search icon

Οικονομία

Τα σενάρια για τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών (πίνακας)

Τι συζητά η κυβέρνηση και τι ζητούν οι εργοδότες

Νέες μειώσεις εισφορών 2 έως 3 ποσοστιαίες μονάδες για τη μισθωτή απασχόληση θα περιλαμβάνει το προεκλογικό πρόγραμμα της Ν.Δ., οι οποίες θα εφαρμοστούν αν ανανεωθεί η θητεία της παρούσας κυβέρνησης σε βάθος 4ετίας και ανάλογα με τον δημοσιονομικό χώρο.

Την ίδια ώρα, στελέχη του οικονομικού επιτελείου δεν αποκλείουν τη μείωση των εισφορών κατά 0,60 ποσοστιαίες μονάδες έως το τέλος του 2023 με προοπτική μονιμοποίησης στη συνέχεια προκειμένου να ολοκληρωθεί η προεκλογική δέσμευση της Ν.Δ. για σωρευτική μείωση 5 ποσοστιαίων μονάδων.

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε προ ημερών στη συνέντευξη Τύπου για την οικονομία ότι «είναι στις προθέσεις μας οι μειώσεις των ασφαλιστικών εισφορών», τονίζοντας ότι το κόστος θα καλυφθεί από μόνιμες και όχι από προσωρινές πηγές χρηματοδότησης.

Το ετήσιο κόστος της μόνιμης μείωσης των εισφορών ανέρχεται σε 900 εκατ. ευρώ για τον ΕΦΚΑ, το οποίο καλύπτεται από τον Προϋπολογισμό, ενώ η περαιτέρω μείωση κατά 0,60% θα κοστίσει επιπλέον 150-200 εκατ. ευρώ.

Υπενθυμίζουμε ότι έως τώρα οι εισφορές μειώθηκαν κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες τον Ιούνιο του 2020 (0,42 π.μ. για τον εργαζόμενο και 0,48 π.μ. για τον εργοδότη) και κατά 3 π.μ. τον Ιανουάριο του 2021 (1,21 π.μ. για τον εργαζόμενο και 1,79 π.μ. για τον εργοδότη). Επίσης, από 1/6/2022 μειώθηκε το ύψος των εισφορών επικουρικής ασφάλισης από 6,5% σε 6%, ισόποσα για εργοδότες και μισθωτούς.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, ως αποτέλεσμα αυτών των μειώσεων της λεγόμενης «φορολογικής σφήνας» (tax wedge), αυξάνεται το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και, ταυτόχρονα, επέρχεται ελάφρυνση στο μη μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων. Ολα αυτά με τη σειρά τους οδηγούν σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και ενίσχυση της απασχόλησης.

Οπως αναφέρουν τα στοιχεία της Eurostat, ειδικά για τους χαμηλόμισθους εργαζόμενους, ενώ το 2019, με βάση το μέγεθος της «φορολογικής σφήνας», η Ελλάδα βρισκόταν στη 14η θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε., το 2021 ανέβηκε στην 5η καλύτερη θέση και με τη σημερινή μείωση αναμένεται περαιτέρω βελτίωση της κατάταξής της. Δηλαδή, το ποσοστό των ασφαλιστικών εισφορών, που ήταν 40,56% τον Ιούλιο του 2019, μειώθηκε αρχικά στο 39,66% και με τη νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών από 1/1/2021 κατέβηκε στο 36,66%.

Ωστόσο αυτή η βελτίωση αφορά μόνο τους αμειβόμενους με τον κατώτατο μισθό, καθώς στους μέσους και υψηλούς μισθούς το μη μισθολογικό κόστος εξακολουθεί να επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και να στερεί διαθέσιμο εισόδημα από τους μισθωτούς.

Οι εργοδοτικοί φορείς επαναφέρουν, με αφορμή την έναρξη της διαδικασίας για τον καθορισμό του νέου κατώτατου μισθού, το πάγιο αίτημά τους για περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, τονίζοντας ότι παρά τις μειώσεις, το κόστος για τις επιχειρήσεις είναι υψηλό. Μάλιστα ο διευθυντής του Τομέα Απασχόλησης του ΣΕΒ Χρήστος Ιωάννου βάζει στο τραπέζι την πρόταση αν η μείωση δεν είναι δημοσιονομικά εφικτό να γίνει για όλους, ας γίνει σε πρώτη φάση για τους χαμηλόμισθους. Δίνει, επίσης, έμφαση στο αίτημα για την τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας, το οποίο έχει υποβληθεί και από άλλους φορείς. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα ένα μέρος των αυξήσεων που δίνονται θα απορροφηθεί από τη φορολογία, καθώς ο αμειβόμενος με τον κατώτατο μισθό θα ξεπεράσει το αφορολόγητο όριο, ενώ οι αμειβόμενοι με υψηλότερους μισθούς θα ανέβουν φορολογική κλίμακα.

Με τον σημερινό κατώτατο μισθό ύψους 713 ευρώ ένας άγαμος που δεν δικαιούται προσαύξηση λόγω τριετιών κοστίζει στην επιχείρηση 1.019 ευρώ, από 947,8 ευρώ που κόστιζε πριν από την τελευταία αύξηση. Σύμφωνα με τον πίνακα που έχει επεξεργαστεί η ΕΣΕΕ, ο μεικτός μισθός για τον αμειβόμενο με τα κατώτατα όρια θα ανέλθει σε 831,8 ευρώ, ο καθαρός σε 714,3 (συνυπολογίζονται και τα δώρα), ενώ το κέρδος του θα είναι 50 ευρώ μηνιαίως.

Συμπερασματικά, οι εργοδότες τονίζουν ότι η επιβάρυνση είναι πολύ υψηλότερη από την ονομαστική αύξηση που λαμβάνει ως τελικό πληρωτέο ο εργαζόμενος, αφού ο εργοδότης θα πρέπει να καταβάλλει υψηλές ασφαλιστικές εισφορές (εργοδότη αλλά και εργαζομένου). Επιπλέον οι ασφαλιστικές εισφορές στη μισθωτή απασχόληση είναι υψηλότερες από τις εισφορές που καλείται να πληρώσει ο ελεύθερος επαγγελματίας.

Την ανάγκη ελάφρυνσης του φορολογικού και ασφαλιστικού βάρους της μισθωτής εργασίας έχει υπογραμμίσει και η Επιτροπή Πισσαρίδη, η οποία καλεί την κυβέρνηση να αναλάβει δράση για τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους στην Ελλάδα.

Ενδεικτικά, όπως αναφέρεται στην έκθεση, μισθωτός που λαμβάνει καθαρό μισθό ύψους 1.000 ευρώ μηνιαίως (δηλαδή 14.000 ευρώ ετησίως) κοστίζει περίπου 23.000 ευρώ ετησίως στον εργοδότη. Σε περίπτωση μάλιστα που ο τελευταίος θελήσει να δώσει καθαρή αύξηση στον εργαζόμενο, ύψους 1.000 ευρώ ετησίως, τότε αυτό θα κοστίσει περίπου 2.000 ευρώ.

Την ίδια ώρα, μισθωτός που λαμβάνει καθαρό μισθό 2.500 ευρώ μηνιαίως (δηλαδή 35.000 ευρώ ετησίως) κοστίζει 76.000 ευρώ ετησίως στον εργοδότη, ενώ το κόστος του εργοδότη για καθαρή αύξηση 1.000 ευρώ ανέρχεται σε 3.000 ευρώ.

Διαβάστε ακόμη:

Δωμάτιο με θέα: H σουίτα 117 του Hotel du Lac στα Ιωάννινα

Γιώργος Σακελλάρης: Το «έξυπνο» project του ομογενή billionaire για τις ΑΠΕ και οι business στην Ελλάδα (pics)

Τουρισμός: Μπαράζ 5άστερων επενδύσεων σε όλη την Ελλάδα (pics)

Exit mobile version