Στον κόσμο των cocktail bars, από το λευκό πουκάμισο μέχρι τις τιράντες και τα σύγχρονα twists, το στυλ του bartender παραμένει μια σιωπηλή δήλωση πρόθεσης.

Πίσω από ένα μπαρ τίποτα δεν είναι τυχαίο. Το ποτήρι, ο πάγος, το φως, η απόσταση ανάμεσα στα stools, όλα είναι σκηνοθετημένα. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον άνθρωπο πίσω από τη μπάρα. Ο bartender δεν είναι απλώς κάποιος που φτιάχνει ποτά. Είναι μέρος της εικόνας. Και το ντύσιμό του, είτε το καταλαβαίνει είτε όχι, είναι εξίσου σημαντικό με το ίδιο το cocktail.

Αυτό ήταν πάντα το στυλ του καλού μπάρμαν
Sleeve garters και τιράντες, αίσθηση παλιάς κομψότητας και αναφορά σε μια εποχή που το ντύσιμο είχε βάρος και σημασία. Photo: 123RF

Αν γυρίσουμε πίσω στον 19ο αιώνα, ο Τζέρι Τόμας, -ο πατέρας του αμερικάνικου Bartending- ντυνόταν πάντα θεατρικά. Διαμάντια, έντονα υφάσματα, υπερβολή. Ήταν η εποχή που ο bartender έπρεπε να εντυπωσιάσει. Στον 20ό αιώνα όμως, με την άνοδο των μεγάλων ξενοδοχείων και των εμβληματικών bars, η εικόνα αλλάζει. Στο The Savoy Hotel, το 1930, με τον Χάρι Κράντοκ πίσω από τη μπάρα, καθιερώνεται κάτι πιο αυστηρό: το λευκό σακάκι, το καθαρό πουκάμισο, η πειθαρχία. Ο bartender γίνεται επαγγελματίας. Σχεδόν ιερέας μιας τελετουργίας.
Και κάπως έτσι φτάνουμε σε μια εικόνα που, παρά τις αλλαγές, παραμένει μέχρι σήμερα σχεδόν αμετάβλητη: το λευκό πουκάμισο. Φρεσκοσιδερωμένο, καθαρό, χωρίς περιττές λεπτομέρειες. Είναι η βάση. Όχι επειδή είναι «όμορφο», αλλά επειδή επικοινωνεί κάτι πολύ συγκεκριμένο: καθαριότητα, ακρίβεια, έλεγχο. Σε έναν χώρο όπου τα ποτά ρέουν, τα σέικερς χτυπάνε και τα χέρια κινούνται διαρκώς, το λευκό πουκάμισο είναι σχεδόν πρόκληση. Και ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί.

Η λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά -και δεν φαίνεται ποτέ
Από εκεί και πέρα αρχίζουν οι λεπτομέρειες και εκεί κρύβεται όλη η μαγεία. Αν έχετε αναρωτηθεί ποτέ πώς γίνεται το πουκάμισο ενός bartender να μένει πάντα άψογα μέσα στο παντελόνι, η απάντηση είναι τα λεγόμενα shirt stays: μικροί ιμάντες που ενώνουν το πουκάμισο με τις κάλτσες, κρατώντας τα πάντα στη θέση τους ακόμη και όταν το σώμα κινείται διαρκώς. Είναι μια αόρατη τεχνική, σχεδόν μυστική, που δείχνει πόσο μελετημένο είναι το τελικό αποτέλεσμα.

Αυτό ήταν πάντα το στυλ του καλού μπάρμαν
Γιλέκο, ίσως το πιο «κλασικό» στοιχείο ενός bartender. Photo: 123RF

Το ίδιο ισχύει και για τα sleeve garters και τις τιράντες. Τα πρώτα επιτρέπουν να ρυθμίζεις το μήκος του μανικιού με ακρίβεια, χωρίς να δείχνει πρόχειρο. Οι τιράντες, πέρα από πρακτικές, προσθέτουν μια αίσθηση παλιάς κομψότητας -μια αναφορά σε μια εποχή που το ντύσιμο είχε βάρος και σημασία. Δεν είναι απαραίτητα, αλλά όταν φοριούνται σωστά, αλλάζουν όλο το ύφος.

Και μετά έρχεται το αιώνιο ερώτημα
Γιλέκο ή όχι; Είναι ίσως το πιο «κλασικό» στοιχείο. Δίνει δομή, προστατεύει το πουκάμισο, προσθέτει μια στρώση σοβαρότητας. Από την άλλη, ένα πουκάμισο με τιράντες είναι πιο ελεύθερο, πιο ανθρώπινο, σχεδόν πιο σύγχρονο. Δεν υπάρχει σωστή απάντηση. Εξαρτάται από το bar, από το concept, από το πόσο formal ή relaxed θέλεις να δείχνεις. Υπάρχει όμως ένα στοιχείο που δύσκολα αλλάζει: το παντελόνι. Τα tailored μαύρα παντελόνια παραμένουν σχεδόν κανόνας. Jeans και chinos μπορεί να έχουν μπει σε κάποια πιο casual concepts, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος των cocktail bars θεωρούνται ακόμη εκτός πλαισίου. Το tailoring κρατά τη σιλουέτα καθαρή και τη συνολική εικόνα ελεγχόμενη.

Στη σύγχρονη εποχή, βέβαια, όλα αυτά επαναπροσδιορίζονται. Σε μέρη όπως το Kwãnt του Λονδίνου, ο Ερικ Λορινζ φορά λευκό σακάκι με jeans και sneakers. Σε άλλα bars, οι στολές θυμίζουν εργαστήριο, επηρεασμένες από τη Maison Margiela και την αισθητική του “lab coat”. Ο bartender σήμερα είναι κάτι ανάμεσα σε τεχνίτη, καλλιτέχνη και δημιουργό. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας εποχής είναι στο βραβευμένο Sips της Βαρκελώνης. Εκεί, ο Σιμόνε Καποράλε και ο Μαρκ Αλβάρεζ αφήνουν πίσω τους τον αυστηρό κώδικα του παρελθόντος και δημιουργούν κάτι εντελώς διαφορετικό: γκρι γιλέκα με ασύμμετρα φερμουάρ, εμπνευσμένα από motorcycle jackets.

Αυτό ήταν πάντα το στυλ του καλού μπάρμαν
Στο βραβευμένο Sips της Βαρκελώνης οι ιδιοκτήτες ακολουθούν διαφορετικό dress code: μαύρα T-shirts και γκρι γιλέκα με ασύμμετρα φερμουάρ εμπνευσμένα από motorcycle jackets. Photo: @sips.drinkeryhouse/Instagram

Η αισθητική έχει κάτι από tailoring, αλλά ταυτόχρονα μια έντονη street διάθεση -«λιγότερο posh, πιο urban», όπως λέει ο ίδιος ο Καποράλε. Κάτω από αυτά, το look είναι σχεδόν απλό: μαύρο T-shirt και jeans. Αλλά το αποτέλεσμα είναι μελετημένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, από τα υλικά μέχρι τη λειτουργικότητα των τσεπών και τη γραμμή που κρύβει ακόμη και την πετσέτα του bar. Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία.

Το ντύσιμο του bartender δεν είναι απλώς dress code. Είναι γλώσσα. Λέει στον πελάτη τι να περιμένει πριν καν πιει την πρώτη γουλιά. Ένα αυστηρό λευκό σακάκι υπόσχεται τελετουργία και ακρίβεια. Ένα πιο χαλαρό σύνολο προτείνει εμπειρία και προσωπικότητα.

Το ιδανικό, πιθανότατα, βρίσκεται κάπου στη μέση. Ένα καθαρό, καλοραμμένο πουκάμισο, ένα σωστό παντελόνι, και μετά μικρές αποκλίσεις που δείχνουν χαρακτήρα. Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που θυμάσαι από έναν bartender δεν είναι μόνο το ποτό. Είναι ο τρόπος που στεκόταν, που κινούνταν, που σε έκανε να νιώσεις ευχάριστα. Και το πώς ήταν ντυμένος, φυσικά.

Εισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image