Από το 1967, η οικογένεια Colombo στο Πιεμόντε παραμένει προμηθευτής κορυφαίων οίκων κι ένα από τα σημαντικότερα, αλλά λιγότερο προβεβλημένα, ονόματα της ευρωπαϊκής πολυτέλειας.
Υπάρχει ένας τύπος πολυτέλειας που δύσκολα αναγνωρίζεται από απόσταση. Δεν βασίζεται σε μονόγραμμα, χαρακτηριστική αγκράφα ή ένα σχέδιο που αναγνωρίζεται από την άλλη πλευρά του δρόμου. Πρέπει να αγγίξεις το ύφασμα, να αισθανθείς το βάρος του και να δεις πώς πέφτει επάνω στο σώμα. Σε αυτόν τον κόσμο ανήκει η Lanificio Colombo.
Η ιστορία της ξεκινά το 1967 στο Μποργκοσέζια, στους πρόποδες των ιταλικών Άλπεων. Εκεί ο Luigi Colombo δημιούργησε ένα υφαντουργείο με επίκεντρο την αναζήτηση και την επεξεργασία εξαιρετικά ποιοτικών φυσικών ινών. Το κασμίρ έγινε η μεγάλη ειδικότητα του οίκου, μαζί με τη βικούνια, το γκουανάκο, το τρίχωμα καμήλας και εξαιρετικά λεπτές ποιότητες μαλλιού. Ο Colombo είχε καταλάβει από νωρίς κάτι που σήμερα αποτελεί βασική αρχή της υψηλής ένδυσης: η ποιότητα ενός παλτού δεν αρχίζει στο σχεδιαστήριο αλλά στην πρώτη ύλη. Η εταιρεία επένδυσε στην επιλογή των ινών στις περιοχές προέλευσής τους και στη δυνατότητα να ελέγχει όσα περισσότερα στάδια γίνεται μέχρι το τελικό ένδυμα. Σήμερα η Colombo εξακολουθεί να πραγματοποιεί στο Borgosesia κρίσιμα στάδια όπως η βαφή, η ύφανση και το φινίρισμα, διατηρώντας τον έλεγχο μιας ασυνήθιστα ολοκληρωμένης παραγωγικής αλυσίδας.
Το 1983 αποτελεί σημαντικό σημείο στην ιστορία της. Ο Luigi Colombo πρωτοστάτησε στην εξέλιξη των υφασμάτων διπλής όψης, τεχνική που επέτρεψε τη δημιουργία πανωφοριών με δύο πολύ λεπτές στρώσεις υφάσματος ενωμένες μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ζεστό και πλούσιο στην αφή, αλλά εντυπωσιακά ελαφρύ. Είναι ακριβώς εκείνη η ποιότητα που κάνει ένα εξαιρετικό παλτό από κασμίρ να μοιάζει σχεδόν δυσανάλογα ελαφρύ σε σχέση με τη ζεστασιά του.
Η πολυτέλεια πίσω από τη μεγάλη ετικέτα
Για μεγάλο μέρος της ιστορίας της, η πραγματική σημασία της Colombo δεν βρισκόταν τόσο στα ρούχα που έφεραν το δικό της όνομα όσο στα υφάσματα που κατασκεύαζε για άλλους. Ο οίκος απέκτησε φήμη ως προμηθευτής της υψηλής μόδας και η σχέση του με την Hermès είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Δεν πρόκειται απλώς για μια περιστασιακή συνεργασία δύο εταιρειών πολυτελείας. Η Colombo βρισκόταν επί δεκαετίες στην αλυσίδα προμηθευτών του γαλλικού οίκου και το 2025 η σχέση αυτή έγινε ακόμη στενότερη, με την Hermès να αποκτά μειοψηφική συμμετοχή 15% στην ιταλική εταιρεία.
Η κίνηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Στην κορυφή της αγοράς πολυτελείας, η πρόσβαση στις καλύτερες πρώτες ύλες και κυρίως στους ανθρώπους που γνωρίζουν πώς να τις επεξεργαστούν έχει γίνει στρατηγικό πλεονέκτημα. Η αξία της Colombo βρίσκεται επομένως όχι μόνο στο κασμίρ που αγοράζει, αλλά στη γνώση που έχει συσσωρεύσει γύρω από αυτό. Το συνηθισμένο κασμίρ είναι μόνο η αρχή. Η Colombo έχει ασχοληθεί με μερικές από τις πιο σπάνιες ίνες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην ένδυση, φτάνοντας μέχρι τη βικούνια, μία από τις λεπτότερες και ακριβότερες φυσικές ίνες στον κόσμο. Παράλληλα, έχει αναπτύξει εξαιρετικά λεπτές ποιότητες κασμίρ από νεαρά ζώα και δικές της τεχνικές επεξεργασίας, με στόχο μικρότερο βάρος, μεγαλύτερη αντοχή στο τσαλάκωμα και διαφορετική συμπεριφορά του υφάσματος. Το Cashmere 4.0, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί ειδικά κατασκευασμένο νήμα ώστε το τελικό ύφασμα να είναι πολύ ελαφρύ και να διατηρεί καλύτερα τη φόρμα του. Ένα ανδρικό σακάκι από το συγκεκριμένο υλικό κοστίζει σήμερα περίπου 4.150 ευρώ.
Αυτό έχει σημασία επειδή η Colombo δεν αντιμετωπίζει το κασμίρ αποκλειστικά ως σύμβολο παλιάς πολυτέλειας. Εξακολουθεί να πειραματίζεται με την κατασκευή του. Το ενδιαφέρον της βρίσκεται στο πόσο ελαφρύ μπορεί να γίνει ένα σακάκι, πώς μπορεί ένα παλτό να προσφέρει ζεστασιά χωρίς μεγάλο βάρος και πώς μια εξαιρετικά λεπτή ίνα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ένα σύγχρονο ένδυμα.
Το υλικό που δικαιολογεί το ρούχο
Οι σημερινές συλλογές της Colombo ακολουθούν αυτή τη λογική. Δεν υπάρχει η έντονη στιλιστική υπογραφή που συναντά κανείς σε άλλους μεγάλους ιταλικούς οίκους. Τα παλτά, τα σακάκια, τα πλεκτά και τα ελαφριά πανωφόρια είναι συνήθως λιτά, σε ήσυχους χρωματικούς τόνους και με ελάχιστη εξωτερική διακόσμηση. Το υλικό είναι εκείνο που καλείται να δικαιολογήσει το αντικείμενο. Και μαζί του, φυσικά, την τιμή. Στην τρέχουσα ανδρική συλλογή, λόγου χάρη, ένα σακάκι από κασμίρ κοστίζει περίπου 4.150 ευρώ, ένα σακάκι από ιδιαίτερα εκλεκτό κασμίρ περίπου 4.620 ευρώ, ενώ ένα παλτό από διπλό κασμίρ βρίσκεται στα 5.900 ευρώ. Υπάρχουν πανωφόρια που ξεπερνούν τα 8.000 ευρώ και ειδικές κατασκευές από εξαιρετικά λεπτό μαλλί που φτάνουν τα 9.300 ευρώ. Ένα κλασικό ανδρικό παλτό από 100% κασμίρ διατίθεται αυτή την περίοδο περίπου στα 5.180 ευρώ.
Σε αυτά τα ποσά, η συζήτηση περί σχέσης ποιότητας και τιμής γίνεται αναπόφευκτα πιο σύνθετη. Κανείς δεν χρειάζεται ένα παλτό κασμίρ των 6.000 ευρώ. Και η διαφορά ανάμεσα σε ένα πολύ καλό κασμίρ και σε ένα εξαιρετικό δεν αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό που ανεβαίνει η τιμή. Πληρώνεις τη σπανιότητα της ίνας, την επιλογή της πρώτης ύλης, την πολυπλοκότητα της επεξεργασίας, την ιταλική κατασκευή και, σε έναν βαθμό, την ίδια την ιδέα της σπανιότητας. Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά της Colombo από οίκους όπως η Loro Piana ή η Brunello Cucinelli. Οι τελευταίοι έχουν δημιουργήσει πολύ ισχυρές, αναγνωρίσιμες ταυτότητες γύρω από έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Η Colombo παραμένει περισσότερο ένας οίκος του υφάσματος. Το κύρος της είναι μεγαλύτερο ανάμεσα σε ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την πρώτη ύλη και την κατασκευή απ’ ό,τι σε εκείνους που αναζητούν ένα αναγνωρίσιμο σύμβολο κοινωνικής θέσης.
Αυτό μπορεί να θεωρηθεί αδυναμία σε μια εποχή όπου η πολυτέλεια βασίζεται όσο ποτέ στην εικόνα. Μπορεί όμως να είναι και το ισχυρότερο χαρακτηριστικό της. Σχεδόν έξι δεκαετίες μετά την ίδρυσή της, η Colombo εξακολουθεί να ποντάρει σε κάτι πολύ παλαιότερο από την έννοια της επώνυμης μόδας: στη γνώση του υλικού. Και ίσως η απόφαση της Hermès να επενδύσει στην εταιρεία να είναι η πιο εύγλωττη επιβεβαίωση της αξίας αυτής της γνώσης. Γιατί στην πραγματικά υψηλή πολυτέλεια, το όνομα στην ετικέτα είναι μόνο το τελευταίο στάδιο. Πολύ πριν από αυτό, κάποιος πρέπει να ξέρει να φτιάχνει το ύφασμα.
Εξωτερική φωτογραφία: lanificiocolombo.com