Το δημογραφικό περιβάλλον στο οποίο λειτουργούν οι τράπεζες αλλάζει δραματικά και η αλλαγή αυτή δεν είναι άνευ κινδύνων. Η κατανόηση των επιπτώσεων της γήρανσης του πληθυσμού για τις τράπεζες μπορεί να βοηθήσει να διασφαλιστεί ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας θα μπορέσει να προσαρμοστεί καθώς η Ευρώπη πλοηγείται σε μια νέα δημογραφική εποχή. Αυτό αναφέρει ο Πατρίκ Μοντανιέ, μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ.
Το εγχείρημα δεν είναι καθόλου εύκολο και εγκυμονεί κινδύνους. Λιγότερα νοικοκυριά μικρότερης ηλικίας σημαίνουν λιγότερα νέα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, άρα μικρότερος ρυθμός ανάπτυξης, ενώ ένας μεγαλύτερος πληθυσμός συνταξιούχων σημαίνει ότι δημιουργείται μεγαλύτερη ζήτηση για προϊόντα ρευστότητας και διαχείρισης πλούτου. Μπορεί όμως να σημαίνει και μείωση της αξίας των ακινήτων που αποτελούν ενέχυρα για τα χαρτοφυλάκια των τραπεζών. Επομένως, ο τρόπος λειτουργίας των τραπεζών πρέπει να ανακατευθυνθεί, αλλά και να φροντίσει να καλύψει τους κινδύνους της μετάβασης.
Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία γονιμότητας της Eurostat, η χώρα μας είναι η πέμπτη χειρότερη στην Ευρώπη μετά τη Μάλτα, την Ιταλία, την Ισπανία, και την Πολωνία. Επομένως, οι ελληνικές τράπεζες πρέπει να αντιμετωπίσουν άμεσα το θέμα της προσαρμογής τους στα δεδομένα αυτά – εκτός και αν η κρατική πολιτική επιτρέψει την άνοδο των γεννήσεων.
Ο ρυθμός της δημογραφικής αλλαγής επιταχύνεται σε όλο τον κόσμο. Τα ποσοστά γονιμότητας μειώνονται σχεδόν παντού, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών όπου κάποτε αναπτύσσονταν γρήγορα. Απαιτείται ποσοστό αναπλήρωσης 2,1 γεννήσεων ανά γυναίκα για να παραμείνει ένας πληθυσμός σταθερός χωρίς μετανάστευση. Αλλά όταν τα ποσοστά γονιμότητας μειώνονται σε περίπου 1,5, όπως συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, κάθε διαδοχική γενιά συρρικνώνεται κατά περίπου το ένα τέταρτο σε σχέση με την προηγούμενη. Αυτή η τάση, η οποία είναι εδώ και καιρό εμφανής στις προηγμένες οικονομίες, εξαπλώνεται τώρα και σε χώρες μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος. Στη χώρα μας αντιστοιχούν με βάση τα στοιχεία αυτά 1,25 παιδιά ανά γυναίκα.
Οι δημογραφικές μετατοπίσεις αναδιαμορφώνουν τα οικονομικά θεμέλια πάνω στα οποία λειτουργούν οι τράπεζες. Ενας γηράσκων πληθυσμός τείνει να αποταμιεύει περισσότερο, να δανείζεται λιγότερο και να προτιμά επενδύσεις χαμηλότερου κινδύνου.
Οι κίνδυνοι
Αυτός ο μετασχηματισμός εγείρει μια σειρά από ερωτήματα. Πόσο σταθερή θα παραμείνει η τοπική χρηματοδότηση καθώς οι ηλικιωμένοι αντλούν αποταμιεύσεις και άλλα περιουσιακά στοιχεία για να διαβιώσουν; Πώς θα μπορούσαν να εξελιχθούν οι αξίες των εξασφαλίσεων σε περιοχές όπου η πυκνότητα του πληθυσμού ή η ζήτηση κατοικιών μειώνεται; Θα μπορούσαν τα εξελισσόμενα δημογραφικά πρότυπα να γίνουν μια νέα πηγή ευπάθειας για το τραπεζικό σύστημα; Αυτά είναι όλα τα ερωτήματα που θα πρέπει να διερευνηθούν περαιτέρω.
H Ευρώπη αντιμετωπίζει μια βαθιά δημογραφική μετάβαση, με προκλήσεις που θυμίζουν την εμπειρία της Ιαπωνίας, μιας χώρας με έναν από τους γηραιότερους πληθυσμούς παγκοσμίως.
Η φυσική αύξηση του πληθυσμού δεν επαρκεί, με αποτέλεσμα η μετανάστευση να παίζει καθοριστικό ρόλο. Οι εισροές τόσο από χώρες εκτός Ε.Ε. όσο και εντός αυτής ενισχύουν την ανάπτυξη, αλλά συγκεντρώνονται κυρίως σε αστικά κέντρα, αφήνοντας αγροτικές και περιφερειακές περιοχές με συρρικνούμενο πληθυσμό και έλλειψη εργατικού δυναμικού. Το 2024 η καθαρή μετανάστευση ξεπέρασε τα 2 εκατομμύρια, αντισταθμίζοντας εν μέρει τη φυσική μείωση, αλλά οι ροές είναι άνισες, ενισχύοντας τις περιφερειακές ανισότητες.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πολύπλοκο και ανομοιογενές δημογραφικό τοπίο, όπου περιοχές με χαμηλές γεννήσεις και φυγή νέων βιώνουν διπλή πίεση με πιθανές επιπτώσεις στις περιφερειακά συγκεντρωμένες τραπεζικές αγορές.
Ο μακροοικονομικός αντίκτυπος
Η δημογραφική αλλαγή επηρεάζει σημαντικά τη μακροοικονομική δυναμική και τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η μείωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας περιορίζει την πιθανή ανάπτυξη, ενώ η έλλειψη εργατικού δυναμικού μπορεί να αυξήσει μισθούς και να μειώσει τα περιθώρια κέρδους. Η παραγωγικότητα ενδέχεται να υποστεί πλήγμα, καθώς οι εταιρείες δυσκολεύονται να αντικαταστήσουν συνταξιοδοτούμενους εργαζόμενους ή επενδύουν λιγότερο.
Η γήρανση επηρεάζει και τη συμπεριφορά των νοικοκυριών, τα οποία μετατοπίζονται από τη συσσώρευση στη ρευστοποίηση των αποταμιεύσεων, επηρεάζοντας κατανάλωση και επενδύσεις. Οι αγορές κατοικίας αντανακλούν αυτή την αλλαγή: περιοχές με ηλικιωμένους ιδιοκτήτες βλέπουν στασιμότητα ή πτώση τιμών, ενώ πόλεις που προσελκύουν μετανάστες καταγράφουν αυξημένη ζήτηση.
Ταυτόχρονα, τα δημόσια οικονομικά πιέζονται από αυξανόμενες δαπάνες για υγεία και συντάξεις, επηρεάζοντας τον κίνδυνο του κράτους και, έμμεσα, τους ισολογισμούς των τραπεζών λόγω της έκθεσής τους σε κρατικά ομόλογα.
Πιθανές επιπτώσεις
Οι δημογραφικές μετατοπίσεις θέτουν σημαντικές προκλήσεις για τα επιχειρηματικά μοντέλα των τραπεζών, με διαφοροποιήσεις ανά περιοχή και τύπο τραπεζικού ιδρύματος. Από την πλευρά του ενεργητικού, η αποπληρωμή χρεών από συνταξιούχους και η μείωση νεότερων δανειοληπτών μειώνουν τη ζήτηση για στεγαστικά δάνεια σε περιοχές με γηράσκοντα ή μειούμενο πληθυσμό, ιδίως αγροτικές. Αυτό μπορεί να ασκήσει καθοδική πίεση στις τιμές ακινήτων, να επηρεάσει την ποιότητα των εξασφαλίσεων και να αυξήσει τους δείκτες δανείου προς αξία.
Από την πλευρά του παθητικού, οι ηλικιωμένοι καταθέτες παρέχουν σταθερή χρηματοδότηση, αλλά η σταδιακή χρήση των αποταμιεύσεών τους και η μετακίνηση νεότερων πελατών σε αστικά κέντρα ή ψηφιακές τράπεζες μπορεί να ασκήσει πιέσεις στις βάσεις καταθέσεων, ειδικά σε αγορές με συρρικνούμενο πληθυσμό.
Διαβάστε ακόμη
Αγορά ακινήτων: Γιατί οι υποδομές καθορίζουν την αξία των ακινήτων και το μέλλον των πόλεων
Πόσο αμείβονται τα μέλη της βρετανικής βασιλικής οικογένειας
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
