Στον κόσμο της ανδρικής ραπτικής, η τιμή ενός κοστουμιού λέει μόνο τη μισή ιστορία. Το ποσό που πληρώνεται στην αγορά δεν είναι αυτό που καθορίζει την πραγματική του αξία.
Υπάρχει μια παλιά φράση που αποδίδεται συχνά σε βρετανικούς επιχειρηματικούς κύκλους: «Είμαι πολύ φτωχός για να αγοράζω φθηνά πράγματα». Σε κανένα άλλο προϊόν δεν επαληθεύεται αυτή η φράση τόσο όσο στα κοστούμια που θα βρει κανείς στους οίκους της Savile Row, στο Mayfair του Λονδίνου, που εδώ και δύο αιώνες ορίζουν τι σημαίνει ανδρικό κοστούμι. Εκεί αποκαλύπτεται κάτι που δεν φαίνεται στις βιτρίνες: ότι ένα bespoke κοστούμι των 6.000 έως 10.000 ευρώ, αν υπολογιστεί σωστά και με βάση τη διάρκεια ζωής του, είναι τελικά πιο αποδοτικό οικονομικά από ένα «έτοιμο» κοστούμι των 2.500 ευρώ.
Τι πληρώνεις σε ένα bespoke κοστούμι
Ένα κατά παραγγελία κοστούμι δεν κατασκευάζεται πάνω σε ένα άλλο πρότυπο. Ξεκινάει από λευκό χαρτί, κυριολεκτικά. Ο αρχιτεχνίτης καταγράφει πάνω από 60 μετρήσεις, παρατηρεί την κλίση των ώμων, τις ασυμμετρίες και σχεδιάζει ένα πατρόν που δεν έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν και δεν θα χρησιμοποιηθεί ξανά. Μετά ακολουθούν 80 με 100 ώρες χειροποίητης εργασίας, ανάλογα με το ύφασμα και την πολυπλοκότητα της κατασκευής.
Ένα ready-to-wear κοστούμι φτιάχνεται σε λίγες ώρες από μηχανές, σε βιομηχανική κλίμακα. Η τιμή του δεν αντανακλά πλέον την ποιότητα κατασκευής και διαμορφώνεται κυρίως από το ίδιο το brand και το περιθώριο κέρδους. Αντιθέτως, στη Savile Row, εκτιμάται ότι περίπου το 30% με 40% της λιανικής τιμής αντιστοιχεί σε πραγματικό κόστος παραγωγής, εργασία και υλικά. Στα πολυτελή brands, αυτό το ποσοστό συχνά κυμαίνεται στο 15% με 25%, ανάλογα με τον οίκο.
Αυτό που διαχωρίζει ένα bespoke κοστούμι από οτιδήποτε άλλο δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά. Είναι ο καμβάς, μια εσωτερική ενίσχυση από φυσική τρίχα αλόγου και μαλλί που επιπλέει ανάμεσα στο ύφασμα και τη φόδρα. Με τη θερμότητα του σώματος, ο καμβάς προσαρμόζεται σταδιακά στη σιλουέτα του ιδιοκτήτη. Το κοστούμι εφαρμόζει καλύτερα όσο το φοράς.
Τα βιομηχανικά κοστούμια, ακόμα και τα ακριβά, χρησιμοποιούν κολλημένες ενισχύσεις που με τον χρόνο και τα επαναλαμβανόμενα καθαριστήρια φθείρονται και χάνουν τη συνοχή τους. Σε μερικά χρόνια, το ύφασμα αρχίζει να φουσκώνει και να χάνει τη δομή του. Το bespoke δεν έχει αυτό το πρόβλημα στον ίδιο βαθμό. Στο εσωτερικό των ραφών, οι ράφτες της Savile Row αφήνουν 8 με 10 εκατοστά υφάσματος, τα λεγόμενα inlays. Το κοστούμι μπορεί να μεγαλώσει ή να μικρύνει, ακολουθώντας τις αλλαγές του σώματος με την πάροδο του χρόνου. Όταν αγοράζεται σε ηλικία 40 ετών, μπορεί να φοριέται και στα 60, με τις κατάλληλες προσαρμογές.
Ένα κατά παραγγελία κοστούμι έχει προσδόκιμο ζωής που μπορεί να φτάσει τα 20 έως 30 χρόνια, εφόσον συντηρείται σωστά. Ένα κοστούμι μαζικής παραγωγής σπάνια ξεπερνά τα 3 έως 5 χρόνια συστηματικής χρήσης και παραμένει κοντά στο επίπεδο που αγοράστηκε. Αν υποτεθεί ότι ένα κοστούμι φοριέται περίπου 40 φορές τον χρόνο, το πραγματικό κόστος χρήσης αλλάζει δραστικά.
Ένα κοστούμι αξίας 8.000 ευρώ που διαρκεί 25 χρόνια αντιστοιχεί σε περίπου σε 8 ευρώ ανά χρήση. Αντίθετα, ένα κοστούμι των 2.500 ευρώ με διάρκεια ζωής τα 4 χρόνια, φτάνει περίπου τα 15,6 ευρώ ανά χρήση. Σχεδόν διπλάσιο. Η διαφορά οφείλεται στο ότι το ακριβότερο κοστούμι φοριέται περισσότερες φορές στη διάρκεια ζωής του.
Η διαφορετική γλώσσα της ραπτικής
Στη Savile Row, κάθε οίκος ακολουθεί τη δική του φιλοσοφία και η επιλογή αντανακλά το ύφος και την εικόνα που θέλει να προβάλλει εκείνος που το φορά. Ο οίκος Henry Poole & Co, ο παλαιότερος της οδού, εκφράζει μια διαχρονική ισορροπία και διακριτικότητα. Στον Huntsman Savile Row δίνεται έμφαση στη δομή και την αυστηρότητα της γραμμής, με σακάκια που ενισχύουν τη στάση του σώματος. Ο οίκος Anderson & Sheppard κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, με πιο μαλακή εφαρμογή και φυσική κίνηση, σε ένα ύφος που μοιάζει ανεπιτήδευτο.
Υπάρχει και μια λιγότερο γνωστή διάσταση: η αξία της μεταπώλησης. Αν και πρόκειται για περιορισμένη αγορά, ορισμένα κομμάτια διατηρούν μέρος της αξίας τους. Σε δημοπρασίες και εξειδικευμένες αγορές, κοστούμια του Huntsman, από τη δεκαετία του 1970, πωλούνται σε τιμές που κυμαίνονται περίπου από 700 έως 1.200 λίρες, ανάλογα με την κατάστασή τους.
Ένα παλτό από κασμίρι του Henry Poole μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τις 2.000 λίρες, ενώ δημιουργία του Alexander McQueen από την περίοδο της μαθητείας του στον Huntsman έχει δημοπρατηθεί κοντά στις 3.700 λίρες. Αντίθετα, τα κοστούμια μαζικής παραγωγής, ανεξαρτήτως τιμής ή μάρκας, σπάνια έχουν αντίστοιχη αξία μεταπώλησης.
Εξωτερική φωτογραφία: @ anderson-sheppard.co.uk