίσεις. «Μοιραζόμαστε παιδικά ρούχα όταν δεν τα χρειαζόμαστε, για παράδειγμα», αναφέρει. «Υπάρχει ένα είδος αλληλεγγύης μεταξύ των οικογενειών.

Εμπνέει ένα είδος ανθεκτικότητας απέναντι στο θυμό που προκαλεί η κατάσταση γύρω μας και ηρεμία για το τι έρχεται στη συνέχεια».

Οταν η πραγματικότητα σου τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια

Για τον 45χρονο Δημήτρη Ανανιάδη, μέλος μια συλλογικότητας που λειτουργεί ένα ενός βιβλιοπωλείου / καφέ, σε απόσταση αναπνοής από την Ακρόπολη, η επιδημία του COVID κινδυνεύει να σκοτώσει την προσπάθεια που έγινε μετά την πρώτη οικονομική κρίση.

«Αγαπήσαμε την Αθήνα, αλλά μετά από χρόνια κακουχίας και απογοήτευσης το 2014 και το 2015, τα πράγματα ήταν απελπιστικά και σκεφτήκαμε να μετακομίσουμε στο Ηνωμένο Βασίλειο», θυμάται.

Στη συνέχεια ήρθε η ιδέα της δημιουργίας του Little Tree. Σύντομα έγινε δημοφιλές στους τουρίστες και τους ντόπιους.

«Στην αρχή ήταν απλά τρελό, αλλά τελικά παρείχε σε τέσσερις οικογένειες δουλειά. Μπορεί να ήταν από τις πιο επιτυχημένες επιχειρήσεις που άνοιξαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου στη γειτονιά », αναφέρει.

Το shutdown λόγω COVID-19 περιπλέκει τα πάντα για άλλη μια φορά, καθώς, όπως λέει, εξάντλησε όλες τις αποταμιεύσεις τους.

Προς το παρόν, έχουν ανοίξει ξανά το κατάστημα, ελπίζοντας ότι δεν θα υπάρξει άλλο lockdown. «Διαφορετικά, μία από τις πιο επιτυχημένες επιχειρήσεις του είδους της θα κινδυνεύσει να κλείσει. Θα είναι χάος εάν συμβεί ξανά το ίδιο», σημειώνει.

Πριν ξεκινήσει το βιβλιοπωλείο και το καφέ, είχε περάσει αρκετά χρόνια δουλεύοντας στις εκδόσεις. «Το 2008, τα πήγαινα υπέροχα. Δούλευα για μια εταιρεία που έφτιαχνε βιβλία για τουρίστες, καθώς και για ελεύθερους επαγγελματίες στον εκδοτικό τομέα», θυμάται.

«Αλλά το 2009 το δημιουργικό τμήμα της εταιρείας έκλεισε και αποφάσισα να μην συνεχίσω με νέους όρους. Δεν είχα ιδέα τι θα ερχόταν και περίμενα να βρω εύκολα δουλειά ».

«Μέσα σε μια δεκαετία όμως η αγορά βιβλίων μειώθηκε κατά 60%».

Το 2011, με έναν φίλο, επένδυσε στην παραγωγή ποιοτικών τουριστικών βιβλίων και τη διανομή τους μέσω βιβλιοπωλείων – αλλά η κρίση έκανε τη βιωσιμότητα της επιχείρησης σχεδόν αδύνατη.

«Για πρώτη φορά δεν είχα χρήματα και είμαι πατέρας ενός 4χρονου γιου», αναφέρει.

Τώρα, κοιτάζοντας κατάματα τη δεύτερη οικονομική κρίση, αναφέρει ότι υπάρχει απογοήτευση, καθώς και η αποδοχή ότι η ζωή ανατρέπει συχνά κάθε μας σχέδιο.

«Η πραγματικότητα μπορεί να ανατρέψει τα πάντα. Είναι κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω το 2009 », καταλήγει.

Exit mobile version