Ο Geoffrey Bawa και η αρχιτεκτονική των αισθήσεων στο Vitra Design Museum.
«Όταν βρισκόσουν σε ένα έργο του Bawa, ένιωθες σαν να μην ήσουν σε κτίριο, αλλά σε έναν υπέροχο κήπο. Οι κατοικίες του έμοιαζαν περισσότερο με ένα σύνολο κτισμάτων που συνδέονταν με τους διαφορετικούς χώρους του κήπου του κτήματος, με τρόπους μοναδικούς και μαγικούς», γράφει στο διαδικτυακό μέσο αρχιτεκτονικής Common Edge ο αρχιτέκτονας Gerhard W. Mayer, ο οποίος πέρασε ένα καλοκαίρι στη Σρι Λάνκα τη δεκαετία του ’80, δουλεύοντας μαζί με τον αρχιτέκτονα.
Από τους πιο επιδραστικούς Ασιάτες δημιουργούς του 20ού αιώνα
Ο Geoffrey Bawa (1919-2003) είχε τον δικό του τρόπο: Ενσωμάτωνε στα έργα του δέντρα, βράχους, υδάτινα στοιχεία και θέα, αντιμετωπίζοντας το ανάγλυφο, τη φύση και την άγρια ζωή ως κομμάτι του σχεδιασμού του. Συνεργαζόταν με τοπικούς καλλιτέχνες, εντάσσοντας στους εσωτερικούς χώρους γλυπτά, κεραμικά και υφάσματα μπατίκ. Σχεδίαζε επιτόπου, σε φυσική κλίμακα, χαράσσοντας σχέδια στο χώμα. Συνδυάζοντας τις αρχές του δυτικού μοντερνισμού με την πλούσια αρχιτεκτονική παράδοση της Σρι Λάνκα, ο Bawa σχεδίασε κατοικίες, ξενοδοχεία, σχολεία, εργοστάσια, ακόμη και το Κοινοβούλιο της χώρας. Το αποτύπωμά του στην αρχιτεκτονική της χώρας είναι βαθύ, ενώ η καριέρα του περιλαμβάνει περισσότερα από 200 έργα.
Μια λαμπρή καριέρα πέντε δεκαετιών
Η αναδρομική έκθεση “Geoffrey Bawa: Architecture for the Senses”, που φιλοξενεί το Vitra Design Museum στο Weil am Rhein της Γερμανίας, συγκεντρώνει περισσότερα από 250 εκθέματα -σχέδια, φωτογραφίες, μακέτες, ιστορικό υλικό, έπιπλα και έργα τέχνης. Στόχος της είναι να αναδείξει τον Bawa όχι μόνο ως δάσκαλο του τροπικού μοντερνισμού, αλλά και ως πρωτοπόρο μιας κοινωνικά υπεύθυνης και οικολογικά ευαίσθητης αρχιτεκτονικής. Εστιάζει, παράλληλα, στη στενή συνεργασία του αρχιτέκτονα με σημαντικούς καλλιτέχνες και τεχνίτες της Σρι Λάνκα, όπως η Ena de Silva, ο Laki Senanayake και η Barbara Sansoni. Όπως αναφέρει το μουσείο, τα εργαστήριά τους λειτουργούσαν ως κοινωνικές επιχειρήσεις, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στις τοπικές κοινότητες.
Τα έργα μπατίκ, τα γλυπτά και τα υφαντά τους δεν αποτελούσαν απλώς διακοσμητικές προσθήκες στα κτίριά του, αλλά αναπόσπαστο μέρος της αρχιτεκτονικής εμπειρίας. Σύγχρονες φωτογραφίες του φημισμένου Ολλανδού φωτογράφου αρχιτεκτονικής Iwan Baan αποτυπώνουν τη σημερινή ζωή σε ορισμένα από τα πιο εμβληματικά κτίριά του. Η σκηνογραφία της έκθεσης, σχεδιασμένη από τη Λιβανέζα αρχιτέκτονα Lina Ghotmeh, μεταμορφώνει το μουσείο, που σχεδίασε ο Frank Gehry, σε έναν βιωματικό χώρο που «αναδεικνύει τη δύναμη της αισθητηριακής εμπειρίας που χαρακτηρίζει το έργο του Bawa».
Γεννημένος στη Σρι Λάνκα -τότε Κεϋλάνη- σε οικογένεια με ασιατικές και ευρωπαϊκές ρίζες, ο Bawa εργάστηκε αρχικά ως δικηγόρος, προτού στραφεί στην αρχιτεκτονική. Το 1957 αποφοίτησε από την Architectural Association (AA) του Λονδίνου, μία από τις σημαντικότερες σχολές αρχιτεκτονικής διεθνώς, και εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες μορφές της αρχιτεκτονικής στη Σρι Λάνκα, η οποία είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της από τη Βρετανία μόλις το 1948. Το 2001 τιμήθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Aga Khan, σε αναγνώριση της συνολικής προσφοράς του. «Πιστός στην πεποίθησή του ότι “η αρχιτεκτονική δεν μπορεί να εξηγηθεί πλήρως, αλλά πρέπει να βιωθεί”, αντιμετώπιζε τα κτίρια όχι ως στατικά σκηνικά, αλλά ως χωρικές αφηγήσεις που ξεδιπλώνονται σταδιακά, με τη μνημειώδη φύση της Σρι Λάνκα να διαδραματίζει συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο», επισημαίνει το Vitra Design Museum.
Τα σημαντικότερα έργα του
Οι δημιουργίες του αντανακλούν μια ξεχωριστή αρχιτεκτονική γλώσσα που μοιάζει να επινοήθηκε για τη μικρή νησιωτική χώρα, με το τροπικό κλίμα, τα ποτάμια, τους καταρράκτες και τα μαγκρόβια δάση. Στο Bentota Beach Hotel (1966-1969), άντλησε στοιχεία από την ολλανδική αρχιτεκτονική του 18ου αιώνα και τους βουδιστικούς ναούς, και τα επαναπροσδιόρισε μέσα από το πρίσμα του μοντερνισμού. Το ξενοδοχείο είναι ένα masterclass στον τροπικό μοντερνισμό, με ρευστούς χώρους, πλούσια βλάστηση, βαθιές βεράντες που προσφέρουν σκιά από τον τροπικό ήλιο και ανοίγματα που επιτρέπουν στη θαλάσσια αύρα να δροσίζει τους εσωτερικούς χώρους. Στην καρδιά του βρίσκεται μια εντυπωσιακή λίμνη, με μια μικρή νησίδα στο κέντρο της, όπου δεσπόζει ένα δέντρο champa.
Στο Kandalama Hotel (1991-1994), ενέταξε το κτίριο αρμονικά στο φυσικό τοπίο, ανάμεσα σε ένα δάσος και μια τεχνητή λίμνη, με θέα στη Sigiriya, τον βράχο ύψους 200 μέτρων με το παλάτι του 5ου αιώνα. Με τοπικά υλικά, φυτεμένες οροφές, φυσικό αερισμό και σχεδιασμό που θυμίζει σπηλιά, το ξενοδοχείο, που φιλοξενεί πεταλούδες, πουλιά και μαϊμούδες, είναι ένα πρώιμο παράδειγμα eco-resort. «Ο σχεδιασμός του κτιρίου, που σε ορισμένα σημεία έχει σκόπιμα παραμείνει ανολοκλήρωτος, επιτρέπει στη φύση να “ολοκληρώσει” σταδιακά το έργο με την πάροδο του χρόνου, αποτυπώνοντας την πεποίθηση του Bawa ότι η φύση και η αρχιτεκτονική βρίσκονται σε διαρκή διάλογο», αναφέρει το ψηφιακό περιοδικό αρχιτεκτονικής και ντιζάιν ArchEyes.
Όσο για το αριστούργημα του, το Lunuganga (1948-2003), ήταν ο προσωπικός του παράδεισος. Ένα κτήμα σε μια πρώην φυτεία καουτσουκόδεντρων και κανέλας που διαμόρφωνε μέχρι το τέλος της ζωής του, με ελικοειδή μονοπάτια, αυλές, περίπτερα, υδάτινους κήπους με νούφαρα και γλυπτά. Ένα διαρκές πείραμα στην αρχιτεκτονική τοπίου και μια παντοτινή συνομιλία του με τη φύση. Η έκθεση είναι συμπαραγωγή του Vitra Design Museum, του μουσείου M+ στο Χονγκ Κονγκ, του γερμανικού ιδρύματος Wüstenrot Foundation και του Geoffrey Bawa Trust. Μετά την παρουσίασή της στο Vitra Design Museum, θα μεταφερθεί στο Χονγκ Κονγκ, όπου θα φιλοξενηθεί από τον Ιούνιο του 2027
* “Geoffrey Bawa: Architecture for the Senses”, Vitra Design Museum, έως τις 28 Φεβρουαρίου 2027
www.design-museum.de
Eισαγωγική φωτογραφία: Bawa with one of his four dogs named Leopold, c. 1989, © Geoffrey Bawa and Lunuganga Trusts, all rights reserve