Μικρομεσαίες επιχειρήσεις και μεσαία τάξη περνούν στην πρώτη γραμμή της επόμενης φορολογικής παρέμβασης, ενώ στο τραπέζι μπαίνει και μια πιο επιθετική συνταγή για τα κλειστά σπίτια: ακόμη χαμηλότερος ΕΝΦΙΑ για όσα επιστρέφουν στην αγορά και μεγαλύτερη επιβάρυνση για εκείνα που παραμένουν αναξιοποίητα.
Το διπλό οικονομικό σήμα έστειλε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης στη συνέντευξή του στη «Ναυτεμπορική», αποκαλύπτοντας ότι στο οικονομικό επιτελείο οι ασκήσεις επί χάρτου για τη ΔΕΘ έχουν ήδη ξεκινήσει. Όπως είπε χαρακτηριστικά, ο Θάνος Πετραλιάς και ο Κυριάκος Πιερρακάκης «γράφουν και σβήνουν», προτού ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέξει μεταξύ των εναλλακτικών σεναρίων.
«Ήρθε η ώρα να πάρουν ακόμη περισσότερες ανάσες οι συνεπείς και η μεσαία τάξη», τόνισε, χωρίς να προκαταλάβει ούτε το εύρος των παρεμβάσεων ούτε τους φορολογικούς συντελεστές που μπορεί να αλλάξουν.
Ο Παύλος Μαρινάκης υπενθύμισε ότι η κυβέρνηση έχει μειώσει 83 άμεσους και έμμεσους φόρους, επιχειρώντας ταυτόχρονα να χαράξει διαχωριστική γραμμή από τις εξαγγελίες της αντιπολίτευσης.
«Τι είναι καλύτερο; Πέντε φόροι που μειώνονται στην πραγματικότητα ή 50 φόροι που μειώνονται στο μυαλό των προέδρων των κομμάτων;», διερωτήθηκε.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η παρέμβασή του για το στεγαστικό. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έβαλε για πρώτη φορά δημόσια στο τραπέζι —διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για προσωπική του πρόταση— ένα διαφορετικό μοντέλο ΕΝΦΙΑ.
Η λογική είναι απλή: ακόμη μικρότερη επιβάρυνση για τις πρώτες κατοικίες και τα σπίτια που είναι διαθέσιμα στην αγορά, αλλά υψηλότερος φόρος για όσα παραμένουν κλειστά.
«Να είναι ασύμφορο να έχει κάποιος ένα ακίνητο κλειστό και συμφέρον να το ανοίξει», είπε, εξηγώντας ότι το Δημόσιο θα μπορούσε να συνεχίσει να εισπράττει συνολικά τα ίδια έσοδα. Οι πρόσθετες ελαφρύνσεις για τα ανοιχτά ακίνητα θα αντισταθμίζονταν από τη μεγαλύτερη επιβάρυνση όσων επιμένουν να κρατούν σπίτια αναξιοποίητα.
Στην ίδια κατεύθυνση, ζήτησε πιο γενναία προγράμματα ανακαίνισης και επανεξέταση των εισοδηματικών κριτηρίων. Όπως υπογράμμισε, ένας πολίτης με ετήσιο εισόδημα 30.000, 40.000 ή ακόμη και 50.000 ευρώ δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται αυτομάτως πλούσιος.
Προχώρησε, μάλιστα, ένα βήμα παραπέρα, εκφράζοντας την προσωπική θέση ότι από την κυβερνητική ατζέντα πρέπει σταδιακά να υποχωρήσουν τα εισοδηματικά κριτήρια και η λογική των επιδομάτων, με εξαίρεση τις καθαρά προνοιακές παροχές, τα επιδόματα μητρότητας και αναπηρίας.
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε και για την ακρίβεια. Αναγνώρισε ότι η πίεση στα νοικοκυριά είναι υπαρκτή, απέρριψε όμως τις υποσχέσεις ότι μπορεί να εξαφανιστεί με μία κυβερνητική απόφαση.
«Όποιος υπόσχεται το τέλος της ακρίβειας είναι πολιτικός απατεώνας», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι οι διεθνείς κρίσεις είναι εισαγόμενες, αλλά η κυβέρνηση κρίνεται από την αποτελεσματικότητα με την οποία περιορίζει τις συνέπειές τους.
Διαβάστε ακόμη
Handelsblatt: Γιατί η τουριστική άνθηση στην Ελλάδα φτάνει στα όριά της
Κρίσιμες πρώτες ύλες: Γιατί γάλλιο, γερμάνιο και βολφράμιο γίνονται στρατηγικά όπλα της οικονομίας
ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ: Το διεθνές χαρτοφυλάκιο που χτίζει ο όμιλος από τη Ρουμανία έως τις ΗΠΑ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
