Ο ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος εισέρχεται στο 2026 με ένα αφήγημα που αλλάζει ποιοτικά αλλά και ποσοτικά. Επειτα από μια εντυπωσιακή χρηματιστηριακή υπεραπόδοση το 2025, της τάξης του 77%, οι τράπεζες όχι μόνο δεν δείχνουν κουρασμένες, αλλά παραμένουν φθηνές σε παγκόσμιο πλαίσιο, ιδιαίτερα σε σύγκριση με ομοειδείς τράπεζες στις ΗΠΑ και σε άλλες ανεπτυγμένες αγορές. Παρά την ισχυρή άνοδο των μετοχών, οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να ενσωματώνουν συντηρητικές παραδοχές για την κερδοφορία και την ανάπτυξη, γεγονός που αφήνει περιθώρια περαιτέρω επαναξιολόγησης.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικές τράπεζες αναδεικνύονται σε ξεκάθαρους πρωταγωνιστές – όχι μόνο λόγω αποτίμησης, αλλά και λόγω στρατηγικής τοποθέτησης σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «νέα τραπεζική».
Πρόκειται για ένα μοντέλο που υπερβαίνει τις παραδοσιακές τραπεζικές εργασίες και ενσωματώνει ψηφιακές πλατφόρμες, οικοσυστήματα συνεργασιών και νέες μορφές χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, οι οποίες αναμένεται να αποτελέσουν τις επόμενες πηγές κερδοφορίας για τα πιστωτικά ιδρύματα.
Πώς αξιολογούν τις ελληνικές τράπεζες οι αναλυτές
Με τα έσοδα να αυξάνονται, τις τάσεις ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων να είναι καλοήθεις και ένα σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο, ο τραπεζικός τομέας μπορεί να συνεχίσει να επαναξιολογείται το 2026, ακόμη και μετά τη σημαντική υπέρβαση των επιδόσεων σε σχέση με τις ευρύτερες ευρωπαϊκές αγορές, το 2025, αναφέρει σε πρόσφατη έκθεσή της η Autonomous. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι παρά τη θεαματική άνοδο των μετοχών, οι ευρωπαϊκές -και ειδικά οι ελληνικές- τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με έκπτωση σε όρους P/E σε σχέση με τις διεθνείς αγορές.
Η βασική επενδυτική θέση για την Ευρώπη στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: αυξανόμενα έσοδα, καλοήθη ποιότητα ενεργητικού και ένα σταθερό -αν όχι ευνοϊκό- ρυθμιστικό πλαίσιο. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες λειτουργούν πλέον με πιο συντηρητικούς κεφαλαιακούς στόχους, γεγονός που ενισχύει την ανθεκτικότητα των ισολογισμών και επιτρέπει υψηλότερες αποδόσεις προς τους μετόχους μέσω μερισμάτων και επαναγορών.
Η ύφεση δεν αποτελεί τη βασική περίπτωση, με τους περισσότερους δείκτες να παραμένουν πράσινοι, ενώ τα χαρτοφυλάκια δανείων εμφανίζονται ανθεκτικά έπειτα από μία δεκαετία περιορισμένης πιστωτικής επέκτασης και επαναλαμβανόμενων stress tests, σημειώνουν οι αναλυτές. Επιπλέον, η αυστηρή εποπτεία της τελευταίας δεκαετίας έχει οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση της ποιότητας των ισολογισμών, μειώνοντας τον κίνδυνο δυσάρεστων εκπλήξεων στο μέτωπο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Παρά τη σταθεροποίηση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων (3μηνο Euribor ~2,1%–2,3% εκτίμηση για 2026-27), οι προηγούμενες χαμηλότερες εκτιμήσεις και οι δομικές αντισταθμίσεις επιτοκιακού κινδύνου λειτουργούν πλέον ως ούριος άνεμος για τα καθαρά έσοδα από τόκους. Σε συνδυασμό με την αναμενόμενη σταδιακή επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης, αυτό δημιουργεί ένα πιο ορατό και βιώσιμο μονοπάτι αύξησης κερδών.
Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο, η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της κατάταξης. Οι ελληνικές τράπεζες συνδυάζουν φθηνές αποτιμήσεις, ισχυρή οργανική ανάπτυξη και αξιοπρεπή -σε πολλές περιπτώσεις αυξανόμενη- κερδοφορία, στοιχεία που σπανίζουν σε άλλες ώριμες ευρωπαϊκές αγορές. Παράλληλα, η βελτίωση της μακροοικονομικής εικόνας της χώρας λειτουργεί υποστηρικτικά για τη ζήτηση πιστώσεων και τη δημιουργία νέων εσόδων.
Ωστόσο, το story των ελληνικών τραπεζών δεν εξαντλείται στους παραδοσιακούς δείκτες αποτίμησης. Η ψηφιακή τραπεζική, τα οικοσυστήματα και τα crypto δεν αποτελούν πλέον περιφερειακές δραστηριότητες, αλλά εν δυνάμει δομικούς πυλώνες κερδοφορίας, που μπορούν να διαφοροποιήσουν τις πηγές εσόδων και να ενισχύσουν τις προμήθειες σε ένα περιβάλλον πιο ώριμων επιτοκίων.
Η νέα τραπεζική
Η μεταβολή της πελατειακής βάσης και η ενίσχυση των εργασιών των neobanks με σύγχρονα προϊόντα investment banking αναγκάζουν και τις παραδοσιακές τράπεζες να επανασχεδιάσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα. Οι πελάτες απαιτούν πλέον άμεση πρόσβαση σε επενδυτικά προϊόντα, ψηφιακές συναλλαγές και εξατομικευμένες λύσεις, μέσα από ενιαίες και εύχρηστες πλατφόρμες.
Η στροφή προς τις ψηφιακές πωλήσεις αποκτά στρατηγική σημασία: αφενός επιτρέπει τη μόχλευση ενός μικρότερου δικτύου καταστημάτων και προσωπικού, μετά τις εκτεταμένες εθελουσίες, αφετέρου απαντά σε μια υπαρκτή ζήτηση της πελατειακής βάσης για υπηρεσίες επενδύσεων, real estate και wealth management σε ψηφιακό περιβάλλον. Κρίσιμο στοιχείο είναι οι πλατφόρμες αυτές να είναι φιλικές προς τον χρήστη και να λύνουν προβλήματα, δημιουργώντας εμπειρία και όχι τριβή. Η Εθνική Τράπεζα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, με την πλατφόρμα Uniko, μια ψηφιακή αγορά ακινήτων που δεν περιορίζεται σε απλή καταγραφή listings, αλλά φιλοδοξεί να αποτελέσει πλήρες οικοσύστημα αγοράς και πώλησης ακινήτων, ενσωματώνοντας χρηματοδότηση, νομική και τραπεζική υποστήριξη.
Αντίστοιχες πρωτοβουλίες μελετώνται και από άλλες ελληνικές τράπεζες, ενισχύοντας την άποψη ότι το real estate και τα ψηφιακά κανάλια μπορούν να εξελιχθούν σε επαναλαμβανόμενες πηγές προμηθειών. Παράλληλα, η είσοδος στη βιομηχανία των crypto εξετάζεται πλέον με πιο ρεαλιστικούς και ρυθμισμένους όρους.
Μεγάλοι ευρωπαϊκοί όμιλοι, όπως η Deutsche Bank και η Sparkassen-Finanzgruppe προχωρούν ήδη σε ρυθμιζόμενες πλατφόρμες διαπραγμάτευσης και φύλαξης ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων ενσωματωμένες στην τραπεζική εμπειρία. Παράλληλα, κοινοπραξίες όπως το Qivalis -με τη συμμετοχή τραπεζών όπως ING, UniCredit, CaixaBank και άλλων- στοχεύουν στην έκδοση ευρώ-stablecoin, ενισχύοντας την ευρωπαϊκή ψηφιακή κυριαρχία στις πληρωμές.
Οι ελληνικές τράπεζες μελετούν αντίστοιχες κινήσεις, ανταποκρινόμενες στη ζήτηση πελατών που σήμερα εξυπηρετούνται από fintechs, όπως η Revolut.
Τέλος, η ανάπτυξη συνεργασιών με οικοσυστήματα επανέρχεται δυναμικά. Το μοντέλο embedded finance, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συνεργασία Πειραιώς – Skroutz, επιτρέπει τη χορήγηση χρηματοδότησης απευθείας τη στιγμή της αγοράς μέσα σε ένα marketplace. Πρόκειται για ένα μοντέλο που συνδυάζει χαμηλότερο κόστος απόκτησης πελάτη, υψηλότερη συχνότητα συναλλαγών και νέες πηγές προμηθειών.
Συνολικά, οι ελληνικές τράπεζες δεν βρίσκονται απλώς σε έναν ανοδικό κύκλο αποτίμησης. Βρίσκονται στο σημείο τομής μεταξύ ενός ευνοϊκού ευρωπαϊκού μακροτραπεζικού περιβάλλοντος και μιας στρατηγικής μετάβασης προς νέα «ψηφιακά γήπεδα» κερδοφορίας. Αν ο ευρωπαϊκός κλάδος δικαιολογεί P/E (τιμή προς κέρδη ανά μετοχή) πάνω από 11 φορές, τότε οι ελληνικές τράπεζες -με αποτιμήσεις γύρω στο 7x, ισχυρή ανάπτυξη και ενεργή στρατηγική μετασχηματισμού- δεν αποτελούν απλώς το κέντρο της προσοχής, αλλά μία από τις πιο καθαρές ιστορίες επαναξιολόγησης στην ευρωπαϊκή τραπεζική σκηνή, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές.
Διαβάστε ακόμη
Τουρισμός: Αύξηση 5% στις προκρατήσεις για τη φετινή σεζόν
Ολες οι ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους νέους επαγγελματίες
Ρεύμα: Στις φθηνότερες χονδρεμπορικές αγορές της Ευρώπης η Ελλάδα τον Ιανουάριο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
