search icon

Οικονομία

«Πνίγουν» τον πρωτογενή τομέα τα λιπάσματα – Πόσο θα στοιχίσει στο καλάθι η κρίση στη Μ. Ανατολή (γραφήματα)

Μειωμένες ποσότητες λιπασμάτων, σε πολύ υψηλότερες τιμές τσακίζουν τον αγροτικό τομέα της Ευρώπης - Μειώνουν την παραγωγή τους οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες - Πότε θα αποτυπωθούν στο καλάθι του σούπερ μάρκετ οι επιπτώσεις της κρίσης στη Μ. Ανατολή

CFOTO / NurPhoto / NurPhoto via AFP

Oι επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, που σήμερα συμπληρώνει δύο εβδομάδες, έγιναν άμεσα ορατές στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αφού και μία μόνο δήλωση του Τραμπ ή κάποιου Ιρανού αξιωματούχου, αρκεί, για να τις ανεβοκατεβάσει σαν ασανσέρ. Η σοβαρότερη ίσως πρόκληση όμως, που σχετίζεται άμεσα και με την ενεργειακή κρίση, είναι αυτή της διαταραχής της ήδη ασταθούς αγοράς των λιπασμάτων. Πρόκειται για μια διαταραχή, που φέρνει νέα ασφυξία στον πρωτογενή τομέα, απειλεί την επισιτιστική ασφάλεια και μπορεί να προκαλέσει νέες αυξήσεις στα καλάθια των καταναλωτών.

Τα λιπάσματα είναι αναγκαία για την παραγωγή τροφίμων και ζωοτροφών και αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της επισιτιστικής ασφάλειας. Όταν οι τιμές τους αυξάνονται πέρα από βιώσιμα επίπεδα, η βιωσιμότητα των γεωργών πλήττεται σοβαρά, πλήττοντας επακόλουθα και τα νοικοκυριά.

Στο επίκεντρο της κρίσης, βρίσκεται ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ. Από το κρίσιμο αυτό θαλάσσιο πέρασμα, μεταφέρεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εξαγωγών αργού πετρελαίου και LNG, από τον Περσικό Κόλπο προς τις διεθνείς αγορές.

Το πιο ευάλωτο φορτίο, ωστόσο, δεν είναι η ενέργεια, αλλά τα λιπάσματα που στηρίζουν την παγκόσμια αγροτική παραγωγή, καθώς και οι εισαγωγές τροφίμων που διατηρούν σε λειτουργία τις οικονομίες των κρατών του Κόλπου.

Οι χώρες του Κόλπου αντιπροσωπεύουν περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου βασικών λιπασμάτων, όπως η αμμωνία, τα φωσφορικά και το θείο, σύμφωνα με στοιχεία της Signal Group.

Σχεδόν το μισό από το παγκόσμιο εμπόριο ουρίας —του πιο διαδεδομένου αζωτούχου λιπάσματος—προέρχεται από την περιοχή του Κόλπου, με το Κατάρ μόνο του να καλύπτει περίπου το 1/10 της παγκόσμιας προσφοράς.

Όταν η QatarEnergy ανέστειλε την περασμένη εβδομάδα την παραγωγή της μετά τις ιρανικές επιθέσεις στο Ras Laffan, το μεγαλύτερο παγκοσμίως κέντρο LNG και λιπασμάτων, εκατοντάδες χιλιάδες τόνοι βασικών θρεπτικών συστατικών και πρώτων υλών για λιπάσματα τέθηκαν εκτός αγοράς.

Από την έναρξη της σύγκρουσης, οι τιμές των λιπασμάτων έχουν αυξηθεί κατά 10% έως 30%, αν και παραμένουν περίπου 40% χαμηλότερες από τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί τις πρώτες εβδομάδες μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Με βάση τα στοιχεία της Handelsblatt, οι τιμές για τα αζωτούχα, τα λιπάσματα ουρίας και το θείο στην Ευρώπη αυξήθηκαν – εν μέρει κατά 45% από το τέλος Φεβρουαρίου.

Οι εξαγωγές λιπασμάτων από τις χώρες του Περσικού Κόλπου το 2023

Σύμφωνα με την UNCTAD, περίπου 1,33 εκατομμύρια τόνοι λιπασμάτων εξάγονται κάθε μήνα μέσω των Στενών του Ορμούζ. Έτσι, ένα κλείσιμο της θαλάσσιας οδού για διάστημα 30 ημερών θα μπορούσε να να προκαλέσει ελλείψεις και κινδύνους για τις αποδόσεις καλλιεργειών, που εξαρτώνται από το άζωτο, όπως το καλαμπόκι, το σιτάρι και το ρύζι.

Το αδιέξοδο των αγροτών

Σύμφωνα με τον Τζόζεφ Γκλάουμπερ, ερευνητή στο International Food Policy Research Institute (IFPRI), που μίλησε στην Deutsche Welle, οι υψηλότερες τιμές μπορεί να οδηγήσουν σε δύο επιλογές τους αγρότες: H μία είναι να στραφούν σε καλλιέργειες, που απαιτούν μικρότερες ποσότητες λιπασμάτων, για να αποφύγουν το αυξημένο κόστος εισροών.

Η δεύτερη, που αφορά κυρίως τους παραγωγούς σε φτωχότερες χώρες, είναι να μειώσουν συνολικά τη χρήση λιπασμάτων, κάτι που θα μπορούσε να πλήξει την αγροτική παραγωγή, σημείωσε ο ερευνητής στην Deutsche Welle.

Υπό τις νέες δυσμενείς συνθήκες, πρόεδρος αγροτικού συλλόγου στη Γερμανία για παράδειγμα, εξηγεί στη Handelsblatt, ότι οι αγρότες χρειάζονται αυξήσεις τιμών περίπου 25-30% στα προϊόντα τους, προκειμένου να μπορέσουν ξανά να λειτουργούν με βιώσιμο τρόπο».

Εκτεθειμένα τα τρόφιμα από την ενεργειακή κρίση

Το φυσικό αέριο αποτελεί την βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων, όπως η αμμωνία και η ουρία, γεγονός που σημαίνει ότι η άνοδος στις τιμές του αερίου μπορεί να εκτινάξει γρήγορα το κόστος παραγωγής.

Πέρα από τους περιορισμούς στα λιπάσματα, καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών των τροφίμων παίζει το πετρέλαιο, που τροφοδοτεί τα πάντα, από τα γεωργικά μηχανήματα και τα φορτηγά που μεταφέρουν τις σοδειές, μέχρι τα εργοστάσια επεξεργασίας, που μετατρέπουν τα γεωργικά προϊόντα σε τρόφιμα και την ψύξη.

Κάθε στάδιο παραγωγής τροφίμων είναι πλέον εκτεθειμένο στην εκτόξευση των τιμών ενέργειας.

Η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, προειδοποίησε σε συνέντευξή της στο Bloomberg την περασμένη εβδομάδα ότι μια συνεχιζόμενη αύξηση 10% στις τιμές ενέργειας για έναν χρόνο θα μπορούσε να προσθέσει 0,4 ποσοστιαίες μονάδες στην παγκόσμια πληθωριστική πίεση και να μειώσει την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη κατά 0,2%.

«Η ενέργεια αντιπροσωπεύει έμμεσα περίπου το 50% του κόστους των τροφίμων», δήλωσε ο Γκλάουμπερ του IFPRI στη DW. «Μετά την υψηλή πληθωριστική πίεση των τροφίμων το 2023/4, οι τιμές δεν έχουν μειωθεί· απλώς ο ρυθμός αύξησης έχει πέσει».

Ποιες χώρες θα πληγούν περισσότερο

Το ανθρωπιστικό κόστος του πολέμου με το Ιράν θα κατανεμηθεί ανισομερώς, με τις φτωχότερες και πιο εξαρτημένες από τις εισαγωγές χώρες να απορροφούν το πλήγμα από τις ελλείψεις λιπασμάτων και τις αυξανόμενες τιμές ενέργειας.

Η Ινδία είναι μία από τις πιο εκτεθειμένες, καθώς εξαρτάται από τον Κόλπο για το 60% περίπου των εισαγωγών αζωτούχων λιπασμάτων και μια έλλειψη θα προκαλούσε σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής για το ρύζι, το σιτάρι και άλλα βασικά τρόφιμα που τρέφουν 1,45 δισ. ανθρώπους.

Η Βραζιλία, ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς αγροτικών προϊόντων στον κόσμο, εξαρτάται από την ουρία των χωρών του Κόλπου για το 40% περίπου των αναγκών της σε άζωτο. Κάθε παρατεταμένη διακοπή απειλεί τις σοδειές σόγιας και καλαμποκιού σε μια περίοδο που οι παγκόσμιες προμήθειες είναι ήδη περιορισμένες.

Η Υποσαχάρια Αφρική αντιμετωπίζει τον πιο σοβαρό κίνδυνο σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. Πολλές αφρικανικές χώρες ήδη χρησιμοποιούν λιπάσματα σε ποσοστά πολύ χαμηλότερα από τα απαιτούμενα για ικανοποιητικές σοδειές. Έτσι, ακόμη και οι μέτριες αυξήσεις στις τιμές μπορεί να αναγκάσουν τους μικρούς αγρότες να μειώσουν περαιτέρω τη χρήση τους, μειώνοντας τις σοδειές και επιδεινώνοντας την χρόνια πείνα.

Στο εσωτερικό του Ιράν, ο πληθωρισμός ήταν ήδη πάνω από 40% πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, σύμφωνα με το Bloomberg, με τις τιμές των τροφίμων να αυξάνονται ακόμη περισσότερο. Οι διαταραχές στις εισαγωγές, τα ενεργειακά κόστη και οι εγχώριες μεταφορές αναμένεται να αυξήσουν περαιτέρω τον πληθωρισμό των τροφίμων, εντείνοντας τις δυσκολίες για εκατομμύρια ανθρώπους.

Οι χώρες του Κόλπου, οι οποίες εισάγουν το 80-90% των τροφίμων τους — από δημητριακά και κρέατα μέχρι γαλακτοκομικά και φυτικά έλαια — εξαρτώνται επίσης από τα Στενά του Ορμούζ για τις εισαγωγές τους. Ένα παρατεταμένο κλείσιμο θα μπορούσε να εξαντλήσει τα στρατηγικά αποθέματα εντός μηνών.

Άρχισαν τα ”όργανα” για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες λιπασμάτων

Σε δηλώσεις της στην Handelsblatt, η Κλάουντια Βλκ, ειδικός στα λιπάσματα της Argus, υποστήριξε ότι «αν αυτή η αβεβαιότητα συνεχιστεί και δούμε περαιτέρω ακραίες αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου, μπορεί να χρειαστεί να σταματήσει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής παραγωγής λιπασμάτων. Διότι τότε δεν θα είναι οικονομικά βιώσιμη».

Τα τελευταία πέντε χρόνια, αρκετά ευρωπαϊκά εργοστάσια λιπασμάτων έχουν κλείσει και η εξάρτηση από τις εισαγωγές έχει αυξηθεί.

Στις 12 Μαρτίου, η Duslo ΑS, η μεγαλύτερη εταιρεία λιπασμάτων της Σλοβακίας δήλωσε ότι περιορίζει την παραγωγή αμμωνίας, μετά την αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου. Η εταιρεία διαθέτει τη δυνατότητα να παράγει 1.600 τόνους αμμωνίας ημερησίως. «Θα λάβουμε μέτρα ανάλογα με τις εξελίξεις και τη διάρκεια αυτής της ανεπιθύμητης κατάστασης», δήλωσε ο CEO στο Bloomberg.

Η Duslo ανήκει σε έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς λιπασμάτων της Ευρώπης, την Agrofert, η οποία έχει μειώσει την παραγωγή σε όλα τα εργοστάσια της στο τεχνικό ελάχιστο του 85% της πλήρους δυναμικότητας. Μεταξύ αυτών, βρίσκεται και το μεγαλύτερο εργοστάσιο αμμωνίας στη Γερμανία, SKW Piesteritz.

Ήδη στις αρχές του 2025, η SKW Piesteritz είχε αναγκαστεί προσωρινά να μειώσει την παραγωγή της, καθώς το φυσικό αέριο είχε ακριβύνει. Ο κατασκευαστής προειδοποιεί: «Η Ασία αγοράζει τώρα επίσης εντατικά LNG, γεγονός που επιδεινώνει την κατάσταση για εμάς».

Από την αρχή του χρόνου, οι εισαγωγές λιπασμάτων είχαν ακριβύνει και λόγω του μηχανισμού προσαρμογής CO2 (CBAM). Ο μηχανισμός αυτός υποχρεώνει τους ευρωπαϊκούς εισαγωγείς ενέργειας και εντατικών προϊόντων από τρίτες χώρες να αγοράζουν πιστοποιητικά CO2 – όπως ισχύει ήδη εντός της ΕΕ.

Για αυτόν τον λόγο, ορισμένες εταιρείες είχαν προμηθευτεί υπερβολικές ποσότητες λιπασμάτων από τη Βόρεια Αφρική ή τη Νιγηρία ήδη από το προηγούμενο έτος, με αποτέλεσμα, να μπορούν τουλάχιστον προσωρινά να αντιμετωπίσουν καλύτερα τα συνεχόμενα σοκ στις τιμές.

Η Ευρώπη εισάγει κυρίως ουρία από τη Βόρεια Αφρική. Περίπου το 45% των εισαγωγών προέρχεται από την Αίγυπτο. Η Αίγυπτος προμηθεύεται φυσικό αέριο από το Ισραήλ για την παραγωγή, αλλά η παροχή μέσω του αγωγού έχει διακοπεί λόγω των συγκρούσεων. Μέσα σε μόλις μία εβδομάδα, η τιμή της ουρίας στην Αίγυπτο αυξήθηκε κατά περισσότερο από 40%.

Πότε θα φανούν οι επιπτώσεις του πολέμου στον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ

Η ενέργεια είναι μία από τις πιο κρίσιμες εισροές για την αλυσίδα προμήθειας τροφίμων, πράγμα που σημαίνει ότι οι επιπτώσεις του πολέμου μπορεί να φανούν στον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ.

Όπως εξηγεί στο Fortune ο εξειδικευμένος στα αγροτικά οικονομολόγος, Δρ. Ρίκι Βόλπε, «υπάρχει πολύ ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των κινήσεων των τιμών της ενέργειας και των κινήσεων των τιμών των τροφίμων». «Έχουμε δει το πετρέλαιο να ξεπερνά τα 100 δολάρια το βαρέλι στο παρελθόν και αυτό συνέπεσε με σημαντική αύξηση στις τιμές των τροφίμων».

Όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο πιο δραστικός θα είναι ο αντίκτυπος στις τιμές των τροφίμων. Ωστόσο, αν ο πόλεμος τελειώσει μέχρι το τέλος του μήνα, είναι απίθανο να δούμε αύξηση στις τιμές των τροφίμων.

«Αν μιλάμε μόνο για μερικές εβδομάδες, είναι πολύ πιθανό να μην δείτε κάποια επίδραση στους λογαριασμούς του σούπερ μάρκετ σας», δήλωσε στο ίδιο μέσο ο Δρ. Ντέιβιντ Ορτέγκα, αγροτικός οικονομολόγος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. «Αλλά αν μιλάμε για έναν μήνα ή περισσότερο, για μερικούς μήνες, τότε είναι μια άλλη ιστορία».

Παρ’ όλα αυτά, δεν αναμένονται αυξήσεις τιμών προς το παρόν. «Υπάρχει μια καθυστέρηση μεταξύ της στιγμής που συμβαίνει το σοκ και της στιγμής που βλέπετε την πλήρη επίδραση στις τιμές των τροφίμων σας», πρόσθεσε ο Ορτέγκα. «Μπορεί να χρειαστεί να παρέλθει το μεγαλύτερο μέρος ενός έτους, πριν δούμε την πλήρη επίδραση να εμφανίζεται στο σούπερ μάρκετ».

Η σχέση μεταξύ των τιμών του πετρελαίου και των τιμών των τροφίμων

Μια ανάρτηση στο blog της Fed του Σαιντ Λούις την Πέμπτη δείχνει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των τιμών του αργού πετρελαίου και του παγκόσμιου δείκτη τιμών τροφίμων.

Mε το μπλε αποτυπώνεται η πορεία των τιμών τροφίμων και με το πράσινο η πορεία των τιμών πετρελαίου

Αν και η ανάρτηση προειδοποιεί να μην ληφθεί ως δεδομένο ότι υπάρχει άμεση αιτιακή σχέση, σημειώνει ότι οι αλλαγές στις τιμές του πετρελαίου μπορεί να υποδηλώνουν ευρύτερες αλλαγές στις τιμές τροφίμων.

«Προκύπτει ότι οι μεγάλες και παρατεταμένες κινήσεις των τιμών του πετρελαίου έχουν ιστορικά συνδυαστεί με αλλαγές τόσο στις τιμές των τροφίμων όσο και στον ευρύτερο πληθωρισμό των καταναλωτών», αναφέρει η έκθεση της Fed του Σαιντ Λούις.

Διαβάστε ακόμη:

Έρευνα: Η ακτινογραφία των ακινήτων στην Ελλάδα

Μπλε τιμολόγια ρεύματος: Οδηγός επιβίωσης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις – Γιατί τα «σταθερά» κερδίζουν τη μάχη

Zalando: Βλέπει ευκαιρία στην Ελλάδα καθώς εντείνεται η μάχη των marketplaces (pics)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version