Η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες με τις περισσότερες γηγενείς ποικιλίες στον κόσμο. Ποικιλίες που προσφέρουν ξεχωριστό χαρακτήρα, μοναδικά αρώματα και γεύσεις, εκφράζοντας παράλληλα τον τόπο από τον οποίο προέρχονται.
Όλα τα παραπάνω διόλου δεν διασφαλίζουν ότι ο δρόμος για την καταξίωση τους είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Ίσα-ίσα που μάλλον είναι γεμάτος αγκάθια, αφού οι παραγωγοί που επιχειρούν να τις αναδείξουν πρέπει να ανακαλύψουν ξανά τον τροχό… Γιατί άλλο είναι να καλλιεργείς Cabernet Sauvignon και Chardonnay –όπου εύκολα θα βρεις τόνους πληροφοριών για την καλλιέργεια και την οινοποίηση, εκατοντάδες κλώνους και υποκείμενα αλλά και χιλιάδες συναδέλφους παραγωγούς για να ανταλλάξεις εμπειρίες και συμβουλές- και άλλο ένα σταφύλι όπου μόνος θα σπαταλήσεις δεκαετίες προκειμένου να ξεκλειδώσεις τα τερτίπια της. Προσθέσετε εδώ και την δυσπιστία απέναντι στο καινούργιο, την έλλειψη ενημέρωσης και την απροθυμία ανάληψης ρίσκου από πλευράς καταναλωτών και θα καταλάβετε γιατί η καταξίωση μιας ποικιλίας είναι …Γολγοθάς!
Πάντως πλάι στα ξακουστά σταφύλια τα οποία ακόμα και απλοί οινόφιλοι γνωρίζουν ο αγώνας αυτός έχει φέρει στο προσκήνιο και άλλα, όπως την Κυδωνίτσα, το Μαυροτράγανο, το Λιάτικο και την Λημνιώνα. Εννοείται βέβαια ότι πολλά άλλα που πιθανώς διαθέτουν ανάλογο δυναμικό ακόμα βρίσκονται σε απόλυτη αφάνεια, όμως ανάμεσα σε αυτές τις δύο τελευταίες κατηγορίες μια τρίτη αναδύεται περιλαμβάνοντας σταφύλια που αν και ακόμα δεν έχουν τύχη καθολικής αναγνώρισης ήδη έχουν καταθέσει τα διαπιστευτήρια τους. Και σίγουρα κάποια από αυτά είναι ικανά όχι μόνο να ιντριγκάρουν αλλά και να ικανοποιήσουν τους οινόφιλους.
Μια “ευκαιρία” στο ποτήρι σας
Ο αμπελώνας του Ιονίου είναι από τους συναρπαστικούς της χώρας και αυτό το οφείλει στην εμμονή των παραγωγών στις γηγενείς ποικιλίες. Το λευκό Παύλος είναι μια από αυτές που έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον των παραγωγών της Ζακύνθου αφού μπορεί να μην έχει έντονο άρωμα ωστόσο συνδυάζει υπέροχα απαλότητα και νεύρο. Μπορούμε να το βρούμε ως μέρος του blend σε κάθε Verdea του νησιού, όμως όλοι οι παραγωγοί του πλέον διαθέτουν και μια μονοποικιλιακή εκδοχή του (δοκιμάστε αυτές των Σολωμού και Γκούμα).
Από τα Επτάνησα προέρχεται και το πιο πληθωρικό, βελούδινο Βοστυλίδι, με την Κεφαλονιά να κρατά τα πρωτεία της συμπύκνωσης κίτρινων φρούτων. Το Hariton του οινοποιείου Χαριτάτου και το V for Vostilidi του Παναγιώτη Σαρρή δεν αφήνουν περιθώρια για αντιρρήσεις.
Ακόμα μεγαλύτερο ποικιλιακό πλούτο διαθέτει η Κρήτη, με το Δαφνί να είναι ένα από τα πλέον υποεκτιμημένα διαμάντια της. Το οινοποιείο Λυραράκη όχι μόνο διέσωσε το σπάνιο σταφύλι αλλά μας προσφέρει και τις καλύτερες εκδοχές του. Βέβαια πρέπει κανείς να περιμένει 2-3 χρόνια για να μυρίσει το άρωμα της δάφνης στο οποίο οφείλει το όνομα του. Το Χανιώτικο Ρωμέικο από την άλλη είναι θεωρητικά ερυθρό, όμως οι χρωστικές του είναι τόσο φτωχές που δεν του δίνουν καμία «κόκκινη» τύχη. Ωστόσο προσφέρει πανέμορφα λευκά με την μέθοδο blanc de noir όσο και εξαιρετικά γλυκά. Αποδείξεις για το πρώτο τα Pavo και Νόστος των Ντουράκη και Μανουσάκη και για το δεύτερο το Λιαστός του Καραβιτάκη.
Ελαφρύ και ανοιχτόχρωμο είναι και το Βλάχικο, το οποίο όμως μετουσιώνει αυτά τα χαρακτηριστικά σε αέρινη, πιπεράτη κλάση. Βέβαια δεν αρκεί ένα εξαιρετικό δείγμα όπως το Rossiudi Munte από το Κατώγι Αβέρωφ, αλλά χρειάζεται και μια καλή χρονιά προκειμένου η ποικιλία της Ηπείρου να εκφράσει τη γοητεία της. Το ίδιο ισχύει και για το Πρεκνιάρικο η Πρεκνάδι, το λευκό σταφύλι της Νάουσας με τις… φακίδες, που προσπαθεί να κλέψει λίγη από την λάμψη του Ξινόμαυρου. Και όπως αποδεικνύουν οι προτάσεις των Χρυσοχόου και Διαμαντάκου το αξίζει, αρκεί οι καιρικές συνθήκες να διασφαλίσουν την πολύτιμη οξύτητα.
Το Μαύρο Καλαβρυτινό προφανώς και καλλιεργείται στους μεγάλου υψομέτρου αμπελώνες της Αιγιάλειας, αριστεύοντας στου τομείς της φρεσκάδας και του φρούτου. Το οινοποιείο Τετράμυθος προσφέρει μια συμβατική και μια nature εκδοχή -αμφότερες υπέροχες- ενώ το Μέγα Σπήλαιο με το εκπληκτικό Κτήμα Grand Cave δείχνει τι είναι ικανό να κάνει αυτό το σταφύλι δίπλα σε πιο δομημένες ποικιλίες όπως η Μαυροδάφνη.
Μιας και η κουβέντα ήρθε στην δομή, ελάχιστες ποικιλίες την προσφέρουν με τον τρόπο που το πράττει το Βερτζαμί. Βέβαια οι τανίνες του απλά κάνουν μια Νάουσα ή ένα Cabernet Sauvignon να φαίνονται… αρνάκια, όμως το σταφύλι από την Λευκάδα διαθέτει φρούτο και γλύκα ικανά να ρεφάρουν. Πλέον τα οινοποιεία τις Πελοποννήσου έχουν πάρει τις τύχες της στα χέρια τους, με τους Αμπελώνες Αντωνόπουλου και το οινοποιείο Μακρόγιαννη να κυκλοφορούν τις δικές τους εκδοχές και το Μέγα Σπήλαιο να έχει εντάξει μια μονοποικιλιακή cuvee στην σειρά Iconic Wines.
Το ερυθρό Μούχταρο μυρίζει σαν λευκό κρασί, διαθέτει συμπύκνωση “γυμναστηρίου” και ταυτόχρονα είναι απίστευτα βελούδινο ακόμα και στην νιότη του. Επομένως απορεί κανείς γιατί δεν έχει φυτευτεί παντού αλλά επί της ουσίας προσφέρεται μόνο από το Κτήμα Μουσών -που το έκανε γνωστό- και το Οινοποιείο Σαμαρτζή, αμφότερα στην Βοιωτία.
Το άρωμα του ιβίσκου προσδίδει ευγένεια και κλάση όταν αποτελεί μέρος του αρωματικού μπουκέτου ενός κρασιού και αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση του Βραδυανού. Η οικογένεια Βρυνιώτη στα Γιάλτρα Ευβοίας είναι αυτή που το διέσωσε και το χρησιμοποιεί σε πολλές ετικέτες της, ενώ το οινοποιείο Γκίκα στα Σπάτα προσφέρει μια πυκνή εκδοχή από τον αμπελώνα της στον Κιθαιρώνα.
Και υπάρχουν ακόμα το Πλυτό, ο Πετρουλιανός, το Μοσχόμαυρο, το Παμίδι και τόσες άλλες…
Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image