Πώς σχεδιάζει τον προσωπικό του χώρο, ο ίδιος ο αρχιτέκτονας. Και πώς αντιμετωπίζει ο Λουκάς Μπομπότης τον εαυτό του;
Ο Λουκάς Μπομπότης, μαζί με τον πατέρα του Φάνη, διοικούν το “Bobotis+Bobotis Architects”, ένα αρχιτεκτονικό γραφείο με έδρα την Αθήνα, με projects που εκτείνονται τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Στο πλούσιο portfolio του γραφείου, εκτός από το πρόσφατο διοικητήριο της ΔΕΗ, ξεχωρίζουν έργα όπως η ανακαίνιση του εσωτερικού χώρου του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, ο σχεδιασμός του νέου τερματικού σταθμού του Αεροδρομίου Θεσσαλονίκης, τα Αρχαιολογικά Μουσεία Πατρών και Χανίων, η βίλα «Casa Gaia» στη Μύκονο πάνω από τον κόλπο του Φωκού, καθώς και το σύμπλεγμα «3 Villas in Kea» στο Βουρκάρι της Κέας.
Αυτή τη φορά, όμως, ο αρχιτέκτονας βρέθηκε στη θέση του πελάτη, σχεδιάζοντας για τον εαυτό του, τη γυναίκα του και τα παιδιά τους. Μας ξεναγεί στο σπίτι του και μας μιλάει για τις αποφάσεις, τις δυσκολίες και τις μικρές νίκες που κρύβει η διαδρομή από το οικόπεδο μέχρι το σπίτι που ζει σήμερα.
Όσα μας αποκάλυψε ο ίδιος ο αρχιτέκτονας
“Η στιγμή της απόφασης να χτίσουμε το σπίτι μας και η μέρα της ολοκλήρωσής του είναι δύο χρονικές στιγμές που μοιάζουν πολύ μακρινές μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα δεν απέχουν τόσο· απλώς μεσολάβησαν πολλά. Η εύρεση του οικοπέδου ήταν από μόνη της ένα ολόκληρο κεφάλαιο. Ψάχναμε πάνω από έναν χρόνο, είδαμε δεκάδες περιπτώσεις και καταλήξαμε τελικά στο πρώτο οικόπεδο που είχαμε επισκεφθεί και που τότε είχα αρχικά απορρίψει. Ήταν σχετικά μικρό σε σχέση με τα υπόλοιπα της περιοχής, αλλά, καθώς οι ιδέες και οι σκέψεις ωρίμαζαν, καταλάβαμε πως έκρυβε δυναμική.
Έτσι, αφού περάσαμε από όλες τις δυσκολίες που μπορεί να επιφυλάσσει μια αγοραπωλησία, ξαφνικά είχαμε οικόπεδο. Και ξεκίνησε ο σχεδιασμός, με κάποια δεδομένα εξαρχής: το budget, τους όρους δόμησης και, ως προς την ίδια τη σύνθεση, την επιθυμία να αξιοποιήσουμε τη θέα που πρόσφερε η θέση του οικοπέδου. Ξέραμε επίσης πως αυτό θα ήταν το σπίτι που θα στέγαζε εμάς και τα παιδιά μας, το σπίτι που θα μοιραζόμασταν με τους φίλους μας. Όλα αυτά αποτέλεσαν τις αρχικές παραμέτρους του σχεδιασμού. Το περιορισμένο εμβαδόν του οικοπέδου δεν άφηνε χώρο για κήπο. Αυτό μας οδήγησε να μεταφέρουμε τις εξωτερικές δραστηριότητες στην ταράτσα του σπιτιού. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς πως ο σχεδιασμός ξεκίνησε από πάνω προς τα κάτω.
Το σπίτι αναπτύσσεται σε πέντε επίπεδα. Στο ισόγειο βρίσκονται η πιλοτή και η κεντρική είσοδος· στο υπόγειο, οι μηχανολογικοί χώροι, η αποθήκη και ένα playroom. Ο πρώτος όροφος είναι αφιερωμένος στις πιο ιδιωτικές λειτουργίες: τα υπνοδωμάτια και το laundry. Τα παιδικά δωμάτια είναι τοποθετημένα έτσι ώστε να προσφέρουν ανεξαρτησία και ιδιωτικότητα, αλλά και τη δυνατότητα να ενωθούν όταν τα παιδιά θέλουν να παίξουν μαζί. Το master bedroom, με θέα προς την Αθήνα, είναι απομονωμένο στη νότια πλευρά του σπιτιού. Ακόμα και το λουτρό μάς προσφέρει τη δυνατότητα ενός ντους με αθηναϊκό background.
Ανεβαίνοντας στον δεύτερο όροφο, φτάνουμε στο day area: το καθιστικό με την ανοιχτή κουζίνα. Το πρώτο πράγμα που αντικρίζει κανείς φτάνοντας στον χώρο είναι το μεγάλο άνοιγμα προς τον Νότο, την θέα του Υμηττού και της Πεντέλης. Με καθαρό ουρανό διακρίνονται τα όρη της Εύβοιας και, από την άλλη πλευρά, η Αίγινα. Μία από τις πρώτες μας επιθυμίες ήταν να μπορούμε να μαγειρεύουμε κοιτώντας αυτή τη θέα, και ο σχεδιασμός του επιπέδου εξελίχθηκε γύρω από αυτή την παράμετρο. Στο ένα άκρο βρίσκεται η κουζίνα με το cooking island -ένα στοιχείο που, όπως αποδείχθηκε, μαγνητίζει την παρέα. Πολύ συχνά, με φίλους, μαζευόμαστε γύρω από το island όσο το φαγητό μαγειρεύεται, πίνοντας κρασί.
Η τραπεζαρία βρίσκεται σε άμεση επαφή με το island, στο κέντρο του επιπέδου. Δεν είναι η κλασική τραπεζαρία που χρησιμοποιείται μόνο για τους καλεσμένους· είναι αντικείμενο καθημερινής χρήσης. Αμέσως μετά, προς τη θέα, ακολουθεί το καθιστικό: ο καναπές, οι πολυθρόνες, το reading spot με το τζάκι, η βιβλιοθήκη με το αγαπημένο μας lounge chair. Η βεράντα αποτελεί τη φυσική προέκταση του σαλονιού.
Στο αμέσως επόμενο επίπεδο βρίσκεται ο «κήπος» μας. Η άμεση επαφή του με το day area διευκολύνει το μαγείρεμα όταν θέλουμε να φάμε επάνω, αλλά και την κυκλοφορία: οι καλεσμένοι δεν χρειάζεται να διασχίσουν το πιο προσωπικό επίπεδο των υπνοδωματίων για να τον προσεγγίσουν. Εδώ υπάρχουν cooking station, πισίνα και τραπεζαρία. Τη θέα από αυτό το σημείο, δεν ξέρω αν θα τη συνηθίσουμε ποτέ. Η παλέτα των υλικών, εσωτερικά και εξωτερικά, είναι γήινη. Εξωτερικά ξεχωρίζουν δύο διακριτοί όγκοι: οι κάθετες αλουμινένιες περσίδες, σε συνδυασμό και σε συνέχεια με τη θερμοπρόσοψη, περικλείουν τους εσωτερικούς χώρους, ενώ επάνω σε αυτό το στοιχείο «ακουμπά» η ταράτσα. Δύο όγκοι που φιλοξενούν διαφορετικές χρήσεις και συγκροτούν την αισθητική ταυτότητα του κτιρίου.
Εσωτερικά επανεμφανίζεται το στοιχείο του εμφανούς μπετόν, το οποίο διατρέχει κάθετα όλα τα επίπεδα μέσω της σκάλας. Η σκάλα είναι από σκούρα πατητή τσιμεντοκονία. Τα δύο αυτά στοιχεία δημιουργούν μια αντίθεση υλικότητας και αφής. Λείο και αδρό, σκούρο και ανοιχτό γκρι. Στους τοίχους, βαφές ειδικής τεχνοτροπίας δημιουργούν σε σημεία ένα οπτικό βάθος, ενώ έχουν επιλεγεί ιδιαίτερα υλικά, όπως τα χειροποίητα cotto πλακάκια που ντύνουν το τζάκι ή τα επισμαλτωμένα πλακάκια που ορίζουν τον χώρο της κουζίνας.
Υπάρχει, τέλος, μια συνοχή στις σχεδιαστικές λεπτομέρειες του σπιτιού όπως τα κρεβάτια για παράδειγμα, ακολουθούν τον σχεδιασμό της κάσας των πορτών. Την αισθητική ολοκληρώνει η επιλογή των επίπλων, των υφασμάτων και των χαλιών: mid-century modern, συνδυασμένο με inox, εμφανές μπετόν, ξύλο και σημεία με χρώμα. Κοιτώντας πίσω, η απόσταση ανάμεσα στην απόφαση και στην ολοκλήρωση δεν μετριέται πια σε χρόνο, αλλά σε όσα ζούμε καθημερινά μέσα σε αυτό το σπίτι”.