Οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, με την από κοινού επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν, προστίθενται σε μία αλυσίδα σοβαρών διαταραχών από την πλευρά της προσφοράς, με πιο πρόσφατες αυτές που ακολούθησαν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την αστάθεια στη δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ, αναφέρει το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του Economic Research της Alpha Bank. Ειδικότερα όπως σημειώνει, οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις και η γεωπολιτική ένταση ασκούν πίεση στις εφοδιαστικές αλυσίδες και κυρίως στο κόστος μεταφοράς.
Η αναταραχή στις θαλάσσιες οδούς, ιδιαίτερα σε κρίσιμα σημεία διεθνούς εμπορίου, οδηγεί σε υψηλότερα ναύλα και ασφάλιστρα κινδύνου, κάτι που σε συνδυασμό με τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές ενέργειας ενδέχεται να οδηγήσουν σε αναζωπύρωση του πληθωρισμού, επισημαίνεται στο Δελτίο.
Η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, κατέγραψε ρυθμό μεγέθυνσης 2,4% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο, ενώ για το σύνολο του έτους η άνοδος διαμορφώθηκε σε 2,1%, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27: 1,5%). Η ελληνική οικονομία, συνεπώς, είναι σε τροχιά ανόδου και διαθέτει υψηλή αντοχή υποστηριζόμενη από τα δημοσιονομικά πρωτογενή πλεονάσματα των τελευταίων ετών.
Το εύρος των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από κρίσιμες παραμέτρους, όπως η διάρκεια των συγκρούσεων, ο βαθμός διαταραχής στις ενεργειακές ροές, καθώς και η γεωγραφική έκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων που θα καθορίσει αν περισσότερες χώρες θα εμπλακούν άμεσα ή έμμεσα.
Ανάλυση Επιπτώσεων
Αναφορικά με την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ελλάδας θα πρέπει να σημειωθεί ότι η χώρα δεν εισάγει πετρέλαιο και φυσικό αέριο από το Ιράν, αναφέρει το Δελτίο της Alpha Bank. Με βάση τα στοιχεία του 2024, το σύνολο των εισαγωγών φυσικού αερίου (εκτός LNG) προήλθε από τη Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν, ενώ πάνω από το 60% των εισαγωγών πετρελαίου προήλθε από το Ιράκ, το Καζακστάν και τη Λιβύη.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, με σημαντική εξάρτηση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, την καθιστά ευάλωτη σε έντονες αυξήσεις των διεθνών τιμών ενέργειας.
Συγκεκριμένα, το συνολικό μερίδιο του πετρελαίου, των παραγώγων αυτού και του φυσικού αερίου στην τελική κατανάλωση ενέργειας (για ενεργειακή χρήσηii) ήταν 61% το 2024, από τα υψηλότερα στην ΕΕ-27. Επιπρόσθετα, η άμεση επίδραση του τουρισμού στην ελληνική οικονομία, όπως προσεγγίζεται από τα μερίδια των κλάδων υπηρεσιών παροχής καταλύματος και εστίασης στη συνολική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ), είναι η δεύτερη υψηλότερη μετά την Κροατία.
Ως εκ τούτου, η παράταση της διάρκειας ή/και διεύρυνση της σύγκρουσης θα μπορούσε να έχει μακροοικονομικές επιπτώσεις μέσα από τα ακόλουθα κανάλια:
Πρώτον, της ενίσχυσης της ενεργειακής συνιστώσας του πληθωρισμού και κατά συνέπεια του γενικού επιπέδου τιμών. Μία διαταραχή από την πλευρά της προσφοράς, με διάρκεια αρκετών μηνών λόγω της ανόδου των τιμών της ενέργειας και των περιορισμών στις θαλάσσιες και εμπορικές διαδρομές που αυξάνουν το κόστος και το χρόνο μεταφοράς, αναμένεται να ενισχύσει το κόστος παραγωγής και τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Όπως παρατηρήθηκε το 2022, μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, η άνοδος των τιμών της ενέργειας και του κόστους παραγωγής ενδέχεται να διαχυθεί και σε άλλες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, όπως τα τρόφιμα. Σημειώνεται ότι, μετά την άνοδο κατά 41% το 2022, η ενεργειακή συνιστώσα του πληθωρισμού (HICP-Energy) υποχώρησε τα επόμενα τρία έτη (Γράφημα 3α), ωστόσο παραμένει 19,5% υψηλότερη σε σύγκριση με το 2021. Επιπλέον, μία νέα ενεργειακή κρίση ενδέχεται να επιδεινώσει το έλλειμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών -πρωτίστως μέσω της διεύρυνσης του ελλείματος του ισοζυγίου καυσίμων- το οποίο αποτελεί διαχρονικά διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας (Γράφημα 3β).
Δεύτερον, της αποδυνάμωσης των εισερχόμενων ταξιδιωτικών ροών και ως εκ τούτου των ταξιδιωτικών εισπράξεων. Η αυξημένη αβεβαιότητα στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις για τον ελληνικό τουρισμό, οδηγώντας σε μείωση των αφίξεων, ιδίως μέσω κρουαζιέρας.
Εάν, ωστόσο, το πεδίο των επιχειρήσεων περιοριστεί στη Μέση Ανατολή, ο ελληνικός τουρισμός πιθανότατα να ευνοηθεί, αυξάνοντας το μερίδιο αγοράς έναντι των ανταγωνιστικών προορισμών, όπως είχε παρατηρηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 2010 κατά την Αραβική Άνοιξη. Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να σημειωθεί ότι ο ελληνικός τουρισμός αποδείχτηκε ιδιαίτερα ανθεκτικός στην πανδημική κρίση, καθώς ανέκαμψε με ταχύ ρυθμό μετά τις ισχυρές αρνητικές επιδράσεις των lockdowns, καταγράφοντας νέα ιστορικά υψηλά τα τελευταία χρόνια και αυξάνοντας το μερίδιό του στις παγκόσμιες τουριστικές αφίξεις (βλ. Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της 16.2.2026).
Τρίτον, της καθυστέρησης στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ως απόρροια της αυξημένης αβεβαιότητας αλλά και του υψηλού ενεργειακού κόστους. Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς το 2026 αποτελεί το τελευταίο έτος υλοποίησης του προγράμματος Next Generation EU και απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να έχουν ολοκληρώσει του στόχους και τα ορόσημα που προβλέπονται στα εθνικά τους σχέδια μέχρι το τέλος Αυγούστου προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων.
Το δεσμευτικό αυτό χρονοδιάγραμμα ενδέχεται, ωστόσο, να λειτουργήσει ως κίνητρο για την υλοποίηση των επενδύσεων και την αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων και επομένως ως σταθεροποιητικός παράγοντας της οικονομικής δραστηριότητας. Βάσει των τελευταίων διαθέσιμων προβλέψεων iii, οι επενδύσεις αναμενόταν να επιταχυνθούν το τρέχον έτος, και να επιβραδυνθούν σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, καθώς η υλοποίηση του προγράμματος θα εξακολουθήσει να στηρίζει τη δυναμική τους.
Μεταξύ των παραγόντων που δύνανται να αντισταθμίσουν τις τυχόν δυσμενείς επιδράσεις είναι η θετική δυναμική της ελληνικής οικονομίας, καθώς και η δημοσιονομική σταθερότητα και τα πρωτογενή πλεονάσματα τα οποία έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια και έχουν συμβάλλει στη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου που μπορεί να αξιοποιηθεί για τη λήψη μέτρων στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων (βλ. Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της 27.2.2026). Αναλυτικότερα, με βάση τις επιδόσεις του πραγματικού ΑΕΠ το τέταρτο τρίμηνο του περασμένου έτους, η στατιστική επίδραση βάσης (carry-over effect) του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης του 2025 επί του προσδοκώμενου ρυθμού μεγέθυνσης του 2026 εκτιμάται σε 1,1%iv.
Επιπρόσθετα, το 2025, για πρώτη φορά μετά την πανδημία, η συνεισφορά των επενδύσεων (1,5 ποσοστιαίες μονάδες) στην άνοδο του ΑΕΠ (2,1%) ξεπέρασε την αντίστοιχη της ιδιωτικής κατανάλωσης (1,4 π.μ.), ενώ ακολούθησαν οι καθαρές εξαγωγές (1,2 π.μ.) και η δημόσια κατανάλωση (0,1 π.μ.), με τα αποθέματα (συμπ. των στατιστικών διαφορών) να έχουν αρνητική συνεισφορά (-2,1 π.μ.). Η σημαντική άνοδος των επενδύσεων το 2025 (8,9%) αποδίδεται κυρίως στη διψήφια αύξηση του δευτέρου εξαμήνου (13,6%), ενώ θετική δυναμική καταγράφηκε σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες. Αναλυτικότερα, οι επενδύσεις σε κατοικίες σημείωσαν τη μεγαλύτερη άνοδο (22,4%), καταγράφοντας μάλιστα αύξηση άνω του 40% το τέταρτο τρίμηνο, ενώ ακολούθησαν οι επενδύσεις σε μεταφορικό εξοπλισμό (20,8%) και λοιπές κατασκευές εκτός κατοικιών (8,3%).
Η Ελληνική Οικονομία σε Αριθμούς
Γεωπολιτική Αστάθεια στη Μέση Ανατολή: Ενέργεια, Εμπόριο και Χρηματοοικονομικές Αγορές
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εξελίσσεται ραγδαία τις δύο τελευταίες εβδομάδες, αυξάνοντας σημαντικά τη γεωπολιτική αστάθεια όπως αντικατοπτρίζεται στην εξέλιξη του παγκόσμιου δείκτη γεωπολιτικού κινδύνου GPRv, σε επίπεδα ανάλογα με εκείνα του περασμένου καλοκαιριού, μετά την αλλαγή της δασμολογικής πολιτικής των ΗΠΑ (Γράφημα 4). Σήμερα δεν επηρεάζονται μόνο οι αραβικές χώρες που εμπλέκονται άμεσα, αλλά και οι ευρωπαϊκές χώρες που είναι γεωγραφικά κοντά στη φλεγόμενη περιοχή ή επηρεάζονται έμμεσα. Ποιες είναι, όμως, οι άμεσες επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές;
Ο πόλεμος έχει άμεσες επιπτώσεις στις τιμές του πετρελαίου, παρά το γεγονός ότι οι ιρανικές εξαγωγές αντιπροσωπεύουν μόλις το 2% της παγκόσμιας κατανάλωσης (Energy Information Administration-ΕΙΑ). Επιπλέον, οι συγκρούσεις οδήγησαν στον αποκλεισμό της διέλευσης τάνκερ από τα Στενά του Ορμούζ από όπου διακινούνται περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων ημερησίως – περίπου το 1/5 της παγκόσμιας κατανάλωσης – καθώς και οι εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που αντιστοιχούν σε περίπου 20% του παγκόσμιου εμπορίου LNG (“How will the Iran conflict hit European energy markets?”, Bruegel, 2/3/26). Επιπλέον, επλήγησαν και περιφερειακές υποδομές σε 8 αραβικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων διυλιστηρίων στη Σαουδική Αραβία και εγκαταστάσεων φυσικού αερίου στο Κατάρ.
Η τιμή του πετρελαίου brent σήμερα (12/3/26) διαμορφώθηκε περίπου στα 98$/βαρέλι περίπου και του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου περίπου στα 51 €/MWh. Σημειώνεται ότι οι προμήθειες φυσικού αερίου από το Κατάρ, το οποίο έχει διακόψει την παραγωγή, αντιστοιχούν στο 8% των ευρωπαϊκών εισαγωγών. Οι πολεμικοί στόχοι της αμερικανικής κυβέρνησης δεν έχουν εξηγηθεί με σαφήνεια. Εκτός από την εγκαθίδρυση νέου πολιτικού καθεστώτος και την αποτροπή των πυρηνικών φιλοδοξιών του Ιράν, η αύξηση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου της χώρας, μπορεί να συνιστά έναν ακόμη στόχο, δεδομένου ότι το Ιράν διαθέτει το 10% και 15% των παγκόσμιων αποθεμάτων αντίστοιχα.
Το Ιράν παρήγαγε 7 εκατ. βαρέλια/μέρα τη δεκαετία του 1970, έναντι μόλις 4 εκατ. σήμερα (ΕΙΑ). Οι επιθέσεις στις χώρες του Κόλπου αποτέλεσαν έκπληξη και ο κίνδυνος επιθέσεων σε άλλες περιοχές του κόσμου αυξάνεται. Η έλλειψη ισχυρής στήριξης από τους παραδοσιακούς συμμάχους του Ιράν, δηλαδή την Κίνα (η οποία πλέον δεν θα μπορεί να προμηθεύεται φθηνό πετρέλαιο), και την Ρωσία ( η οποία θα πουλάει το πετρέλαιο ακριβότερα στην Κίνα και την Ινδία, περιορίζει τον κίνδυνο ευρύτερης κλιμάκωσης.
Οι οικονομικές συνέπειες θα εξαρτηθούν από τη δυνατότητα προμήθειας πετρελαίου και φυσικού αερίου των ανεπτυγμένων χωρών και άρα από την έκταση και τη διάρκεια της αύξησης των τιμών ενέργειας. Με βάση τις πρόσφατες αναλύσεις ευαισθησίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ, Δεκέμβριος 2025), εκτιμάται ότι μια αύξηση των τιμών του πετρελαίου κατά 10% θα οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού κατά περίπου 0,1 ποσοστιαίες μονάδες στις ΗΠΑ και κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες στην ευρωζώνη σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα 3 μηνών.
Όσον αφορά την ανάπτυξη, ο πληθωρισμός που πιθανώς θα προκύψει από την αύξηση των τιμών ενέργειας μειώνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και αυξάνει το εμπορικό έλλειμμα, κυρίως στον τομέα της ενέργειας. Επειδή οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, ο αντίκτυπος στον ρυθμό ανάπτυξής της θα είναι μικρότερος. Στην ευρωζώνη, όμως μία αύξηση κατά 10% των τιμών του πετρελαίου, εκτιμάται ότι θα μειώσει το πραγματικό ΑΕΠ κατά περίπου 0,1 έως 0,2 ποσοστιαίες μονάδες σε ορίζοντα 2 ετών.
Οι συγκρίσεις με τις δύο μεγάλες πετρελαϊκές κρίσεις δεν είναι δικαιολογημένες. Στην κρίση του 1973, μετά τον Πόλεμο του Yom Kippur, οι τιμές πετρελαίου τετραπλασιάσθηκαν, ενώ με την Ιρανική Επανάσταση του 1979 ή τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ το 1984, οι τιμές διπλασιάσθηκαν. Επιπλέον, η Σαουδική Αραβία έχει τη δυνατότητα να αυξήσει την παραγωγή της, σε ένα περιβάλλον όπου η χώρα έχει έρθει πολύ πιο κοντά στη Δύση, αφού οι σχέσεις της με το Ιράν έχουν επιδεινωθεί. Επιπλέον, το βάρος της ενέργειας στο ΑΕΠ των ανεπτυγμένων οικονομιών έχει μειωθεί στο μισό σε σχέση με τη δεκαετία του 1970 και του 1980. Παρ’ όλα αυτά, ο αντίκτυπος θα είναι πιο έντονος αν η σύγκρουση παραταθεί, λόγω της υψηλότερης αβεβαιότητας (“Conflict in the Middle East: what consequences for the markets?”, Rothschild & Co, 4/3/26).
Στην ευρωζώνη, υπάρχουν μέτριες προσδοκίες για αύξηση του πληθωρισμού που ωθούν τα ευρωπαϊκά επιτόκια υψηλότερα. Αμέσως μετά το ξέσπασμα του πολέμου, καταγράφηκε ήπια άνοδος στην καμπύλη αποδόσεων των ομολόγων, ενώ παράλληλα μειώθηκαν οι αποτιμήσεις των μετοχών. Τις τελευταίες 12 ημέρες, δε, οι χρηματιστηριακοί δείκτες σε ΗΠΑ και Ευρώπη παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις (Γράφημα 5).
Σε άλλες πολεμικές συγκρούσεις, όπως στον Πόλεμο του Κόλπου (1990–1991), στο Ιράκ το 2003 και την Ουκρανία το 2022, οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας οδήγησαν τις χρηματιστηριακές αγορές σε βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις, αλλά ανέκαμψαν σχετικά γρήγορα στα αρχικά τους επίπεδα. Η διόρθωση στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια από το τέλος Φεβρουαρίου (Γράφημα 5α), αντανακλά την υψηλότερη αβεβαιότητα και την ανησυχία για τον αντίκτυπο στην τιμή του φυσικού αερίου, που αποτελεί και σημαντικό δείκτη για τις τιμές ηλεκτρισμού, οδηγώντας σε σημαντικότερη αύξηση του ενεργειακού κόστους σε σχέση με τις ΗΠΑ, οι οποίες επωφελούνται από τη θέση τους ως κορυφαίος παραγωγός ενέργειας.
Τέλος, ο πόλεμος των ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν συμπίπτει με μία δύσκολη συγκυρία που η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να απορροφά τις πληθωριστικές και αναπτυξιακές συνέπειες του δασμολογικού σοκ Trump (“War in the Middle East – implications for markets and macro”, 2/3/26, ING).
Τα στενά του Ορμούζ αποτελούν το σημαντικότερο σημείο διέλευσης του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας και πλέον βρίσκονται σε εμπόλεμη ζώνη. Ακόμη και χωρίς επίσημο αποκλεισμό, οι εμπορικές συνέπειες έχουν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται: τα ασφάλιστρα μεταφορών εκτοξεύονται και τα πλοία αλλάζουν πορείες ή σταματούν τις διελεύσεις τους. Οι δευτερογενείς επιπτώσεις ξεπερνούν κατά πολύ τον τομέα της ενέργειας. Το κλείσιμο του εναέριου χώρου του Κόλπου διαταράσσει τις αεροπορικές διαδρομές μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.
Η Ευρώπη εξαρτάται λιγότερο από το πετρέλαιο και το LNG του Κόλπου σε σχέση με την Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία ή τη Νότια Κορέα, αλλά δεν είναι προστατευμένη. Το πετρέλαιο και το LNG διαπραγματεύονται στις παγκόσμιες αγορές, οπότε οποιοσδήποτε αποκλεισμός των στενών του Ορμούζ μπορεί να προκαλέσει άμεσες αυξήσεις τιμών που θα πλήξουν και την Ευρώπη, ανεξάρτητα από το πού εισάγει ενέργεια (“How will the Iran conflict hit European energy markets?”, Bruegel, 2/3/26).
Η “έκθεση” της Ευρώπης σε γεωπολιτικούς κραδασμούς παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συνεχιζόμενη εξάρτησή της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα που διακινούνται σε ασταθείς διεθνείς αγορές – ακόμη κι αν έχει μετατοπίσει σημαντικά την εξάρτησή της από τη Ρωσία σε άλλους προμηθευτές, κυρίως τις ΗΠΑ. Η σημερινή κατάσταση υπενθυμίζει ότι μόνο με τη μείωση της δομικής εξάρτησης από τις εισαγωγές πετρελαίου και LNG μπορεί η Ευρώπη να θωρακίσει βιώσιμα την οικονομία της απέναντι σε επαναλαμβανόμενους εξωτερικούς κραδασμούς.
Διαβάστε ακόμη
UBS: Το «καλό», το «κακό» και το «άσχημο» σενάριο για πετρέλαιο και φυσικό αέριο
Φεντερίκο Βαλβέρδε: Το «κοκαλιάρικο αγόρι» που έγινε ο «Mr. 18 εκατομμύρια» της Ρεάλ Μαδρίτης
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
