Η ακρίβεια στη φροντίδα των μικρών παιδιών και τους παιδικούς σταθμούς αποτελεί εδώ και χρόνια μία από τις βασικές ανησυχίες των εργαζόμενων γονέων. Πολλά ζευγάρια δηλώνουν ότι το υψηλό κόστος ανατροφής επηρεάζει ακόμη και τις αποφάσεις τους σχετικά με το πόσα παιδιά θα ήθελαν να αποκτήσουν.
Υπό την πίεση της δημογραφικής γήρανσης, της υποχώρησης των γεννήσεων και της ανάγκης διατήρησης περισσότερων γυναικών στην αγορά εργασίας, οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων χωρών αυξάνουν τις παρεμβάσεις τους. Παράλληλα, μια νέα γενιά πολιτικών, κυρίως από τον χώρο της Κεντροαριστεράς, προωθεί την ιδέα της πλήρως δωρεάν παιδικής φροντίδας, μια πρόταση που κερδίζει έδαφος μεταξύ των ψηφοφόρων.
Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά τις διαμαρτυρίες των γονέων, το κόστος των παιδικών σταθμών έχει γίνει αισθητά πιο προσιτό την τελευταία δεκαετία σε μεγάλο μέρος του ανεπτυγμένου κόσμου.
Οι ακριβότερες και οι φθηνότερες χώρες
Ανάλυση σε 36 χώρες, βασισμένη σε στοιχεία του ΟΟΣΑ, συνέκρινε το καθαρό κόστος παιδικής φροντίδας με τα εισοδήματα των νοικοκυριών. Ως σημείο αναφοράς χρησιμοποιήθηκε η αμερικανική σύσταση σύμφωνα με την οποία τα νοικοκυριά δεν θα πρέπει να δαπανούν πάνω από το 7% του ακαθάριστου εισοδήματός τους για παιδική φροντίδα.
Η μελέτη εξετάζει ένα τυπικό νοικοκυριό με δύο παιδιά κάτω των τριών ετών που φοιτούν σε παιδικό σταθμό πλήρους απασχόλησης, με τους δύο γονείς να αμείβονται με τον μέσο μισθό της χώρας τους.
Με βάση αυτό το κριτήριο, η παιδική φροντίδα θεωρείται μη προσιτή σε οκτώ από τις 36 χώρες της ανάλυσης.
Στην κορυφή της λίστας των ακριβότερων χωρών βρίσκεται η Νέα Ζηλανδία. Ένα ζευγάρι με μέσες αποδοχές θα είχε συνολικό ετήσιο εισόδημα περίπου 111.000 δολαρίων, ενώ θα χρειαζόταν περισσότερα από 261.000 δολάρια για να διατηρήσει το κόστος των παιδικών σταθμών κάτω από το όριο του 7%.
Αντίστοιχα, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν μεταξύ των ακριβότερων χωρών, καθώς ένα νοικοκυριό θα έπρεπε να κερδίζει περισσότερο από το διπλάσιο του μέσου μισθού για να καλύψει το κόστος. Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται σε ορισμένες πολιτείες, όπως η Καλιφόρνια, η Νέα Υόρκη και η Μασαχουσέτη, όπου εφαρμόζονται γενναιόδωρα προγράμματα στήριξης αντίστοιχα με ευρωπαϊκά μοντέλα πρόνοιας.
Η Βρετανία κατατάσσεται επίσης στις ακριβές χώρες, αν και οι πρόσφατες επιδοτήσεις προς γονείς με ετήσιο εισόδημα κάτω των 100.000 λιρών έχουν περιορίσει σημαντικά το οικονομικό βάρος.
Στον αντίποδα, η Νότια Κορέα, η Ιταλία και η Μάλτα προσφέρουν ουσιαστικά δωρεάν παιδική φροντίδα για νοικοκυριά με μέσες αποδοχές.
Ιδιαίτερη είναι και η περίπτωση της Γερμανίας. Παρά τους υψηλούς μισθούς, οι εκτεταμένες κρατικές επιδοτήσεις σε διαθέσιμες θέσεις παιδικών σταθμών καθιστούν τη φροντίδα εξαιρετικά προσιτή ακόμη και για νοικοκυριά με πολύ χαμηλότερα εισοδήματα.
Αναφορικά με την Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η έρευνα το καθαρό κόστος φροντίδας παιδιών ως ποσοστό του μέσου μισθού κυμαίνεται στο 3-5%, ενώ το κόστος της φροντίδας θεωρείται προσιτό με τα έξοδα να είναι κάτω από 88.000 ευρώ (100.000 δολάρια) τον χρόνο και την Ελλάδα να βρίσκεται στη μέση της λίστας. Η Κύπρος αποτελεί την τρίτη πιο ακριβή χώρα της λίστας.
Η αντίληψη των γονέων απέχει από τα στοιχεία
Παρά τη βελτίωση που καταγράφουν τα στατιστικά στοιχεία, πολλοί γονείς εξακολουθούν να θεωρούν ότι το κόστος μεγαλώνει.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γερμανίας, όπου το 55% των συμμετεχόντων σε πρόσφατη έρευνα δήλωσε ότι η απόκτηση παιδιού είναι οικονομικά δυσβάστακτη. Σχεδόν οι μισοί από αυτούς εκτίμησαν ότι η κρατική στήριξη προς τις οικογένειες παραμένει ανεπαρκής.
Ωστόσο, τα δεδομένα του ΟΟΣΑ δείχνουν μια διαφορετική εικόνα. Την τελευταία δεκαετία το καθαρό κόστος παιδικής φροντίδας σε σχέση με τους μισθούς αυξήθηκε οριακά μόνο σε έξι χώρες. Σε όλες τις υπόλοιπες καταγράφηκε αισθητή βελτίωση, καθώς οι κυβερνήσεις ενίσχυσαν τις πολιτικές στήριξης της οικογένειας και της γεννητικότητας.
Οι επιδοτήσεις λύνουν το δημογραφικό πρόβλημα;
Το γεγονός ότι η παιδική φροντίδα γίνεται φθηνότερη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι σχετικές πολιτικές πετυχαίνουν όλους τους στόχους τους.
Οι οικονομολόγοι αναγνωρίζουν ότι οι επιδοτούμενοι παιδικοί σταθμοί μπορούν να ενισχύσουν τη συμμετοχή των μητέρων στην αγορά εργασίας, αυξάνοντας την απασχόληση και τα φορολογικά έσοδα.
Υπάρχουν όμως και επιφυλάξεις.
Αρκετές μελέτες υποστηρίζουν ότι τα καθολικά προγράμματα δωρεάν παιδικής φροντίδας ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη των παιδιών όταν επεκτείνονται υπερβολικά γρήγορα και χωρίς επαρκείς πόρους, οδηγώντας σε υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών.
Παράλληλα, τα στοιχεία δεν δείχνουν ότι οι επιδοτήσεις οδηγούν σε ουσιαστική αύξηση των γεννήσεων.
Το παράδοξο των γεννήσεων
Ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι οι χώρες με την ακριβότερη παιδική φροντίδα δεν εμφανίζουν κατ’ ανάγκη χαμηλότερη γεννητικότητα.
Αντίθετα, οι γυναίκες στις τρεις ακριβότερες χώρες της κατάταξης αποκτούν, κατά μέσο όρο, ελαφρώς περισσότερα παιδιά στη διάρκεια της ζωής τους σε σύγκριση με τις γυναίκες στις τρεις χώρες όπου η παιδική φροντίδα είναι η φθηνότερη.
Το εύρημα αυτό ενισχύει την άποψη ότι οι αποφάσεις για την τεκνοποίηση επηρεάζονται από πολύ περισσότερους παράγοντες πέρα από το κόστος των παιδικών σταθμών, όπως η στεγαστική κρίση, η εργασιακή ανασφάλεια, οι πολιτισμικές αλλαγές και οι ευρύτερες οικονομικές προοπτικές των νοικοκυριών.
Διαβάστε ακόμη
Golden Star Ferries: Διαψεύδει τα σενάρια εξαγοράς και συνεχίζει τον αναπτυξιακό της σχεδιασμό
MORE: Δύο νέες εταιρείες ΑΠΕ στο «πράσινο» δυναμικό της Motor Oil (pics)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
