search icon

Οικονομία

Στουρνάρας: Οι 7 προτεραιότητες για την ισχυροποίηση της ελληνικής οικονομίας

Οκτώ χρόνια κρίσης – Τρία προγράμματα οικονομικής προσαρμογής – Δάνεια 290 δισ. ευρώ

Óôéãìéüôõðï áðü ôçí óõíÜíôçóç ôïõ ðñïÝäñïõ ôçò ÍÝáò Äçìïêñáôßáò ÊõñéÜêïõ ÌçôóïôÜêç ìå ôïí äéïéêçôÞ ôçò ÔñÜðåæáò ÅëëÜäïò ÃéÜííç ÓôïõñíÜñá.Áíôéêåßìåíï ôçò óõíÜíôçóçò ôá êüêêéíá äÜíåéá, ÄåõôÝñá 19 Íïåìâñßïõ 2018 (EUROKINISSI/ ÃÉÁÍÍÇÓ ÐÁÍÁÃÏÐÏÕËÏÓ)

Χρειάστηκαν οκτώ χρόνια, τρία προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, εκταμιεύσεις δόσεων δανείων της τάξης των 290 δισ. ευρώ συνολικά στο πλαίσιο αυτών των τριών προγραμμάτων, σημαντική αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους και τρεις γύροι ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών για να εξέλθει η Ελλάδα από την οικονομική κρίση, με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα να σημειώνει ότι σε καμία άλλη χώρα-μέλος της ευρωζώνης σε καθεστώς προγράμματος οικονομικής προσαρμογής δεν συνέβη αυτό.

Παράλληλα, σημείωσε ο κ Στουρνάρας, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να ανακάμπτει με ρυθμούς ανάπτυξης πάνω από 2%, παρά την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, μιλώντας στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, υποστήριξε ότι «τα τρία προγράμματα οικονομικής προσαρμογής συνέβαλαν αποφασιστικά στην εξάλειψη των σημαντικότερων οικονομικών ανισορροπιών, ενώ το δημόσιο χρέος έχει αναχρηματοδοτηθεί από τους δανειακούς πόρους που διατέθηκαν από τους εταίρους της Ελλάδας στο πλαίσιο των τριών προγραμμάτων προσαρμογής με πολύ ευνοϊκούς όρους, και διακρατείται σε πολύ μεγάλο ποσοστό από διεθνείς οργανισμούς (κυρίως τον ESM, που είναι πλέον ο ευρωπαϊκός οργανισμός με τη μεγαλύτερη έκθεση στο ελληνικό δημόσιο χρέος, και δευτερευόντως το Ευρωσύστημα και το ΔΝΤ, προς το οποίο το Νοέμβριο του 2019 αποπληρώθηκε ήδη μέρος του χρέους), καθώς και από κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ».

Οι προτάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για την οικονομική πολιτική

1ον Η εφαρμογή μιας μακροχρόνιας δημοσιονομικής πολιτικής και ενός δημοσιονομικού μίγματος που θα αποβλέπουν στην ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, χωρίς όμως να αποτελούν εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη.

Εκτιμάται από την Τράπεζα της Ελλάδος, μετά από τη διεξαγωγή άσκησης βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους με τη χρήση κατάλληλου υποδείγματος, ότι η μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα για το 2021 και το 2022 σε πιο ρεαλιστικό επίπεδο από το σημερινό, δηλαδή κοντά στο 2,2% του ΑΕΠ αντί του 3,5% που ισχύει σήμερα (υπενθυμίζεται ότι μετά το 2022 ο μέσος όρος των πρωτογενών πλεονασμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ θα είναι 2,2%) δεν θα επηρέαζε τη βιωσιμότητα του χρέους, ενώ θα ενίσχυε την οικονομική ανάπτυξη, σε συνδυασμό μάλιστα με την έγκαιρη υλοποίηση των απαραίτητων και συμφωνημένων μεταρρυθμίσεων και του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων. Υπέρ της εκτίμησης αυτής συνηγορούν η σημαντική αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών τίτλων καθώς και η πρόωρη αποπληρωμή μέρους του δανείου του ΔΝΤ που ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο.

2ον Η ριζική αντιμετώπιση των προκλήσεων στον τραπεζικό τομέα, που είναι το υψηλό απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση (DTC) και οι διάσπαρτες διατάξεις και ρυθμίσεις που καθορίζουν το πλαίσιο αφερεγγυότητας και πτώχευσης. Μια αποφασιστική λύση στα προβλήματα αυτά θα καταστήσει τις τράπεζες επενδυτικές ευκαιρίες και θα τους επιτρέψει να στρέψουν την προσοχή τους σε σύγχρονα επιχειρηματικά μοντέλα, στην αναζήτηση νέων επικερδών αναπτυξιακών ευκαιριών και δραστηριοτήτων, σε νέες τεχνολογίες και, πάνω απ’ όλα, στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

3ον Η ενίσχυση του “τριγώνου της γνώσης”, δηλ. της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας, με την υιοθέτηση πολιτικών και μεταρρυθμίσεων που ενθαρρύνουν την έρευνα, διευκολύνουν τη διάδοση της τεχνολογίας, τονώνουν την επιχειρηματικότητα και ενισχύουν τους δεσμούς μεταξύ επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων.

4ον Η αντιμετώπιση της υψηλής ανεργίας. Τα ποσοστά ανεργίας των νέων, των γυναικών και των μακροχρόνια ανέργων παραμένουν υψηλά και αναδεικνύουν την ανάγκη διατήρησης της ευελιξίας της αγοράς εργασίας αφενός και εφαρμογής επιπρόσθετων στοχευμένων πολιτικών στήριξης της απασχόλησης για αυτές τις ομάδες αφετέρου.

5ον Η αντιστροφή του brain drain, δηλαδή της μαζικής φυγής στο εξωτερικό ενός σημαντικού τμήματος του ανθρώπινου δυναμικού με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, δεξιότητες και επαγγελματικά προσόντα. Το φαινόμενο αυτό επηρέασε σημαντικά το μέγεθος και την ποιότητα του εργατικού δυναμικού, επιδείνωσε τους δημογραφικούς δείκτες της χώρας και διεύρυνε το χάσμα μεταξύ προσφοράς και ζήτησης δεξιοτήτων. Συνεπώς, η χάραξη και η αξιόπιστη εφαρμογή μιας ολιστικής εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής που θα βασίζεται στην ενδελεχή ανάλυση των κλάδων παραγωγής, με σκοπό την ταυτοποίηση των απαιτούμενων δεξιοτήτων υψηλής εξειδίκευσης, είναι προτεραιότητα για την αναστροφή του φαινομένου (“brain regain”).

6ον Η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής τους ώστε να καλύπτουν το σύνολο των τομέων όπου υστερεί η Ελλάδα σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους στους διεθνείς δείκτες ανταγωνιστικότητας. Ενδεικτικά, οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, την επιτάχυνση των διαδικασιών για την απόκτηση (μέσω αγοραπωλησίας) και εγγραφή εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων και για την έκδοση οικοδομικών αδειών και τη βελτίωση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση. Σύμφωνα με τους δείκτες διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας, υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτίωσης, ειδικά αν οι μεταρρυθμίσεις εστιάσουν στη βελτίωση του κράτους δικαίου και της ποιότητας του ρυθμιστικού περιβάλλοντος. Ο δρόμος της επιτάχυνσης της ανάπτυξης είναι δύσκολος και απαιτεί παρεμβάσεις μακριά από τις αγκυλώσεις που μέχρι σήμερα έχουν λειτουργήσει ως βαρίδι στην ανάπτυξη και στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Με άλλα λόγια, απαιτείται μια “νοοτροπία” που θα προωθεί την εφαρμογή των νόμων, τη λογοδοσία, την ορθή και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης χωρίς παρεμβάσεις, την ποιότητα του ρυθμιστικού πλαισίου, και την εμπιστοσύνη στη σωστή λειτουργία και ανεξαρτησία των θεσμών του κράτους.

7ον Η αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης και γενικότερα της κρατικής λειτουργίας. Η μείωση της γραφειοκρατίας, οι ευκολότερες αδειοδοτήσεις, η εισαγωγή διεθνών λογιστικών προτύπων και σύγχρονων μεθόδων διοίκησης σε μεγάλους κρατικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις, η ψηφιοποίηση των διαδικασιών και η εισαγωγή μεθόδων αξιολόγησης, καθώς και η αύξηση της κινητικότητας του προσωπικού εντός της δημόσιας διοίκησης, θα βελτιώσουν κατακόρυφα την παραγωγικότητα και τη διαφάνεια.

Exit mobile version