Στο καμαρίνι του θεάτρου Διάνα, μια μικρή ομάδα ανθρώπων περιμένει με μια τούρτα γενεθλίων. Είναι οι δικοί της άνθρωποι, εκείνοι που γνωρίζουν ότι η Ελένη Ράντου μπορεί να θυμάται κάθε ατάκα, κάθε ρόλου, μια λεπτομέρεια της σκηνοθεσίας, μια αλλαγή στον φωτισμό, αλλά όχι απαραίτητα την ημερομηνία που γεννήθηκε. Όταν αντικρίζει την τούρτα, η αντίδρασή της δεν είναι αυτή που θα περίμενε κανείς από μια γυναίκα που έχει συνηθίσει να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής. «Καλέ, σήμερα γιορτάζω;». Η έκπληξη είναι αυθεντική. Η Ράντου έχει ξεχάσει τα γενέθλιά της. Δεν είναι η μοναδική φορά που η δουλειά καταπίνει την καθημερινότητά της.
Όταν ετοιμάζει μια παράσταση, ο κόσμος της συρρικνώνεται σε μια σχεδόν ασκητική διαδρομή: σπίτι, θέατρο, σπίτι και πάλι από την αρχή. Οι νύχτες της μπορεί να τελειώνουν ξημερώματα, με την ίδια να γράφει πυρετωδώς στις δύο το πρωί, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι κοιμούνται και το μεσημέρι είναι η δική της αρχή της ημέρας. Οι γιορτές, οι επέτειοι και οι κοινωνικές υποχρεώσεις μπορούν να περιμένουν -εσαεί. Όχι όμως μια σκηνή που δεν λειτουργεί ή μια ατάκα που δεν έχει τον σωστό ρυθμό ή ένα φως που πέφτει κάπου που δεν πρέπει. Είναι η γυναίκα που μπορεί να γίνει εκρηκτική στην πρόβα και λίγα λεπτά αργότερα να συμπεριφέρεται σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.
Που δεν στρογγυλεύει τις διαφωνίες της και δεν κρύβεται πίσω από ευγενικές υπεκφυγές. Που επιμένει να έχει τον έλεγχο ακόμη και της πιο μικρής λεπτομέρειας, επειδή αισθάνεται προσωπικά υπεύθυνη για όσα θα δει το κοινό. Πάντα η ίδια αγωνία. Και είναι η ίδια γυναίκα που, πριν από χρόνια, έπαιζε σε αυτό το θέατρο μπροστά σε μόλις δώδεκα θεατές. Σήμερα, το «Πάρτυ της ζωής μου» επιστρέφει για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά, με τις θέσεις να εξαντλούνται από την προπώληση και την παράσταση να έχει αποκτήσει διαστάσεις θεατρικού φαινομένου.
Η Ελένη Ράντου έχει χτίσει μια ξεχωριστή πορεία στο θέατρο και την τηλεόραση. Η φωτογραφία από τις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη στην Επίδαυρο.
Η Ράντου βρίσκεται μόνη στο επίκεντρο μιας ιστορίας που κινείται ανάμεσα στο γέλιο και στον πόνο, στην παιδική ηλικία και στην απώλεια, στην ανάγκη να αγαπηθείς και στην ακόμη δυσκολότερη ανάγκη να αγαπήσεις τον εαυτό σου. Αν η διαδρομή της έμοιαζε με μυθιστόρημα, θα είχε μια παράξενη κεντρική ηρωίδα: μια γυναίκα που έμαθε να κάνει τους πάντες να γελούν, αλλά πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής της προσπαθώντας να αποδείξει ότι αξίζει να την αγαπούν. Και η ιστορία της θα άρχιζε πολύ μακριά από τα γεμάτα θέατρα.
Το δεύτερο παιδί
Αιγάλεω, δεκαετία του 1960. Μια εργατική συνοικία με χαμηλά σπίτια, παιδιά ξεχυμένα στους δρόμους και ένα σχολείο τόσο ετοιμόρροπο ώστε οι μαθητές δεν επιτρέπεται να βγουν στο προαύλιο. «Δεν μας αφήνανε να βγούμε στο προαύλιο, γιατί θα μας πλάκωνε το υπόστεγο», έχει θυμηθεί η Ελένη Ράντου. Η γειτονιά έχει τα χαρακτηριστικά μιας εποχής όπου οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους, ήξερες πότε αρρώστησε ο απέναντι, τι βαθμούς πήρε στο σχολείο το παιδί της φουρνάρισσας και πότε θα πάει φαντάρος ο γιος του μπακάλη και παρά τους συχνούς τσακωμούς για γελοίες αφορμές, στα σοβαρά ζητήματα κάθε μέλος έδειχνε τον καλό του εαυτό για το συμφέρον της κοινότητας που έστω και άτυπα ανήκε. Η ίδια, όμως, δεν μεγαλώνει με τη βεβαιότητα ότι ανήκει κάπου. Είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας και βιώνει τη θέση αυτή σαν μια πρώτη εμπειρία απόρριψης.
Δεν θεωρεί τον εαυτό της ιδιαίτερα εμφανίσιμο και αισθάνεται ότι πρέπει συνεχώς να προσπαθεί περισσότερο για να κερδίσει την προσοχή. «Για κάποιον λόγο, που μπορεί να ήταν προσωπικός, ένιωσα ανεπιθύμητη. Ενα βάρος, συναισθηματικό και οικονομικό». Δεν κατηγορεί κάποιον στις αναφορές που κάνει στις συνεντεύξεις της αλλά αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτή η αίσθηση να γεννήθηκε μέσα της από σενάρια του παιδικού μυαλού της.
Ηταν όμως αρκετή για να τη σημαδέψει βαθιά. Από εκεί, όπως θα εξηγήσει αργότερα, προέκυψαν ο μόνιμος θυμός, τα κόκκινα μαλλιά, η τάση να αντιμετωπίζει ως εχθρικούς χώρους στους οποίους κατά βάθος ήθελε πολύ να ανήκει. Η μικρότερη αδελφή της θα παραμείνει ένας από τους πιο κοντινούς ανθρώπους της. Με τον πατέρα της, που δεν βρίσκεται πια στη ζωή, θα μοιραστεί την αγάπη για τη λογοτεχνία και την ποίηση. Το διάβασμα θα γίνει αργότερα ένας από τους βασικότερους τρόπους με τους οποίους θα εκπαιδεύσει τον εαυτό της ως καλλιτέχνιδα. Τότε όμως δεν γνωρίζει τίποτα από όλα αυτά. Ξέρει μόνο ότι θέλει να βρει μια θέση στον κόσμο. «Διάλεξα ένα επάγγελμα που θα πάλευα να γίνω αρεστή και επιθυμητή», θα παραδεχτεί χρόνια αργότερα. Η υποκριτική δεν ήταν απλώς μια κλίση. Ήταν και ένας τρόπος να αντιμετωπίσει εκείνη την πρώτη, ανεξήγητη αίσθηση ότι οι άλλοι δεν τη θέλουν αρκετά. Και αυτή η ανάγκη θα γινόταν ταυτόχρονα η κινητήρια δύναμη και η μεγάλη της παγίδα.
Η Ελένη Ράντου και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου πορεύονται μαζί εδώ και 32 χρόνια, με κοινή ζωή και ξεχωριστές καλλιτεχνικές διαδρομές.
Ένα κίτρινο φωτάκι
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Ράντου βρίσκεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ζωές. Σπουδάζει Γαλλική Φιλολογία και ταυτόχρονα φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Στην πρώτη βαριέται, στη δεύτερη αιφνιδιάζεται. Στο Εθνικό αισθάνεται «αλεξιπτωτίστρια», ένα «ούφο», όπως θα περιγράψει τον εαυτό της. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί πρέπει να αυτοσχεδιάζει υποδυόμενη ένα σκουλήκι. Θυμάται μάλιστα ότι το κτίριο της σχολής, με ένα κίτρινο φως στην είσοδο, προκαλούσε παρεξηγήσεις: φαντάροι έμπαιναν και ρωτούσαν τις σπουδάστριες που φορούσαν κορμάκια χορού και κρατούσαν σπαθιά, πόσο χρέωναν.
Η ίδια αφηγείται τέτοια περιστατικά με τον χαρακτηριστικό της αυτοσαρκασμό κι αν οι περισσότεροι πιθανόν να τρόμαζαν με τις καθημερινές παραδοξότητες που βίωναν εντός κι εκτός σχολής, εκείνη τα παρατηρούσε με ενδιαφέρον και τα κατέγραφε. Και ενώ ακόμη σπουδάζει, ο σκηνοθέτης Βασίλης Γεωργιάδης, δημιουργός των «Κόκκινων Φαναριών», την επιλέγει για την τηλεοπτική σειρά «Ουράνιο Τόξο». Ο ρόλος μοιάζει σχεδόν προορισμένος για εκείνη: μια επαναστατημένη κοπέλα, μπλεγμένη με περιθωριακές παρέες, ναρκωτικά και μηχανές. Στο τέλος της ιστορίας η ηρωίδα καβαλά μια μεγάλη μοτοσικλέτα και φεύγει για να γνωρίσει τον κόσμο. Η Ράντου θα την περιγράψει ως έναν «θηλυκό Τζέιμς Ντιν». Η σειρά, με τον Άγγελο Αντωνόπουλο και την Μπέτυ Αρβανίτη, γνωρίζει υψηλή τηλεθέαση. Η νεαρή σπουδάστρια μπαίνει για πρώτη φορά στα ελληνικά σπίτια.
Πίσω από το γέλιο και την επιτυχία, μια διαδρομή γεμάτη προσωπικές δοκιμασίες και επιμονή.
Το παράξενο είναι ότι δεν αποβάλλεται από το Εθνικό, παρότι εργάζεται επαγγελματικά ενώ ακόμη σπουδάζει. Άλλοι που θα κάνουν το ίδιο αργότερα δεν θα έχουν την ίδια τύχη.«Τι κωλοφαρδία ήταν αυτή!», θα αναρωτηθεί. Τελειώνει τη Γαλλική Φιλολογία στην ώρα της. Το πρωί της ορκωμοσίας παίρνει το πτυχίο της, το ίδιο βράδυ έχει πρεμιέρα στη «Στρίγγλα που έγινε αρνάκι» στο Εθνικό Θέατρο. Δύο διαφορετικοί κόσμοι μέσα σε μία ημέρα. Η επιλογή έχει πλέον γίνει. Η νεαρή Ράντου δεν ανεβαίνει στο σανίδι με την αυτοπεποίθηση που θα περίμενε κανείς από τη μετέπειτα τηλεοπτική της εικόνα. Τρέμει κυριολεκτικά.
Τα χέρια της δεν μπορούν να κρατήσουν αντικείμενα, η αναπνοή της κόβεται, το σώμα της σφίγγεται από την αγωνία. “Τα πρώτα πέντε-δέκα χρόνια ήταν ένα μαρτύριο», έχει παραδεχτεί. Κάποιοι φίλοι της τη συμβουλεύουν να εγκαταλείψει το επάγγελμα. Τη βλέπουν να υποφέρει και δεν καταλαβαίνουν γιατί επιμένει. Ούτε η ίδια νιώθει ότι ανήκει απόλυτα στους θιάσους όπου εργάζεται. Μαθαίνει, συνεργάζεται, το παλεύει, αλλά διατηρεί ακόμα αυτή την βασανιστική αίσθηση της ξένης. Υπάρχει και κάτι άλλο που την καταπιέζει: η εικόνα που η εποχή απαιτεί από μια νέα γυναίκα στην κωμωδία. Η βιομηχανία του θεάματος θέλει την ευχάριστη, νόστιμη κοπέλα, τη «γκομενίτσα» με το μίνι, που δείχνει τα πόδια της και διασκεδάζει τους θεατές με την ελαφρότητα μιας χαριτωμένης ενζενί που χαίρεσαι να την ακούς και κυρίως να τη βλέπεις. Εκείνη ασφυκτιά. Δεν την ενδιαφέρει να είναι απλώς ωραία. Θέλει να είναι σημαντική. «Δεν έχω αυτό τον ναρκισσισμό, έχω έναν χειρότερο, να θέλω να είμαι σπουδαία και χρήσιμη».
Η Ράντου θέλει να έχει λόγο ύπαρξης πάνω στη σκηνή και για να το πετύχει, αρχίζει να εκπαιδεύεται μόνη της με έναν τρόπο σχεδόν εμμονικό. Κάθε καλοκαίρι ταξιδεύει στο Λονδίνο και επισκέπτεται το βιβλιοπωλείο του Εθνικού Θεάτρου. Αγοράζει δεκάδες θεατρικά έργα – κάποτε κι ογδόντα μαζί. Τα διαβάζει, αναλύει τη δομή τους, προσπαθεί να καταλάβει πώς γράφεται ένας χαρακτήρας, πώς λειτουργεί μια σκηνή, πώς ο θεατρικός λόγος μετατρέπεται σε ζωντανή πράξη. Στη διαμόρφωσή της όμως τρεις ήταν οι συναντήσεις που την καθόρισαν: Με τον Μίνω Βολανάκη, με τον οποίο συνεργάστηκε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και από τον οποίο μαθαίνει να αναζητά την ανθρώπινη φύση κάτω από το κείμενο. Με τον Σταμάτη Φασουλή, που της αποκαλύπτει πώς η πιο σκοτεινή ή αντιπαθητική πλευρά ενός χαρακτήρα μπορεί να γίνει ακαταμάχητα αστεία.
Με τον Γιάννη Κακλέα, που της δείχνει ότι στο θέατρο η ιστορία δεν λέγεται μόνο με τις λέξεις αλλά και με τις εικόνες. Σταδιακά αρχίζει να ξέρει όχι μόνο τι θέλει να κάνει αλλά κυρίως τι να μην ξανακάνει. Οπως ας πούμε οτιδήποτε δεν έχει ουσία κι ας έχει επιτυχία. Της συνέβη να υποφέρει σχεδόν όταν έπαιζε σε ένα έργο – φάρσα που γέμιζε κάθε μέρα το θέατρο και όσο το κοινό ξελιγωνόταν από τα γέλια εκείνη κοίταζε το ρολόι ανυπομονώντας να τελειώσει η παράσταση. Το συνεχές, μηχανικό γέλιο την εξαντλούσε, της φαινόταν ανούσιο και κούφιο. Εκείνη το ήθελε αλλιώς: να μπορεί μια σκηνή να προκαλεί γέλιο και ταυτόχρονα να αφήνει μια πληγή ανοιχτή. Δεν το γνωρίζει ακόμη, αλλά αυτή η αναζήτηση θα τη φέρει, δεκαετίες αργότερα, στο «Πάρτυ της ζωής μου».
Η Ελένη Ράντου βρίσκει στη σκηνή τον χώρο για να αφηγηθεί ιστορίες που αγγίζουν το κοινό.
Δώδεκα θεατές και μια αίθουσα γεμάτη κουνούπια
Το 1992 η Ράντου πρωταγωνιστεί στο «Αχ Ελένη» του Mega, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και το σενάριο. Η εμπειρία αποδεικνύεται εξαντλητική. «Η πίεση γράφε-παίζε με έκανε να πάθω το πρώτο μπρέικ ντάουν». Για να κάνει το θέατρο που θέλει, πρέπει να αποκτήσει τον έλεγχο των επιλογών της. Και το κάνει. Ανεβάζει τη «Βότκα Μολότοφ» στο Θέατρο Ιλίσια, τη διασκευή του Νιλ Σάιμον πάνω σε μονόπρακτα του Τσέχοφ. Η παράσταση γνωρίζει επιτυχία και ενισχύει την απόφασή της να δημιουργήσει τον δικό της θεατρικό κόσμο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 φτάνει στο τέρμα της Ιπποκράτους, στο Θέατρο Διάνα.
Ο χώρος έχει γνωρίσει καλύτερες ημέρες αλλά πλέον βρίσκεται σε παρακμιακή κατάσταση, είναι ένα θέατρο-φάντασμα. Τα καθίσματα είναι παλιά, η μοκέτα βρομά και ζέχνει, κάτω από το κτίριο υπάρχει ένα πηγάδι που δεν έχει μονωθεί σωστά, με αποτέλεσμα το βράδυ να πετάνε παντού κουνούπια. Το σκηνικό δεν είναι ακριβώς αυτό που ονειρεύεται ένας καταξιωμένος ήδη ηθοποιός για να χτίσει το μέλλον του αλλά εκείνη νιώθει μια ανεξήγητη έλξη. Την αίσθηση ότι θα ριζώσει. Και ριζώνει όντως . Το “Διάνα” γίνεται το σπίτι της. Ισως όχι ένα φωτογενές σπίτι αλλά ένα μέρος όπου επιτέλους νιώθει ότι ανήκει. Η πρώτη της παραγωγή είναι με το έργο «Μαγειρεύοντας με τον Έλβις», του Λι Χολ σε σκηνοθεσία του Κακλέα. Την ίδια περίοδο, στην τηλεόραση, το «Κωνσταντίνου και Ελένης» χτυπάει ασύλληπτες τηλεθεάσεις, το σίριαλ έχει κάνει μπίνγκο, Αν και το όνομά της και μόνο θα αρκούσε ως κράχτης για να γεμίσει την αίθουσα, για περίπου έναν μήνα η παράσταση παίζεται μπροστά σε ένα σχεδόν άδειο θέατρο.
Ενα βράδυ τα εισιτήρια είναι μόλις δώδεκα -δώδεκα θεατές σε μια αίθουσα που μπορεί να χωρέσει περίπου 400. Στο τέλος σηκώνονται όλοι όρθιοι και χειροκροτούν. Αν και οικονομικά η κατάσταση μυρίζει “καταστροφή”, εκείνοι οι έστω 12 άνθρωποι που χειροκροτούσαν όρθιοι ήταν αρκετοί για να επιμείνει. “Ηταν ο σπόρος” όπως είπε που θα έτρεφε στο εξής το καλλιτεχνικό της όραμα ανεξάρτητα από την εμπορική επιτυχία. Από τότε το Διάνα θα γίνει ο σταθερός τόπος των μεγαλύτερων θεατρικών της δοκιμασιών – και, πολλά χρόνια αργότερα, εκεί όπου κάποτε μετρούσε δώδεκα εισιτήρια, θα μετρά απανωτά sold out. Το 1998 ο Χάρης Ρώμας και η Άννα Χατζησοφιά ετοιμάζουν για τον ΑΝΤ1 μια νέα κωμωδία. Απέναντί τους βρίσκεται το τηλεοπτικό φαινόμενο των «Δύο Ξένων» στο Mega. Οι προσδοκίες δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές.
Η σειρά ονομάζεται «Κωνσταντίνου και Ελένης». Η ιστορία απλή και ευφυής: δύο άνθρωποι που δεν αντέχει ο ένας τον άλλον αναγκάζονται να μοιραστούν το ίδιο σπίτι. Ο ένας είναι ένας σχολαστικός βυζαντινολόγος, προσκολλημένος στους κανόνες και στην παράδοση. Η άλλη, μια ακατάστατη, παρορμητική σερβιτόρα με κόκκινα μαλλιά και ελάχιστη διάθεση να συμμορφωθεί. Η τηλεοπτική Ελένη Βλαχάκη μοιάζει να έχει κρατήσει κάτι από εκείνο το κορίτσι του Αιγάλεω που ένιωθε ότι δεν χωρούσε πουθενά. Μόνο που τώρα δεν ζητά να της ανοίξουν την πόρτα. Την ανοίγει μόνη της, με θόρυβο. Στα γυρίσματα η ατμόσφαιρα είναι συχνά εκρηκτική από τα γέλια.
Για πέμπτη χρονιά, το «Πάρτι της ζωής μου» συνεχίζει να συγκινεί και να γεμίζει το θέατρο.
«Δεν υπήρχε μέρα που να μην κλαίγαμε για τρεις ώρες από τα γέλια», θα θυμηθεί η Ράντου. Η σειρά ολοκληρώνεται έπειτα από δύο σεζόν. Η συζήτηση για μια τρίτη χρονιά προκαλεί διαφωνίες, με τη Ράντου να φοβάται ότι η επανάληψη θα παγιδεύσει τους πρωταγωνιστές στους ίδιους χαρακτήρες. Τότε βέβαια δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η πραγματική παγίδα -και για άλλους θαύμα -θα ήταν οι επαναλήψεις. Περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, η σειρά εξακολουθεί να προβάλλεται και να ανακαλύπτεται από νέες γενιές. Οι ατάκες της σειράς έχουν περάσει στην καθημερινή γλώσσα, οι χαρακτήρες της έχουν αποκτήσει τηλεοπτική αθανασία.
Σε αντίθεση με τους τηλεθεατές, η Ράντου δεν παρακολουθεί τον εαυτό της με την ίδια ευκολία, ντρέπεται να τον βλέπει στις επαναλήψεις, δεν της αρέσει η εικόνα της -“γενικά δεν είμαι καλή σε τίποτα που έχει φακό. Βασανίζομαι” έχει πει. Το μόνο που θαυμάζει σε εκείνη την νεαρή ηθοποιό δεν είναι η εμφάνισή της ούτε η επιτυχία της. Είναι η άγνοια κινδύνου. Η ελευθερία μιας ηλικίας που δεν γνωρίζει ακόμη πόσο ακριβά μπορεί να πληρώσει τις επιλογές της. Το μάλλον οδυνηρό παράδοξο όπως το έχει αναφέρει και η ίδια είναι ότι ενώ έχει αφιερώσει αμέτρητες ώρες σε θεατρικές δουλειές για τις οποίες αγωνίστηκε μέχρι εξαντλήσεως, δεν εισέπραξε ούτε ένα μικρό μέρος της αποδοχής που γνώρισε μια τηλεοπτική σειρά την οποία γύρισε χωρίς να κουραστεί καθόλου. Και αυτό δεν το λέει με περιφρόνηση προς τον τηλεοπτικό εαυτό της αλλά με την στενόχωρη διαπίστωση ενός ηθοποιού που ανακαλύπτει ότι η εκάστοτε επιτυχία δεν πάει πακέτο και με την προσπάθεια. «Η γνώμη των έξω είναι το μεγάλο μου όπλο και η μεγάλη αλυσίδα που με δένει στον λαιμό», έχει παραδεχτεί. Μια αλυσίδα φτιαγμένη από χειροκροτήματα.
Δύο καριέρες, τρεις κρίσεις, ένας γάμος
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου είναι ήδη ένας μύθος της ελληνικής μουσικής. Οι συναυλίες του γεμίζουν στάδια. Η φωνή του έχει γίνει η φωνή μιας ολόκληρης γενιάς. Το όνομά του κουβαλά την ιστορία της μεταπολίτευσης, του πολιτικού τραγουδιού, της ροκ αμφισβήτησης. Είναι ο ίδιος άνθρωπος που ενώ μπορεί να σταθεί μπροστά σε χιλιάδες θεατές και να τους καθηλώσει, δεν βρίσκει μια σταλιά θάρρους για να πλησιάσει μια νεαρή ηθοποιό που έχει προσέξει στην τηλεόραση. Είναι η Ελένη Ράντου. Τον έχει κεντρίσει η αμεσότητα και η ερμηνεία της, έχει φάει κόλλημα μαζί της. Γνωρίζει σε ποιο μπαρ συχνάζει. Πηγαίνει εκεί με τον κιθαρίστα του, την παρακολουθεί διακριτικά και περιμένει. Μια δυο τρείς, τίποτα. Για να μαθαίνει αν εκείνη βρίσκεται στο μπαρ, βάζει τον φίλο του να τηλεφωνεί στο μαγαζί που από την αμηχανία του πέταγε τάχα στο ξεκάρφωτο “Από Ράντου έχουμε τίποτα;”.
Η γνωριμία τους δεν έχει τίποτα από τη λάμψη δύο διάσημων ανθρώπων. Στο πρώτο τους ραντεβού, ο Παπακωνσταντίνου είχε φέρει και όλη την παρέα του μαζί γιατί ντρεπόταν. Ντρεπόταν κι εκείνη όμως και από την αμηχανία της ήπιε δυο ποτά αν και ποτέ δεν άντεχε το ποτό γιατί την πείραζε λόγω ενός ενζύμου που της προκαλεί δυσάρεστες επιπτώσεις. Εκείνο το βράδυ κατέληξε με την Ράντου να κάνει εμετό στο αυτοκίνητό του που σύμφωνα με τη δική της αφήγηση δεν το έπλυνε για 15 μέρες επειδή ήταν το “στίγμα” της. Τόσο κολλημένος ήταν μαζί της.
Ένας από τους πιο μακροχρόνιους δεσμούς της ελληνικής καλλιτεχνικής ζωής, με αγάπη, συντροφικότητα και τις δικές του δύσκολες στιγμές.
Ο γάμος τους το 1994 δεν έρχεται έπειτα από μια εντυπωσιακή πρόταση γάμου: «Υπήρχε οικογενειακή πίεση. Ένας λόγος που παντρεύτηκα ήταν που όταν ζούσαμε μαζί με τον Βασίλη, η μαμά μου έπαιρνε κάθε μέρα τηλέφωνο και έλεγε: “Μα, είναι δυνατόν! Δεν ξέρεις πόσο στεναχωριέμαι που ζείτε μαζί. Τι πίκρα παίρνω.” Αυτό γινόταν κάθε μέρα με κλάμα. Κάποια στιγμή, έχει σηκώσει ο Βασίλης το τηλέφωνο και μου λέει: “Πώς βασανίζεσαι έτσι, μήπως θες να σε παντρευτώ;” Κάπως έτσι έγινε η πρόταση γάμου. Από οίκτο», είχε πει σε τηλεοπτική της συνέντευξη. Δύο χρόνια αργότερα γεννιέται η κόρη τους, Νικολέτα. Η οικογένεια αποκτά το δικό της κέντρο βάρους.
Η Ελένη πέφτει με τα μούτρα στην φροντίδα της κόρης της, είναι ούτως ή άλλως υπερπροστατευτική με όσους αγαπάει, είχε την έννοια του παιδιού, είχε την έννοια και του Βασίλη. Ο γάμος δύο ανθρώπων με τόσο ισχυρές προσωπικότητες δεν θα μπορούσε να είναι απλός. Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου δεν είναι ένας συνηθισμένος σύζυγος. Για το κοινό του είναι ένα σύμβολο. Για τη Ράντου είναι ο άνδρας που αγαπά, ο πατέρας της κόρης της, ο σύντροφός της στην καθημερινότητα. Αυτές οι δύο πραγματικότητες δεν συμβαδίζουν εύκολα. «Όσο λατρεία μπορεί να έχεις για έναν μύθο, άλλο τόσο δύσκολο είναι να ζεις μαζί του», έχει πει.
Η ίδια έχει μιλήσει για τρεις σοβαρές κρίσεις στον γάμο τους. Για τις δυσκολίες που δημιουργεί η συμβίωση με έναν άνθρωπο ο οποίος έχει αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Για τη δική της ανάγκη να μη χαθεί πίσω από τη δική του φήμη. «Θα μπορούσα να κολλήσω πάνω του σαν τσιχλόφουσκα, αλλά δεν με ενδιέφερε κάτι τέτοιο, δεν ήμουν εγώ αυτή η γυναίκα». Και δεν κόλλησε. Δεν ακολουθούσε τον Παπακωνσταντίνου σε κάθε περιοδεία, από πόλη σε πόλη, ούτε διαμόρφωνε το πρόγραμμά της ανάλογα με το δικό του. Είχε τη δική της δουλειά, τις δικές της πρόβες, τις δικές της παραστάσεις. Ήταν παρούσα στις σημαντικές στιγμές του, αλλά δεν ήθελε να γίνει η μόνιμη συνοδός του.
Η Ελένη Ράντου έχει διαμορφώσει μια πορεία που ενώνει το γέλιο με τη συγκίνηση.
Η επιλογή δεν ήταν χωρίς τριβές. Η ίδια έχει παραδεχτεί ότι οι δυο τους πέρασαν δύσκολες περιόδους. Όμως, πίσω από τις διαφορές των χαρακτήρων τους, διατηρήθηκε ένας βαθύς δεσμός, που ξεπερνά την ερωτική ένταση. Ακόμη κι όταν οι επαγγελματικές υποχρεώσεις τούς κρατούν μακριά, η προσοχή του ενός είναι στραμμένη προς τον άλλο. Μετά από 32 χρόνια γάμου, η σχέση τους δεν είναι πια ένα αδιάκοπο πάθος αλλά μια βαθιά συντροφικότητα. Όταν ο ένας φεύγει για τη δουλειά, δεν ανταλλάσσουν πλέον ευχές για θριάμβους και επιτυχίες. Λένε απλώς «κουράγιο» και «καλή δύναμη» αφού ξέρουν καλά στο πετσί τους και οι δύο πόσο κοστίζει η έκθεση στο κοινό.
Και κάποιες φορές, μέσα σε αυτή τη ρουτίνα συντροφικότητας, επιστρέφει η παλιά, παιχνιδιάρικη πλευρά τους. Τον Ιούνιο του 2023, όταν ο Παπακωνσταντίνου γιόρταζε τα 73α γενέθλιά του στη διάρκεια συναυλίας στη Θεσσαλονίκη, η Ράντου εμφανίστηκε στη σκηνή με μια τούρτα. Πάνω της είχε αντιστρέψει τα ψηφία της ηλικίας του. Αντί για 73, τα κεράκια έδειχναν 37. Δίπλα τους βρισκόταν η κόρη τους. Μια οικογενειακή σκηνή μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους. Με έναν τραγουδιστή που εξακολουθεί να γεμίζει στάδια και μια γυναίκα που, έπειτα από τρεις δεκαετίες κοινής ζωής, εξακολουθεί να βρίσκει τρόπους να τον πειράζει.
Η μικρή φυλή της Ελένης
Παρά την πληθωρική δημόσια εικόνα της, η Ράντου δεν είναι άνθρωπος που ανοίγεται εύκολα. Ο κύκλος των φίλων της είναι μικρός. Μια χούφτα άνθρωποι, με τους οποίους έχει χτίσει σχέσεις εμπιστοσύνης και κοινής πορείας. Ανάμεσά τους η Κατιάνα Μπαλανίκα, η Σάρα Γανωτή, με την οποία συνεργάστηκε στη συγγραφή του «Κατάδικός μου», και ο Σταμάτης Φασουλής, με τον οποίο ήρθαν ιδιαίτερα κοντά την εποχή της «Φιλουμένα Μαρτουράνο», το 2015.
Στο Θέατρο Διάνα, ο Λάμπρος Νάστος είναι κάτι περισσότερο από τον άνθρωπο που γνωρίζει κάθε γωνιά του κτιρίου. Είναι συνεργάτης και κουμπάρος της. Ανήκει σε εκείνους που αποτελούν τον σταθερό πυρήνα της καθημερινότητάς της.Η Ράντου δεν αγαπά τις περιστασιακές συνεργασίες που αρχίζουν και τελειώνουν μαζί με μια παραγωγή. Προτιμά ανθρώπους που γνωρίζουν τον τρόπο της, τις εντάσεις της, τις απαιτήσεις της και το όραμά της. Η θεατρική της ομάδα λειτουργεί σχεδόν σαν μια δεύτερη οικογένεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πρόβες είναι πάντα ήρεμες. Η ίδια είναι τελειομανής, συγκεντρωτική, συχνά εκρηκτική.
Θέλει να ελέγχει τα πάντα: από τον ρυθμό μιας σκηνής μέχρι τη μικρότερη πρακτική λεπτομέρεια της παραγωγής. Μπορεί να θυμώσει έντονα, να πει κατάμουτρα όσα την ενοχλούν και λίγο αργότερα να επιστρέψει στη δουλειά χωρίς να κρατά την ένταση. Δεν είναι η εύκολη συνεργάτιδα που θα συμφωνήσει με όλους για να διατηρηθεί η ηρεμία. Αντιθέτως θα πει ευθέως ακόμα και την άβολη αλήθεια της γιατί αυτός πιστεύει ότι είναι ο τρόπος για ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Στον στενό της κύκλο ανήκει και η επιχειρηματίας και γνωστή ακτιβίστρια Φωτεινή Παντζιά, ιδιοκτήτρια του wine bar «By the Glass» μεταξύ άλλων, με την οποία συνδέονται και με κουμπαριά αφού η Ράντου έχει βαφτίσει ένα από τα δύο παιδιά της που υιοθέτησε εκείνη από την Αφρική.
Η επιτυχία του «Πάρτι της ζωής μου» αποτυπώνει τη διαχρονική σχέση της με το θέατρο
Η τελευταία είναι άλλωστε ένας αγαπημένος προορισμός για την ηθοποιό στον οποίο επιστρέφει συχνά και ένα ταξίδι της στην Ζανζιβάρη της άλλαξε, όπως έχει δηλώσει, τη ζωή. Υπάρχουν επίσης οι δεσμοί με νεότερους συναδέλφους. Ο Γιώργος Καπουτζίδης έχει μιλήσει για την εμπιστοσύνη που του έδειξε στις «Σαββατογεννημένες», όταν εκείνος βρισκόταν ακόμη στην αρχή της δημιουργικής του διαδρομής. Με τον Ορφέα Αυγουστίδη η σχέση τους εξελίχθηκε σε οικογενειακή φιλία, καθώς η Ράντου βάφτισε τον γιο του. Η Ράντου δεν είναι άνθρωπος των μεγάλων κοινωνικών κύκλων. Προτιμά λίγες σχέσεις αλλά σταθερές. Και όταν κλείνει πια η θεατρική σεζόν, με την πρώτη ευκαιρία φεύγει μακριά από την Αθήνα πότε στο καταφύγιό της στα Χανιά, απ’όπου κατάγεται και πότε στο Μπράιτον όπου διατηρεί σπίτι, για να παρακολουθεί παραστάσεις στο Λονδίνο.
Μητέρες και κόρες
Για τη Ράντου η μητρότητα υπήρξε μια βαθιά προσωπική υπόθεση, συνδεδεμένη με τα βιώματα της δικής της παιδικής ηλικίας. Επειδή αισθανόταν ότι δεν είχε εισπράξει αρκετή τρυφερότητα ως παιδί, παρείχε άφθονη στην κόρη της. Ίσως υπερβολικά περισσότερη. Με τους ανθρώπους της είναι όχι απλά φροντιστική αλλά κάποιες φορές ασφυκτικά προστατευτική. Η ίδια μάλιστα αυτοσαρκάζεται γι αυτό αποκαλώντας τον εαυτό της “κακιά πεθερά” που θα κάνει τον όποιον μελλοντικό γαμπρό της να υποφέρει αφού δεν θα τον βρίσκει άξιο να σταθεί δίπλα στην κόρη της. Αλλά αυτή η αφοσίωση έχει και το τίμημά της, είναι συχνά εξαντλητική τόσο για εκείνον που την προσφέρει όσο και για εκεινον που τη δέχεται.
Η Νικολέτα σπούδασε εικαστικές τέχνες στην Ολλανδία και σήμερα ζει και εργάζεται στο Άμστερνταμ και η Ράντου με την πρώτη ευκαιρία ταξιδεύει για να βρίσκεται δίπλα της. Και όταν η Νικολέτα παρουσίασε την πρώτη της έκθεση στην γκαλερί «Αγκάθι», στην Κυψέλη, η Ράντου και ο Παπακωνσταντίνου εμφανίστηκαν μαζί, περήφανοι και συγκινημένοι. Ήταν από τις σπάνιες φορές που το ζευγάρι άνοιξε τον προσωπικό του κύκλο και κάλεσε φίλους και γνωστούς από τον καλλιτεχνικό χώρο σε μια οικογενειακή στιγμή. Αυτή την φορά όχι για δική τους πρεμιέρα. Ηταν η στιγμή της κόρης τους. Τα τελευταία χρόνια, η σχέση της Ράντου με τη δική της μητέρα έχει μπει σε μια άλλη διάσταση, οδυνηρή.
Η άνοια άλλαξε σταδιακά τους ρόλους μέσα στην οικογένεια. Η κόρη έγινε εκείνη που έπρεπε να αποφασίζει και η μητέρα, που κάποτε είχε τη δύναμη να καθορίζει ακόμη και τις προσωπικές επιλογές της ενήλικης κόρης της, έχανε σταδιακά την ικανότητα να αποφασίζει για τον εαυτό της. Για έξι χρόνια τη φρόντιζε στο σπίτι με τη ζωή της να έχει γίνει άνω κάτω. Καθώς η ασθένεια προχωρούσε, η καθημερινότητα γινόταν όλο και δυσκολότερη. Οι ανάγκες πολλαπλασιάζονταν, οι πρακτικές και ιατρικές αποφάσεις απαιτούσαν διαρκή εγρήγορση. Κάποια στιγμή η κατάσταση έγινε τόσο σοβαρή ώστε η ηθοποιός αποφάσισε να μεταφέρει τη μητέρα της σε μονάδα φροντίδας. Δεν γινόταν αλλιώς αλλά δεν μπορούσε να απαλλαγεί από τις ενοχές. Η αγωνία της έγινε τόσο έντονη ώστε αναζήτησε βοήθεια από ψυχίατρο.
Στη σκηνή, η Ελένη Ράντου μετατρέπει προσωπικές εμπειρίες σε ιστορίες που αγγίζουν το κοινό.
Η συνάντηση με τον ψυχίατρο ήταν λυτρωτική. “Δεν έχετε κατάθλιψη και δεν θέλετε φάρμακα. Πονάτε. Απλώς φοβάστε πόσο πολύ πονάτε. Αφήστε τον εαυτό σας να πονέσει. Θα πονέσετε, ό,τι κι αν κάνετε». Η φράση του ουσιαστικά έβαλε ένα όνομα σε αυτό που της συνέβαινε. Πενθούσε έναν άνθρωπο που εξακολουθούσε να βρίσκεται στη ζωή. Η Ράντου περιέγραψε εκείνη την περίοδο με λόγια που δεν άφηναν χώρο για εξωραϊσμούς. «Έχω διαλυθεί, έζησα ένα καλοκαίρι-θρίλερ». Η απομόνωση των οικογενειών που φροντίζουν ανθρώπους με άνοια, το τεράστιο οικονομικό κόστος, ηέλλειψη υποστήριξης και η εξάντληση εκείνων που καλούνται να αναλάβουν σχεδόν μόνοι τους ένα βάρος που ξεπερνά τις δυνατότητες τους ήταν η προσωπική της εξομολόγηση σε τηλεοπτική εκπομπή που μετατράπηκε και σε δημόσια παρέμβαση. Μέσα σε όλη αυτή την δύσκολη δοκιμασία των προσωπικών της στιγμών, συνέβαινε και το εξής ειρωνικό ή μάλλον κωμικοτραγικό. Η μητέρα της δεν την αναγνώριζε πια ως την κόρη της στην καθημερινότητα που βίωναν στο σπίτι. Την αναγνώριζε όμως μέσα από το ρόλο της ως Ελένη Βλαχάκη όταν στην τηλεόραση παρακολουθούσε μια ακόμα επανάληψη από το “Κωνσταντίνου και Ελένης”.
Το πάρτι- φαινόμενο
Το «Πάρτυ της ζωής μου» ξεκινά από μια φαινομενικά απλή ιδέα: μια γυναίκα κοιτάζει πίσω τη ζωή της και προσπαθεί να βάλει σε τάξη τις αναμνήσεις της. Μόνο που η μνήμη δεν λειτουργεί σαν αρχείο. Μπερδεύει τους ανθρώπους, αλλάζει τις λεπτομέρειες, ενώνει πραγματικά περιστατικά με ιστορίες που έχουμε ακούσει από άλλους. Η Ράντου έχει εξηγήσει ότι το έργο περιλαμβάνει πολλά προσωπικά στοιχεία, χωρίς να αποτελεί πιστή αυτοβιογραφία. Ορισμένα περιστατικά προέρχονται από τη δική της ζωή. Άλλα από φίλους και συγγενείς. Κάποια είναι ιστορίες που της αφηγήθηκε η αδελφή της και τις οποίες με τα χρόνια άρχισε να θυμάται σαν να τις είχε ζήσει η ίδια.
Αυτή η ρευστότητα της μνήμης έγινε μέρος της θεατρικής κατασκευής. Το ουσιαστικό αυτοβιογραφικό στοιχείο, ωστόσο, δεν βρίσκεται τόσο στα γεγονότα όσο στη διαδρομή της ηρωίδας. Από το αίσθημα της απόρριψης μέχρι τη συμφιλίωση με τον εαυτό της. Και αυτό το ταξίδι είναι ξεκάθαρα το δικό της -ίσως κι ένας από τους λόγους της της τεράστιας ανταπόκρισης. Το κοινό δεν παρακολουθεί μια διάσημη γυναίκα να απαριθμεί τις επιτυχίες της αλλά έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας να ψάχνει να βρει το νόημα σε όσα έζησε. Η πέμπτη συνεχόμενη χρονιά της παράστασης επιβεβαιώνει ότι αυτή η αφήγηση άγγιξε κάτι πολύ ευρύτερο από τους θαυμαστές της Ράντου. Κάποτε, στο ίδιο θέατρο, δώδεκα άνθρωποι χειροκροτούσαν όρθιοι μια παράσταση που σχεδόν κανείς δεν πήγαινε να δει και σήμερα οι θέσεις εξαντλούνται.
Η απόσταση ανάμεσα στις δύο εικόνες είναι φαινομενικά μεγάλη αλλά η Ράντου πιθανότατα θα αναγνώριζε κάτι κοινό. Την ανάγκη να αισθάνεται ότι, έστω για δύο ώρες, έχει καταφέρει να συναντηθεί πραγματικά με τους ανθρώπους απέναντί της. Τον Μάιο του 2026, η Ελένη Ράντου επιστρέφει στο Αιγάλεω μαζί με τη δημοσιογράφο Νίκη Λυμπεράκη. Περπατά ξανά στους δρόμους όπου μεγάλωσε. Θυμάται το σχολείο, τη γειτονιά, το μπαλκόνι του σπιτιού της που έβγαιναν με την αδερφή της φορώντας τα βρακιά στο κεφάλι τους, τα χρόνια που ο κόσμος έμοιαζε πολύ μεγαλύτερος και οι επιθυμίες πολύ πιο απλές. Εκείνη που αργότερα θα γεμίσει θέατρα, θα γίνει τηλεοπτικό φαινόμενο, θα παντρευτεί έναν από τους πιο αγαπημένους Έλληνες τραγουδιστές και θα αποκτήσει μια ζωή γεμάτη επιτυχίες, έχει μια απροσδόκητη απάντηση όταν θυμάται τι ονειρευόταν ως παιδί. Δεν ήταν η φήμη, ούτε τα λεφτά, ούτε τα χειροκροτήματα. «Το όνειρό μου ήταν όταν μεγαλώσω να μπορώ να είμαι με το φανελάκι. Να μην κρυώνω». Προσευχόμουν κι έλεγα «Παναγιά μου, δεν θέλω λεφτά, θέλω να είμαι κάπου ζεστά. Το κατάφερα. Αυτό θεωρώ το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής μου».
