Σε μια εποχή όπου οι τάσεις γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα σε λίγες εβδομάδες, το προσωπικό στιλ μοιάζει να υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για αποδοχή.
Το γούστο δεν αγοράζεται, ούτε διδάσκεται μέσα από βίντεο και «οδηγούς στιλ». Καλλιεργείται αργά, μέσα από εμπειρίες, αισθητική παιδεία και αυτογνωσία. Ο Ralph Lauren έχει πει πως «η μόδα είναι κάτι που πηγάζει από μέσα σου». Κάπου στην πορεία, όμως, αυτή η εσωτερική φωνή άρχισε να χάνεται μέσα στον θόρυβο των τάσεων, των κοινωνικών δικτύων και της αδιάκοπης παραγωγής εικόνων.
Σήμερα, όλοι δείχνουν σε όλους πώς να ντυθούν, τι να αγοράσουν και πώς να το συνδυάσουν. Μέσα σε αυτή την υπερπληροφόρηση, το προσωπικό γούστο μοιάζει να έχει παραμεριστεί. Η παγκοσμιοποίηση της μόδας και η εύκολη πρόσβαση στις ίδιες εικόνες, στα ίδια brands και στις ίδιες αισθητικές αναφορές έχουν δημιουργήσει μια πρωτοφανή ομοιομορφία. Το στιλ, που κάποτε λειτουργούσε ως αντανάκλαση της προσωπικότητας, συχνά καταλήγει να είναι προϊόν αντιγραφής. Απορροφάται και εξομοιώνεται από το σύνολο των στοιχείων, με αποτέλεσμα να εξαφανίζονται τα ιδιαίτερα, προσωπικά χαρακτηριστικά. Όμως το να δημιουργείς το αισθητικά ωραίο δεν λειτουργεί έτσι. Δεν είναι μια λίστα οδηγιών, αλλά μια αργή διαδικασία διαμόρφωσης αισθητικής ταυτότητας.
Το γούστο ως ένστικτο και εμπειρία
Το προσωπικό γούστο ξεκινά από την αυτογνωσία. Από τη στιγμή που κάποιος μπορεί να ξεχωρίσει αν του αρέσει πραγματικά κάτι ή αν απλώς θέλει να το φορέσει επειδή το βλέπει παντού. Αυτή η διάκριση είναι ίσως το πιο δύσκολο βήμα σε μια εποχή όπου η επιρροή των τάσεων είναι διαρκής και ασφυκτική. Το στιλ δεν διαμορφώνεται μόνο μέσα από τη μόδα. Χτίζεται από ερεθίσματα που μας αγγίζουν: από την τέχνη, τον κινηματογράφο, τα ταξίδια, τη μουσική, τους ανθρώπους που συναντά κανείς και τις εμπειρίες που κουβαλά. Όσο πιο πολυδιάστατες είναι οι αναφορές, τόσο πιο αυθεντικό το αποτέλεσμα. Η αισθητική ταυτότητα απαιτεί επίσης μέτρο: ισορροπία στα χρώματα, στις αναλογίες, στα αξεσουάρ, αλλά και τη γνώση του πότε αφαιρείς αντί να προσθέτεις.
Στην Coco Chanel αποδίδεται η φράση: «Πριν φύγεις από το σπίτι, κοίταξε τον εαυτό σου στον καθρέφτη και αφαίρεσε ένα πράγμα». Βασιζόμενοι στο ένστικτό μας, αφαιρούμε κάτι περιττό αλλά προσθέτουμε κάτι στην αισθητική μας ταυτότητα. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το γούστο χρειάζεται χρόνο. Δεν αποκτάται μέσα από έναν ψηφιακό πίνακα έμπνευσης ή μια μαζική αγορά ρούχων. Διαμορφώνεται μέσα από δοκιμές, λάθη, επαναλήψεις και σταδιακή εξέλιξη.
Όταν η αφομοίωση αντικαθιστά την προσωπικότητα
Η κοινωνική πίεση έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην απώλεια της ατομικότητας στο ντύσιμο. Η μόδα έπαψε να αφορά το ένστικτο και άρχισε να σχετίζεται με την αποδοχή. Με το να δείχνεις «σωστός», «σύγχρονος» ή «ήσυχα πολυτελής», σύμφωνα με συγκεκριμένα πρότυπα ή τις τάσεις της εκάστοτε σεζόν. Τα κοινωνικά δίκτυα ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο αυτή την ανάγκη ομοιομορφίας. Η συνεχής έκθεση σε «τέλειες» εικόνες δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει μόνο ένας σωστός τρόπος να δείχνει κανείς κομψός. Το αποτέλεσμα είναι ένα στιλ όλο και πιο προβλέψιμο και επαναλαμβανόμενο.
Κι όμως, οι προσωπικότητες με ισχυρή αισθητική ταυτότητα δεν ακολούθησαν ποτέ πιστά τις τάσεις. Η Chloe Sevigny, η Tilda Swinton ή η Björk δεν έγιναν σύμβολα έκφρασης του προσωπικού τους στυλ επειδή αντέγραψαν μια αισθητική, αλλά επειδή το ντύσιμό τους αντανακλά απόλυτα τον τρόπο ζωής και τον χαρακτήρα τους. Ή η αείμνηστη Iris Apfel, που απέδειξε πως η υπερβολή και ο πλουραλισμός μπορεί να λειτουργήσουν όταν συνοδεύονται από αυθεντικότητα, προσωπικότητα και κυρίως χιούμορ.
Στο ίδιο πλαίσιο εντασσόταν και το στιλ της Isabella Blow, η οποία μετέτρεπε την υψηλή ραπτική σε προσωπική έκφραση, συνδέοντας τη μόδα με τον πολιτισμό και την ταυτότητά της. Εκεί βρίσκεται και η διαφορά ανάμεσα στο να «φορά» κανείς τη μόδα και στο να διαθέτει πραγματικό στιλ.
«Ακριβό» γούστο δεν σημαίνει αυτόματα και «καλό» γούστο. Γίνεται προτίμηση όταν ολοκληρώνεται χωρίς ιδιαίτερο λόγο, απλά και μόνο για προσωπική ευχαρίστηση. Την επόμενη φορά που μια τάση θα μοιάζει ακαταμάχητη επειδή τη φορούν κάποιες διασημότητες ή επειδή κατακλύζει το διαδίκτυο, ίσως αξίζει μια παύση. Το προσωπικό στιλ καλό είναι να αντανακλά τη ζωή, τις εμπειρίες και τον χαρακτήρα του καθενός. Και επειδή είναι μοναδικό, δεν είναι κάτι που μπορεί να αναπαραχθεί μαζικά.