Η 90ή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης θα αποτελέσει το σημείο εκκίνησης για τον οικονομικό σχεδιασμό του 2027, με το ενδιαφέρον εκατομμυρίων φορολογουμένων να στρέφεται στις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη το Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου. Το πακέτο βρίσκεται στην τελική φάση επεξεργασίας και αναμένεται να κινηθεί σε τέσσερις βασικούς άξονες: φορολογία, εισοδήματα, συντάξεις και στεγαστικό.
Το συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα των νέων παρεμβάσεων εκτιμάται ότι θα κινηθεί τουλάχιστον στην περιοχή των 1,4-1,7 δισ. ευρώ, με το τελικό ύψος και τη σύνθεση των μέτρων να οριστικοποιούνται πριν από τις εξαγγελίες. Πρόκειται για ένα πακέτο που έρχεται να προστεθεί στις παρεμβάσεις που έχουν ήδη νομοθετηθεί και να διαμορφώσει τον οικονομικό οδικό χάρτη της επόμενης χρονιάς.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο απαιτήσεις: από τη μία, την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά και, από την άλλη, τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας. Γι’ αυτό και το βάρος μετατοπίζεται περισσότερο σε μόνιμες παρεμβάσεις παρά σε έκτακτες επιδοτήσεις.
Φόροι: Το βάρος σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες
Ένα σημαντικό κομμάτι του πακέτου αναμένεται να αφορά τη φορολογία. Στο τραπέζι βρίσκονται παρεμβάσεις που στοχεύουν κυρίως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στους ελεύθερους επαγγελματίες, με στόχο τη μείωση των επιβαρύνσεων και τη δημιουργία μεγαλύτερου χώρου για επενδύσεις.
Μεταξύ των επιλογών που εξετάζονται περιλαμβάνονται αλλαγές στην προκαταβολή φόρου, περαιτέρω παρεμβάσεις στο τέλος επιτηδεύματος για τις κατηγορίες όπου εξακολουθεί να εφαρμόζεται, καθώς και διορθώσεις στο σύστημα του τεκμαρτού εισοδήματος των αυτοαπασχολουμένων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ενδεχόμενο το σύστημα να αποκτήσει περισσότερα χαρακτηριστικά επιβράβευσης της φορολογικής συνέπειας. Η διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και των ψηφιακών ελέγχων έχει ενισχύσει τη δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να εντοπίζει αποκλίσεις, δημιουργώντας περιθώριο για πιο στοχευμένες ελαφρύνσεις.
Για τις επιχειρήσεις, το ζητούμενο δεν είναι μόνο ο ονομαστικός φορολογικός συντελεστής. Η προκαταβολή φόρου, οι ασφαλιστικές εισφορές και το συνολικό μη μισθολογικό κόστος επηρεάζουν άμεσα τη δυνατότητα προσλήψεων και νέων επενδύσεων.
Μισθοί και εισφορές: Νέες αυξήσεις το 2027
Ο δεύτερος μεγάλος άξονας αφορά τους εργαζομένους. Από τον Ιανουάριο του 2027 έχει ήδη προγραμματιστεί νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα, η οποία θα επηρεάσει τόσο τις καθαρές αποδοχές όσο και το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις.
Η κίνηση εντάσσεται σε μια μακροπρόθεσμη προσπάθεια περιορισμού της απόστασης μεταξύ μικτού μισθού και του ποσού που τελικά φτάνει στον εργαζόμενο. Παράλληλα, εξετάζεται ένας ευρύτερος οδικός χάρτης αποκλιμάκωσης των εισφορών τα επόμενα χρόνια.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και ο κατώτατος μισθός. Μετά την αύξησή του στα 920 ευρώ το 2026, η επόμενη αναπροσαρμογή αναμένεται την άνοιξη του 2027. Τα σενάρια που έχουν βρεθεί στο τραπέζι κινούν το νέο επίπεδο πάνω από τα 950 ευρώ, με ποσά της τάξης των 960 ή 970 ευρώ να αποτελούν μέρος της σχετικής συζήτησης.
Η αύξηση έχει ευρύτερη σημασία, καθώς δεν επηρεάζει μόνο όσους αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Η σύνδεση των αποδοχών στο Δημόσιο με την εξέλιξή του διευρύνει σημαντικά τον αριθμό των εργαζομένων που μπορούν να δουν αύξηση εισοδήματος.
Το μεγάλο ζητούμενο παραμένει, ωστόσο, η εξέλιξη του μέσου μισθού και της αγοραστικής δύναμης. Οι ονομαστικές αυξήσεις έχουν πραγματική αξία μόνο στον βαθμό που υπερβαίνουν τις πιέσεις από τον πληθωρισμό, τη στέγαση και την ενέργεια.
Συντάξεις: Αυξήσεις χωρίς το «φρένο» της προσωπικής διαφοράς
Στους μεγάλους κερδισμένους του 2027 αναμένεται να βρίσκονται και οι συνταξιούχοι. Οι κύριες συντάξεις θα αυξηθούν με βάση τον προβλεπόμενο μηχανισμό που συνδέει την αναπροσαρμογή με την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό.
Η ουσιαστικότερη αλλαγή, όμως, αφορά την προσωπική διαφορά. Από το 2027 καταργείται ο συμψηφισμός της με τις ετήσιες αυξήσεις, κάτι που σημαίνει ότι οι συνταξιούχοι που μέχρι πρόσφατα έβλεπαν την αύξησή τους να απορροφάται πλήρως ή εν μέρει θα μπορούν πλέον να τη λαμβάνουν στην τσέπη.
Με τις σημερινές εκτιμήσεις, η αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2027 θα μπορούσε να κινηθεί κοντά στο 2,5%-2,6%, αν και το τελικό ποσοστό θα εξαρτηθεί από τα στοιχεία για ΑΕΠ και πληθωρισμό.
Στη συζήτηση βρίσκονται επίσης πιθανές αλλαγές στην Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, καθώς και η εξέλιξη της μόνιμης οικονομικής ενίσχυσης που καταβάλλεται στο τέλος του έτους σε συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιούχων.
Αντίθετα, μια πλήρης επαναφορά της 13ης σύνταξης δεν αποτελεί το βασικό σενάριο για το 2027, κυρίως λόγω του υψηλού μόνιμου δημοσιονομικού κόστους.
Στέγη: Η πίεση που απαιτεί νέες παρεμβάσεις
Το στεγαστικό παραμένει ίσως το δυσκολότερο κοινωνικό μέτωπο. Η άνοδος των ενοικίων και των τιμών των ακινήτων έχει απορροφήσει σημαντικό μέρος των αυξήσεων στα εισοδήματα, ιδιαίτερα για νέους, οικογένειες και κατοίκους των μεγάλων αστικών κέντρων.
Η στρατηγική για το 2027 αναμένεται να κινηθεί σε δύο κατευθύνσεις: ενίσχυση των νοικοκυριών που ενοικιάζουν και αύξηση της προσφοράς διαθέσιμων κατοικιών.
Η επιστροφή ενοικίου αποτελεί πλέον βασικό κομμάτι της πολιτικής στήριξης, ενώ πρόσθετες παρεμβάσεις εξετάζονται για οικογένειες και εργαζομένους που αντιμετωπίζουν υψηλό στεγαστικό κόστος.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει η πλευρά της προσφοράς. Χιλιάδες κατοικίες παραμένουν κλειστές ή εκτός της μακροχρόνιας μίσθωσης. Γι’ αυτό τα φορολογικά κίνητρα για ανακαινίσεις και για την επιστροφή ακινήτων στην αγορά αποτελούν κρίσιμο εργαλείο.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται τα προγράμματα κοινωνικής κατοικίας, η αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων και η Κοινωνική Αντιπαροχή, με στόχο τη δημιουργία νέου αποθέματος κατοικιών με χαμηλότερα μισθώματα.
Οικογένειες και μεσαία τάξη στο επίκεντρο
Η δημογραφική πίεση προσθέτει ακόμη μία διάσταση στις αποφάσεις της 90ής ΔΕΘ. Η κυβέρνηση αναζητεί τρόπους ώστε η φορολογία και οι κοινωνικές παροχές να λαμβάνουν περισσότερο υπόψη το κόστος ανατροφής των παιδιών.
Οικογένειες με παιδιά, νέοι εργαζόμενοι και νοικοκυριά της μεσαίας τάξης αποτελούν βασικές ομάδες στις οποίες στοχεύει ο σχεδιασμός. Οι παρεμβάσεις μπορεί να προκύψουν τόσο μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων όσο και μέσα από στεγαστικά, οικογενειακά και άλλα οικονομικά κίνητρα.
Εδώ βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις του πακέτου. Οι παρεμβάσεις πρέπει να είναι αρκετά στοχευμένες ώστε να μην εκτοξεύουν το δημοσιονομικό κόστος, αλλά ταυτόχρονα αρκετά ισχυρές ώστε να έχουν ορατό αποτέλεσμα στο διαθέσιμο εισόδημα.
Οι επιχειρήσεις και το επενδυτικό σκέλος
Το οικονομικό πακέτο της ΔΕΘ δεν αφορά μόνο τα νοικοκυριά. Οι επιχειρήσεις αναμένουν ένα πλέγμα παρεμβάσεων που θα μειώνει το κόστος και θα διευκολύνει τις επενδύσεις σε μια περίοδο κατά την οποία το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνει τον κύκλο του.
Μειωμένες εισφορές, φορολογικά κίνητρα, αλλαγές στην προκαταβολή φόρου και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία μπορούν να αποτελέσουν μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Ταυτόχρονα, το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, ιδιαίτερα για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Η αξιοποίηση της ευρωπαϊκής ρήτρας διαφυγής για επενδύσεις και παρεμβάσεις που σχετίζονται με την ενεργειακή ασφάλεια μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετο χώρο για μέτρα στήριξης και νέες υποδομές.
Το μεγάλο στοίχημα μετά την 90ή ΔΕΘ
Οι μεγάλοι κερδισμένοι του σχεδιασμού για το 2027 διαμορφώνονται σε αρκετά μέτωπα: μισθωτοί από τη μείωση των εισφορών και τις αυξήσεις αποδοχών, συνταξιούχοι από τις νέες αυξήσεις χωρίς τον παλιό συμψηφισμό της προσωπικής διαφοράς, οικογένειες από στοχευμένες φορολογικές παρεμβάσεις και επιχειρήσεις από τη μείωση επιβαρύνσεων.
Το τελικό πακέτο, πάντως, θα γίνει γνωστό από το βήμα της ΔΕΘ. Μέχρι τότε, πρέπει να διαχωρίζονται τα μέτρα που έχουν ήδη αποφασιστεί από εκείνα που παραμένουν υπό εξέταση.
Η 90ή ΔΕΘ θα αποτελέσει έτσι το πρώτο μεγάλο ορόσημο της οικονομικής πολιτικής για το 2027, αλλά και μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου με ορίζοντα το 2030. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο θα κοστίσουν οι εξαγγελίες, αλλά πόσο θα αλλάξουν στην πράξη το διαθέσιμο εισόδημα.
Για τα νοικοκυριά, η πραγματική μέτρηση θα γίνει στην καθαρή αμοιβή, στη σύνταξη, στον φόρο και στο ενοίκιο. Για τις επιχειρήσεις, στο κόστος εργασίας, στη φορολογία και στην πρόσβαση σε κεφάλαια. Και για την οικονομία συνολικά, στο κατά πόσο οι ελαφρύνσεις θα μπορέσουν να συνδυαστούν με ανάπτυξη, επενδύσεις και δημοσιονομική ασφάλεια έως το τέλος της δεκαετίας.
