Ψηλά στους Δολομίτες του Νοτίου Τιρόλου, ένα κτίριο που προοριζόταν για σανατόριο έγινε ένα πολυτελές ησυχαστήριο με συγκλονιστική θέα.
Το Μπρίξεν, είναι μια μικρή πόλη του Νοτίου Τιρόλου, στον δρόμο από τη Βερόνα προς το πέρασμα του Brenner και την Αυστρία. Από εκεί ως το χωριό Palmschoss είναι περίπου είκοσι λεπτά με το αυτοκίνητο, σε έναν δρόμο που ανεβαίνει με στροφές μέσα στο δάσος του όρους Plose. Στα 1.800 μέτρα το δάσος ανοίγει και απέναντι υψώνεται η οροσειρά Geisler, μια σειρά από μυτερές βραχώδεις κορυφές που ξεπερνούν τα 3.000 μέτρα. Είναι η εικόνα που έχουν οι περισσότεροι στο μυαλό τους όταν ακούνε «Δολομίτες». Είναι οι ίδιες κορυφές που βλέπει κανείς πίσω από το εκκλησάκι της Santa Maddalena, στην πιο γνωστή καρτ ποστάλ των Δολομιτών. Πρόκειται για έναν γυμνό βράχο, που αλλάζει χρώμα μέσα στη μέρα, ανάλογα με το φως. Εκεί βρίσκεται το Forestis, ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ορεινά ξενοδοχεία της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια.
Η ιστορία του ξεκινά το 1912, όταν η αυστροουγγρική μοναρχία αναζητούσε τοποθεσία για σανατόριο φυματικών. Οι γιατροί που μελέτησαν την πλαγιά βρήκαν καθαρό πηγαίο νερό, πολλή ηλιοφάνεια και ήπιο κλίμα. Σύμφωνα με το Forestis, το έργο είχε ανατεθεί στον Βιεννέζο αρχιτέκτονα Otto Wagner. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ανέτρεψε τα σχέδια και στη θέση του συγκροτήματος χτίστηκε ένα πιο λιτό κτίριο από ξύλο και πέτρα.Δεν λειτούργησε ποτέ ως σανατόριο και με τα χρόνια χάθηκε μέσα στη βλάστηση. Το 2000 ο ξενοδόχος Alois Hinteregger έπεσε πάνω του σε έναν περίπατο, κρυμμένο πίσω από άγριους θάμνους. Η οικογένεια το αγόρασε και το 2010 το άνοιξε ως ξενοδοχείο. Τη σκυτάλη πήραν αργότερα ο γιος του, Stefan, και η σύζυγός του, Teresa, που είχαν περάσει χρόνια στο εξωτερικό. Οι εργασίες κράτησαν από τον Μάρτιο του 2019 ως τον Ιούλιο του 2020. Το Forestis, άνοιξε στις 20 Ιουλίου, εν μέσω πανδημίας και με τη μισή πληρότητα που επέτρεπαν τότε οι κανόνες.
Τρεις πύργοι στο δάσος
Το ιστορικό κτίριο αποκαταστάθηκε και δίπλα του ο αρχιτέκτονας Armin Sader, του γραφείου Asaggio, έστησε τρεις λιτούς πύργους. Σταματούν κάτω από τις κορυφές των ελάτων, κι έτσι από μακριά το συγκρότημα σχεδόν χάνεται ανάμεσα στα δέντρα. Τα υλικά είναι από την περιοχή: ξύλο ελάτης και ελβετικής πεύκης, δολομιτική πέτρα, τζαμαρίες από το πάτωμα ως το ταβάνι, υφάσματα σε ουδέτερους τόνους. Οι ιδιοκτήτες επέλεξαν να μην κρεμάσουν πίνακες στους τοίχους και άφησαν τη θέα στους Δολομίτες να γεμίσει τα δωμάτια.
Όλες οι σουίτες κοιτάζουν νότια. Σε εκείνες των πύργων υπάρχει παραδοσιακή τιρολέζικη κεραμική σόμπα, και στη βεράντα ένα daybed όπου μπορεί να κοιμηθεί κάτω από τα αστέρια όποιος αντέχει το κρύο. Τον χειμώνα οι πίστες του Plose είναι προσβάσιμες κατευθείαν από το ξενοδοχείο. Η θέρμανση γίνεται με βιομάζα και το ρεύμα είναι “πράσινο”. Σε δωμάτια, spa και κουζίνα τρέχει το πηγαίο νερό του βουνού. Για κάθε δέντρο που κόπηκε στην κατασκευή φυτεύτηκαν δύο. Παράλληλα, όπως σημειώνει το ξενοδοχείο, για κάθε επισκέπτη που θα ζητήσει να εξαιρεθεί το δωμάτιό του από την καθημερινή καθαριότητα, το ξενοδοχείο να αναλαμβάνει ανταποδοτικά, να φυτέψει ένα ακόμη δέντρο στο δάσος.
Η κουζίνα του δάσους
Ο executive chef Roland Lamprecht μεγάλωσε στην κοιλάδα του Μπρίξεν και από παιδί μάζευε βότανα και μανιτάρια με τη μητέρα του. Πέρασε από βραβευμένες κουζίνες της κεντρικής Ευρώπης πριν επιστρέψει στον τόπο του. Δουλεύει κυρίως με ό,τι φυτρώνει γύρω του. Όταν χρειάζεται κάτι από πιο μακριά, πηγαίνει ο ίδιος στα λεμονοδάση της λίμνης Garda ή στην ψαραγορά της Βερόνας. Από την άνοιξη ως το φθινόπωρο η ομάδα του βγαίνει κάθε μέρα στο δάσος για βλαστούς ελάτου, μανιτάρια, μούρα, τσουκνίδες και χυμό σημύδας. Ό,τι περισσεύει ζυμώνεται, αποξηραίνεται, καπνίζεται ή κλείνεται σε λάδια και σιρόπια για τον χειμώνα. Στο κεντρικό εστιατόριο σερβίρονται κάθε βράδυ δύο μενού γευσιγνωσίας, ένα αλπικό κι ένα vegan.
Τον Ιούνιο του 2025 άνοιξε το YERA, σκαμμένο στην πλαγιά πίσω από το ιστορικό κτίριο. Φτάνεις εκεί από ένα μικρό μονοπάτι. Το εστιατόριο συνδέει το όνομά του με τη συγκομιδή, την κορύφωση του ετήσιου κύκλου. Οι τοίχοι, είναι από την κόκκινη γη του γειτονικού Peitlerkofel, η ξύλινη οροφή θυμίζει ανάποδο σκαρί πλοίου και στη μέση καίει ανοιχτή φωτιά. Χωράει 18 άτομα, λειτουργεί από Τρίτη ως Σάββατο και κοστίζει 650 ευρώ το άτομο, για ένα δείπνο που κρατά περίπου τέσσερις ώρες. Τα κινητά κλειδώνονται σε ντουλαπάκια στην είσοδο. Μαχαιροπίρουνα δεν υπάρχουν, τρως με ξυλάκια ή με τα χέρια, και τα πιάτα συνοδεύονται από ποτά φυσικής ζύμωσης με χαμηλό αλκοόλ.
Το spa κάτω από τους πύργους
Το spa απλώνεται σε δύο υπόγεια επίπεδα κάτω από τους πύργους. Η εσωτερική πισίνα συνεχίζει έξω σε θερμαινόμενη infinity, και μία από τις πέντε σάουνες στέκεται μέσα στο δάσος. Εκεί γίνονται καθημερινά τελετουργικά Aufguss. Στη θεραπεία Tree Circle ο επισκέπτης διαλέγει με την αφή και τη μυρωδιά ένα από τα τέσσερα ξύλα της περιοχής. Ακολουθούν ποδόλουτρο, μασάζ με ξύλινες ράβδους και ζεστές πέτρες, έλαια από το ίδιο δέντρο. Προσφέρονται επίσης μαθήματα Wyda, με ασκήσεις κίνησης και αναπνοής που συχνά περιγράφεται ως «γιόγκα των Κελτών». Λίγα μέτρα πιο πέρα στέκεται η κατοικία που χτίστηκε το 1912 για τους γιατρούς του σανατορίου. Αποκαταστάθηκε με βάση ιστορικά σχέδια από τη Βιέννη και σήμερα νοικιάζεται ολόκληρη, για έως δέκα επισκέπτες, ως Forestis Villa.
Φωτογραφίες: Courtesy of Forestis Dolomites
www.forestis.it