Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, με φόντο τις δημόσιες παρεμβάσεις που δεν ήταν λίγες, αλλά και δεν ήταν και καταχρηστικές, ο Στέφανος Μάνος αντιμετωπιζόταν με δύο τρόπους στον δημόσιο λόγο. Υπήρχαν πολλοί που έλεγαν ότι είναι άκρως ρεαλιστής, μιλά τη γλώσσα της αλήθειας χωρίς φτιασιδώματα και θέτει το πολιτικό σύστημα προ των ευθυνών του. Υπήρχαν και άλλοι που θεωρούσαν ότι είναι υπερβολικά σκληρός, «κοράκι των Μνημονίων» κατά τα σκληρά χρόνια της χρεοκοπίας, κήνσορας του νεοφιλελευθερισμού και άλλα τινά.
Η αλήθεια είναι ότι ο Στέφανος Μάνος ήταν ένας πρακτικός πολιτικός που δεν συμβιβαζόταν με τη μετριότητα και την αδράνεια, ένας άνθρωπος ευρυμαθής και καλλιεργημένος, που στόχο είχε να αφήνει έργο από όποιο πόστο πέρασε. Ταυτόχρονα και ένας άνθρωπος ισχυρογνώμων, συγκρουσιακός πολιτικά. Και από τη στιγμή που αφυπηρέτησε από κυβερνητικές θέσεις, στόχο είχε να υπηρετεί φιλελεύθερες πολιτικές και να θέτει τους κυβερνώντες προ των ευθυνών τους, με βάση την εκτίμηση του για τα πράγματα. Δεν ήταν ένας «εύκολος» άνθρωπος κατά δική του ομολογία, αλλά τον ενδιέφεραν η πολιτική και τα αποτελέσματα της. «H παράταξη της ΝΔ δεν σας αντέχει άλλο», του είπε το 1981 ως πρωθυπουργός και πρόεδρος της ΝΔ τότε ο Γεώργιος Ράλλης, ο οποίος δεν μπορούσε να «κουλαντρίσει» τον ανατρεπτικό κληρονόμο που είχε πείσει να πολιτευτεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1977. Και ο Καραμανλής εκνευριζόταν από παρεμβάσεις του, όμως πάντα ενδιαφερόταν να ακούσει τι έχει να πει και να εισφέρει ο Μάνος, λίγο πριν αποχωρήσει για την Προεδρία της Δημοκρατίας το 1980.
«Ο Μάνος, αν και σε προχωρημένη ηλικία, εξακολουθεί να φέρει τα χαρακτηριστικά του εφήβου, που θέλει να ανατρέψει, αλλά και του σοφού, που προσπαθεί να συμβουλεύσει», έγραφε ο δημοσιογράφος Άρης Πορτοσάλτε στην εισαγωγή του βιβλίου «Τομή στην Αδράνεια» (εκδ. Πρώτη Ύλη) που κυκλοφόρησε το 2022. Ήταν η αυτοβιογραφία του Στέφανου Μάνου μέσα από τις συζητήσεις του με τον δημοσιογράφο που γίνονταν στο αίθριο του σπιτιού του στην Εκάλη. Ο πρώην υπουργός έβγαζε καφέ, μπισκότα, αλλά και το γνωστό κέικ καρότο με αλεύρι αμυγδάλου και γλάσο λεμονιού που έφτιαχνε ο ίδιος.
Από την Αλλατίνη στην πολιτική
Ο Μάνος γεννήθηκε λίγους μήνες πριν την εμπλοκή της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γιος του γνωστού γιατρού του Ευαγγελισμού Αλέξανδρου Μάνου και της Καλλιόπης Πανούτσου, έζησε σε ένα περιβάλλον εύπορο και άνετο για την εποχή. Ως εκ τούτου είχε ευκαιρίες για ποιοτική μόρφωση που δεν άφησε αναξιοποίητες: σπούδασε στο γνωστό ETH της Ζυρίχης και στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και εν συνεχεία επέστρεψε στην Ελλάδα, παραλαμβάνοντας από τη μητέρα του τα ηνία της «Αλλατίνη Α.Ε.», σε μια περίοδο κατά την οποία στην αγορά των μπισκότων κυριαρχούσε χωρίς αμφιβολία η εταιρία «Μπισκότα Παπαδοπούλου».
Η «επαναστατική» κίνηση που έκανε ήταν να λανσάρει συσκευασμένα μπισκότα, αντί για τα χύμα που κυριαρχούσαν τη δεκαετία του ’60 στην αγορά. Και, μάλιστα, στη διπλάσια τιμή ανά κιλό από τα μπισκότα «Παπαδοπούλου». Μέσα σε τρεις μήνες, παρά την αύξηση του κόστους, κέρδισε το 30% της αγοράς. «Ποιότητα, τιμή, προσέγγιση, τρόπος πώλησης. Δεν πουλούσαμε σε χονδρεμπόρους. Φτιάξαμε ένα μεγάλο δίκτυο πωλητών, πουλούσαμε στα τελικά σημεία πώλησης. Μπορούσαμε, έτσι, να ελέγξουμε πώς θα έβλεπε ο καταναλωτής τα προϊόντα μας στο μαγαζί», ανέφερε ο Μάνος.
Δεύτερη καινοτομία: το αλεύρι για όλες τις χρήσεις που φουσκώνει μόνο του. Το είχε δει στην Αμερική, το έφερε στην Ελλάδα. Σημείο της διαχρονικής επιτυχίας του προϊόντος, η γαλάζια συσκευασία που εδώ και σχεδόν έξι δεκαετίες παραμένει πρακτικά αναλλοίωτη. Αυτή του η επιχειρηματική δραστηριότητα, πάντως, αλλά και η προσπάθεια μεταφοράς των αρχών του βιομηχανικού management στην κεντρική πολιτική σκηνή ενοχλούσαν πάντα αρκετούς-και κυρίως-μέσα στο κόμμα του. «Τι τον θέλουμε τον βιομήχανο στη ΝΔ;», έλεγαν αρκετοί; «Πολιτεύομαι διότι δεν είμαι ευχαριστημένος και, όντας νέος, μπορώ να αντιδράσω στα κακώς κείμενα», έλεγε ο Μάνος, κατεβαίνοντας το 1977 στην Α’ Αθηνών, όπου και εξελέγη για πρώτη (από τις πολλές) φορές.
Διαβάστε περισσότερα στο protothema.gr
