Ύστερα από μια μακρά περίοδο κυριαρχίας της ήσυχης πολυτέλειας, η μόδα και η εσωτερική διακόσμηση δείχνουν να στρέφονται εκ νέου προς μια πιο τολμηρή και εκφραστική κατεύθυνση.
Ο μαξιμαλισμός δεν εμφανίστηκε αρχικά ως αισθητικό ρεύμα, αλλά ως νοοτροπία που περιέγραφε τη φιλοδοξία για μεγάλες επιδιώξεις και την άρνηση του «ελάχιστου». Ο όρος χρησιμοποιείται από τις αρχές του 20ού αιώνα σε πολιτικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα, κυρίως ως αντίστιξη στον μινιμαλισμό των στόχων και των απαιτήσεων, χωρίς ωστόσο να συγκροτήσει αυτόνομο πολιτικό ρεύμα.
Αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, επανήλθε στο προσκήνιο ως βασικό χαρακτηριστικό του μεταμοντέρνου κινήματος στην αρχιτεκτονική, αντιπαραβάλλοντας την ποικιλομορφία και τη συνύπαρξη διαφορετικών στυλ στην αυστηρότητα του μοντερνισμού. Εμβληματική υπήρξε η φράση «Less is a bore», που διατύπωσε ο Αμερικανός αρχιτέκτονας Robert Venturi, παραφράζοντας το «Less is more» του Mies van der Rohe.
Κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, ο μαξιμαλισμός κυριάρχησε ευρύτερα στη μόδα και στη διακόσμηση. Πλούσια υφάσματα, έντονα μοτίβα, περίτεχνη διακόσμηση και αναφορές σε ιστορικές περιόδους, όπως το Ροκοκό και η βικτωριανή εποχή, λειτούργησαν ως αντίδραση στην ψυχρότητα της απόλυτης αφαίρεσης.
Η περίοδος της διακριτικότητας
Προς το τέλος της δεκαετίας του 1990 και ακόμη περισσότερο τη δεκαετία του 2010, ο μαξιμαλισμός άρχισε να υποχωρεί, παραχωρώντας τη θέση του στη λεγόμενη ήσυχη πολυτέλεια. Τα έντονα λογότυπα θεωρήθηκαν κακόγουστα, ενώ η πολυτέλεια επαναπροσδιορίστηκε μέσα από τον ουδέτερο σχεδιασμό και τη διακριτικότητα, δίνοντας έμφαση στα ακριβά υλικά. Το κασμίρι, το μετάξι και οι γήινες χρωματικές παλέτες κυριάρχησαν, τόσο στη μόδα όσο και στην εσωτερική διακόσμηση, προβάλλοντας μια εικόνα φινέτσας χωρίς επιδεικτικότητα.
Η ίδια λογική μεταφέρθηκε και στους χώρους κατοικίας, όπου τα έπιπλα απέκτησαν λιτές φόρμες, τα υλικά ήταν κυρίως φυσικά και η βιωσιμότητα άρχισε να παίζει σημαντικό ρόλο. Η πολυτέλεια εκφραζόταν μέσα από τις λεπτομέρειες και την ποιότητα κατασκευής, όχι μέσα από την ένταση ή την υπερβολή.
Ωστόσο, αυτή η αισθητική κυριαρχία ανέδειξε σταδιακά και τις αδυναμίες της. Η εμμονή στους ουδέτερους τόνους και στα αφαιρετικά σχέδια οδήγησε σε μια αίσθηση ομοιομορφίας, περιορίζοντας τη δημιουργικότητα τόσο στη μόδα όσο και στη διακόσμηση. Στον χώρο της μόδας, πολλές συλλογές άρχισαν να μοιάζουν μεταξύ τους, καθιστώντας δύσκολη τη διάκριση της ταυτότητας των οίκων. Παράλληλα, ο άτυπος κώδικας του «if you know, you know» δημιούργησε έναν νέο τρόπο επίδειξης πλούτου, που απαιτούσε εξειδικευμένες γνώσεις για να αναγνωριστεί η αξία ενός αντικειμένου.
Η συγκεκριμένη φιλοσοφία, αν και προώθησε τη διαχρονικότητα, ενίσχυσε τα ταξικά στερεότυπα και συνέβαλε στην εκτόξευση των τιμών. Την ίδια στιγμή, η «γρήγορη μόδα» αξιοποίησε αυτή την ουδετερότητα, προσφέροντας φθηνότερες απομιμήσεις που απλώς έδειχναν ακριβές, γεγονός που επηρέασε αρνητικά τις πωλήσεις των πολυτελών brands.
Η επιστροφή στον μαξιμαλισμό
Ύστερα από περισσότερα από είκοσι χρόνια αισθητικής αυτοσυγκράτησης, η ανάγκη για φαντασία και ζωντάνια επανήλθε στο προσκήνιο. Η δίψα για φαντασία και ζωντάνια, υπερίσχυσε και μετατόπισε τις ουδέτερες αισθητικές, μεταφέροντας τη δημιουργική δράση σε μια ζωντανή και απενοχοποιημένη αυτοέκφραση. Ο μαξιμαλισμός επέστρεψε δυναμικά και η διάθεση για «Dolce Vita» έφερε μαζί της καλλιτεχνικές και δημιουργικές ανησυχίες.
Η ίδια μετατόπιση παρατηρείται και στη διακόσμηση. Οι απόλυτα αφαιρετικοί χώροι αντιμετωπίζονται πλέον ως απρόσωποι, ενώ η σύγχρονη εκδοχή του μαξιμαλισμού εστιάζει στην επιμελημένη πολυπλοκότητα. Το βελούδο, τα φλοράλ και βοτανικά μοτίβα, οι εντυπωσιακές ταπετσαρίες και ο συνδυασμός μοντέρνων και vintage επίπλων συνθέτουν χώρους με σαφή ταυτότητα.
Αντικείμενα με συναισθηματική αξία, όπως αναμνηστικά ταξιδιών και οικογενειακές φωτογραφίες, αποκτούν ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο. Η επιστροφή του μαξιμαλισμού συνδέεται επίσης με τη βιώσιμη κατανάλωση, μέσα από την επαναχρησιμοποίηση ρούχων και αντικειμένων που αποκτούν νέα ζωή.
Η σύγχρονη εκδοχή του μαξιμαλισμού δεν απορρίπτει την ποιότητα, αλλά την ενσωματώνει σε μια πιο προσωπική και πολυδιάστατη αισθητική, η οποία αντιστέκεται στην ισοπεδωτική ομοιομορφία και επαναφέρει την ανθρώπινη προσωπικότητα στο επίκεντρο και αυτό που ονομάζουμε προσωπική ταυτότητα.
Εξωτερική φωτογραφία: uchronia.fr