Τρία κοντέινερ και 30 βιτρίνες στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης, φέρνουν το design στον δρόμο. Ο αρχιτέκτονας Μηνάς Κοσμίδης αφηγείται.
Το μεταλλικό ελατήριο στο ξύλινο μανταλάκι κρατά το ρούχο στο σκοινί. Το τριγωνικό σχήμα της Toblerone αρκεί για να αναγνωρίσεις τη σοκολάτα πριν διαβάσεις το όνομά της. Ο αρχιτέκτονας Μηνάς Κοσμίδης διαλέγει αυτά τα δύο αντικείμενα για να δείξει πόσα μπορεί να κάνει ο σχεδιασμός στην καθημερινότητά μας. Αυτή την εβδομάδα, ένα pop-up μουσείο σε τρία κοντέινερ στην πλατεία Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη καλεί τους περαστικούς να κοιτάξουν ξανά πράγματα που χρησιμοποιούν κάθε μέρα.
Την Κυριακή 1 Νοεμβρίου, πρώτη ημέρα λειτουργίας, περισσότεροι από 1.100 άνθρωποι πέρασαν από τα τρία κοντέινερ. Το pop-up μουσείο βρίσκεται στο επίκεντρο των πρώτων Design Dialogue Days της DNA Thessaloniki (Design. Narratives. Artifacts.), που διαρκούν έως την Κυριακή 8 Νοεμβρίου. Η είσοδος είναι ελεύθερη και τις ξεναγήσεις αναλαμβάνουν εθελοντές και εθελόντριες. Πρόεδρος της DNA Thessaloniki είναι ο Μηνάς Κοσμίδης, creative director των Minas Kosmidis Architects και mk5_projects, που έχουν και τη δημιουργική επιμέλεια της διοργάνωσης. Ο ίδιος ξεκινά από μια διαπίστωση για το πώς φτάνει σήμερα το design στο κοινό. «Το design συχνά παρουσιάζεται ως κάτι εξειδικευμένο, ακριβό ή προορισμένο για ανθρώπους που ήδη γνωρίζουν τον χώρο», λέει. «Εκεί πιστεύω ότι “χαλάει” η σχέση του με το ευρύ κοινό: ενώ βρίσκεται παντού γύρω μας, πολλές φορές συνδέεται αποκλειστικά με γκαλερί, εκθέσεις ή επαγγελματικά περιβάλλοντα».
Έτσι προέκυψαν η πλατεία και οι βιτρίνες. Σύμφωνα με τον κ. Κοσμίδη, το design πρέπει να βρεθεί «εκεί όπου ήδη περπατά, εργάζεται και συναντιέται» ο κόσμος, «χωρίς εισιτήριο και χωρίς την προϋπόθεση προηγούμενης γνώσης». Η ομάδα θέλει να προκαλέσει «μια μικρή παύση μέσα στην καθημερινότητα: να σταματήσει κάποιος μπροστά σε ένα οικείο αντικείμενο και να αναρωτηθεί ποιος το σχεδίασε, ποια ανάγκη εξυπηρετεί και γιατί έχει αυτή τη μορφή». Αν ξυπνήσει αυτή η περιέργεια, λέει, «το design παύει να είναι μια μακρινή έννοια και γίνεται ένας τρόπος να παρατηρούμε πιο συνειδητά τον κόσμο γύρω μας».
Τρία containers και τριάντα βιτρίνες
Κάθε container έχει το δικό του θέμα. Το πρώτο ζητά από τον επισκέπτη να ξαναδεί με άλλο μάτι οικεία αντικείμενα της καθημερινότητας. Στο δεύτερο τα αντικείμενα εμφανίζονται μέσα από το κόκκινο, κινηματογραφικό σύμπαν του Αλμοδόβαρ. Το τρίτο συγκεντρώνει εμβληματικά κομμάτια που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στην ιστορία του design. Από την πλατεία, η έκθεση συνεχίζεται σε 30 εμπορικές βιτρίνες του ιστορικού κέντρου. Δίπλα στα αντικείμενα, ο περαστικός μπορεί να διαβάσει ποιος τα σχεδίασε και ποια ανάγκη έδωσε αφορμή για τον σχεδιασμό τους. Η διαδρομή περιλαμβάνει και μια εγκατάσταση στο γραφείο των Minas Kosmidis Architects, όπου παρουσιάζονται υφάσματα μαζί με αντικείμενα design.
Ζητήσαμε από τον κ. Κοσμίδη, ένα καθημερινό αντικείμενο για το οποίο θα σταματούσε κάποιον στον δρόμο. Εκείνος διάλεξε δύο, και το πρώτο είναι το ξύλινο μανταλάκι με το μεταλλικό ελατήριο. «Η βασική σχεδιαστική του αρχή παραμένει ουσιαστικά ίδια από τα μέσα του 19ου αιώνα, επειδή δίνει μια εξαιρετικά απλή και αποτελεσματική λύση σε μια καθημερινή ανάγκη», λέει. «Είναι φθηνό, εύχρηστο, ανθεκτικό και αποτελείται από ελάχιστα υλικά. Το χρησιμοποιούμε συνεχώς, χωρίς σχεδόν ποτέ να αναρωτιόμαστε ποιος και πώς το σχεδίασε».
Το δεύτερο είναι η Toblerone, με το τριγωνικό σχήμα που, όπως σημειώνει, παραμένει αναγνωρίσιμο σε όλο τον κόσμο από τις αρχές του 20ού αιώνα. Εδώ το design έφτιαξε μια ταυτότητα που αντέχει στον χρόνο και «κάνει ένα προϊόν άμεσα αναγνωρίσιμο πριν ακόμη διαβάσουμε το όνομά του». Και τα δύο, κατά τον ίδιο, δείχνουν ότι «το επιτυχημένο design δεν χρειάζεται να είναι περίπλοκο ή εντυπωσιακό». Η αξία του φαίνεται στο ότι εξακολουθεί να λειτουργεί ύστερα από δεκαετίες. Τα υπόλοιπα παραδείγματα δεν τα αποκαλύπτει. «Θα μπορείτε να τα ανακαλύψετε στην πλατεία Αριστοτέλους, μέχρι τις 8 Νοεμβρίου», λέει.
Από το Κάιρο και το Αλ Κομπάρ στην Αριστοτέλους
Ο κ. Κοσμίδης σχεδιάζει έργα από το Αλ Κομπάρ ως το Κάιρο και τη Σενζέν. Η Θεσσαλονίκη, όμως, παραμένει για τον ίδιο «ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Είναι η πόλη στην οποία ζω, συνεργάζομαι και παρατηρώ». Τη βλέπει ως «μια πόλη ανθρώπινη και γεμάτη αντιθέσεις, μεσογειακή και βαλκανική, ιστορική και σύγχρονη, εξωστρεφής αλλά και βαθιά οικεία». Ως δημιουργό, τον ενδιαφέρει η πυκνότητά της. «Η αρχιτεκτονική, το εμπόριο, η βιομηχανική της κληρονομιά, η θάλασσα και οι διαφορετικοί πολιτισμοί που πέρασαν από αυτή συνυπάρχουν σε έναν σχετικά μικρό και πυκνό αστικό ιστό», εξηγεί. Στα υπέρ της πόλης βάζει και «μια ισχυρή δημιουργική κοινότητα από αρχιτέκτονες, designers, καλλιτέχνες και επιχειρήσεις, η οποία πολλές φορές δεν έχει την προβολή που της αναλογεί».
Όλα αυτά, κατά τον ίδιο, δεν καταλήγουν απαραίτητα σε ένα «θεσσαλονικιώτικο» ύφος. Επηρεάζουν κυρίως τον τρόπο που προσεγγίζει κάθε έργο, «με ενδιαφέρον για το ιδιαίτερο πλαίσιο στο οποίο δημιουργείται, για την ιστορία του τόπου και, κυρίως, για τους ανθρώπους που θα το χρησιμοποιήσουν», συμπληρώνει.
Ο στόχος του 2030
Η DNA Thessaloniki ξεκίνησε από μια παρέα ανθρώπων που πιστεύουν ότι η Θεσσαλονίκη μπορεί να γίνει σημαντικός τόπος συνάντησης για τη δημιουργική κοινότητα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η ομάδα έχει θέσει δύο στόχους: ένα μόνιμο μουσείο design στην Ελλάδα και, έως το 2030, τη μετατροπή της πόλης σε design hub των Βαλκανίων. Οι Design Dialogue Days είναι το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Η διοργάνωση τελεί υπό την αιγίδα του Δήμου Θεσσαλονίκης, με πολιτιστικούς εταίρους τον Μητροπολιτικό Οργανισμό Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης (MOMUS) και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Όλες οι δράσεις είναι δωρεάν, χάρη στους υποστηρικτές που μπήκαν από νωρίς στο εγχείρημα.
*Το pop-up μουσείο στην Πλατεία Αριστοτέλους και η διαδρομή στις βιτρίνες του ιστορικού κέντρου λειτουργούν έως τις 8 Νοεμβρίου
dnathessaloniki.gr.