Ο Gianni Versace άλλαξε του κανόνες του παιχνιδιού. Από το 1978, όταν ίδρυσε τον οίκο του, μέχρι τη βίαιη δολοφονία του το 1997, θέλησε να διαμορφώσει έναν ολόκληρο πολιτισμό γύρω από τη μόδα.
Η κληρονομιά του συνδέεται με εμβληματικές εικόνες: ρούχα που παίζουν με τον ερωτισμό και τη δύναμη και τολμηρά φορέματα που θεωρούνται ευρέως οι βασικοί πρωταγωνιστές της ενδυματολογικής κληρονομιάς του. Η εκτόξευση της δημοτικότητάς του έγινε τη δεκαετία του ’90, όταν η Madonna, η Demi Moore ή η Elizabeth Hurley έγιναν ζωντανές διαφημίσεις του αισθησιασμού και της τόλμης του, ενώ οι επιδείξεις του στο Μιλάνο και το Παρίσι έθεταν νέα πρότυπα λάμψης στην παγκόσμια μόδα.
Στο DNA του οίκου υπήρχε εξίσου η αγάπη για το χρώμα, τα μοτίβα και την υπερβολή, χαρακτηριστικά που βρήκαν την πιο λαμπερή τους έκφραση στις μεταξωτές πουκαμίσες του με το φημισμένο μοτίβο Barocco. Ο Sir Elton John είχε ολόκληρη συλλογή, τόσο μεγάλη ώστε να τη χρησιμοποιεί ως εγκατάσταση τέχνης στο σπίτι του. Ο ίδιος ομολόγησε πως δεν τις φόρεσε ποτέ όλες∙ μερικές τις κρατούσε μόνο για να τις κοιτάζει.
Στη σκηνή του Λονδίνου βρέθηκε από νωρίς: ήδη από το 1985 παρουσίαζε το έργο του στο Victoria & Albert Museum, ενώ κύκλοι φίλων και συνεργατών του, από τον George Michael και την Anna Wintour μέχρι την πριγκίπισσα Diana, τον κρατούσαν διαρκώς σε επαφή με τη βρετανική πρωτεύουσα. Επιπλέον, το Λονδίνο είχε βαρύνουσα σημασία, καθώς λειτουργούσε σαν γέφυρα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, μια αγορά που ο Versace προέβλεψε ότι θα γινόταν κεντρική για τη μόδα του. Παράλληλα, ήταν και τόπος κοινωνικής δικτύωσης με διασημότητες που θα γίνονταν οι καλύτεροι «πρεσβευτές» του. Ο Versace ήταν από τους πρώτους που κατανόησαν πως η δύναμη της μόδας δεν βρίσκεται μόνο στα υλικά ή στην τεχνική, αλλά και στη συμμαχία με τα πρόσωπα που έχουν παγκόσμια επιρροή.
Εδραιώνοντας την εποχή των supermodels, μια ιδέα που σχεδιάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον Versace, παρουσίασε τις Naomi Campbell, Linda Evangelista, Tatjana Patitz, Christy Turlington και Cindy Crawford -τέσσερις από τις πέντε θα τραγουδούσαν με το τραγούδι «Freedom» του George Michael στην επίδειξη μόδας του Versace για τη σεζόν φθινόπωρο-χειμώνα του 1991. Τα supermodels έγιναν η προσωποποίηση της δεκαετίας του ’90 και ο οίκος Versace, ο σκηνοθέτης αυτής της νέας πραγματικότητας.
Ρίζες, έμπνευση και τα πρώτα βήματα στο Μιλάνο
Πίσω όμως από την εκκεντρικότητα και τη λάμψη, ο Gianni Versace υπήρχε ένας βαθύς γνώστης της ιταλικής παράδοσης. Οι επιρροές του, όπως ο ίδιος συνήθιζε να λέει, ξεκίνησαν από την παιδική του ηλικία. Ενώ αργότερα θα περιέγραφε τη μητέρα του ως ιδιοκτήτρια του μεγαλύτερου ατελιέ υψηλής ραπτικής στη νότια Ιταλία, στην πραγματικότητα ήταν μία μοδίστρα που είχε ένα μικρό μαγαζί, στο οποίο πήγε να εργαστεί σε ηλικία 20 ετών. Θυμάται τη μητέρα του να τον αναγκάζει να κλείνει τα μάτια όταν περνούσαν μπροστά από το οίκο ανοχής της Reggio Calabria, με τα κορίτσια να κάθονται στο παράθυρο. Σύμφωνα με τον ίδιο, αν η μητέρα του δεν είχε δώσει τόσο μεγάλη σημασία, δεν θα είχε αναπτύξει αυτή την περιέργεια. Η πραγματικότητα της ζωής εκεί ήταν σκληρή και φτωχή, αλλά για τον Gianni έγινε πηγή έμπνευσης.
Η πολιτισμική κληρονομιά της Νότιας Ιταλίας άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στον νεαρό Gianni. Μεγάλωσε βυθισμένος στην ελληνο-ρωμαϊκή παράδοση της Μεσογείου, με πρόσβαση σε βιβλιοθήκες γεμάτες έργα της Αναγέννησης και της Αρχαίας Ρώμης· πάνω από 10.000 τόμοι που ανασκάλευε συνεχώς για να ανακαλύψει εικόνες που θα ενσωμάτωνε στα σχέδιά του.
Τον Νοέμβριο του 1972 μετακόμισε στο Μιλάνο, όπου ξεκίνησε να σχεδιάζει prêt-à-porter συλλογές για τον Arnaldo Girombelli, ένα από τα πιο ισχυρά ονόματα της ιταλικής μόδας. Αυτή η μετακόμιση προς τον βορρά προκάλεσε ρήξη με τον πατέρα του, μια διαμάχη που δεν θα επιλυόταν μέχρι τον θάνατο της μητέρας του, το 1989. Παρ’ όλα αυτά, ο Gianni γνώριζε ότι η μετακίνηση ήταν απαραίτητη για την καριέρα του. Τον Μάρτιο του 1978, ο Versace αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί μόνος του. Την ίδια χρονιά σχεδίασε την πρώτη ομώνυμη συλλογή και με την υποστήριξη του Gio Moretti, άνοιξε το πρώτο κατάστημα Versace στο Μιλάνο, στην κομψή Via Spiga. Ο Gio Moretti, εκτός από ιδιοκτήτης της θρυλικής μπουτίκ στο Μιλάνο, ήταν γνωστός για την προώθηση νέων ταλέντων και την ενίσχυση της ιταλικής μόδας. Υπήρξε καθοριστικός σύμμαχος του Gianni Versace, προωθώντας τη διεθνή επέκταση του οίκου, μέσω συνεργασιών, σε μεγάλες πόλεις όπως το Παρίσι, η Μαδρίτη και το Σαν Φρανσίσκο.
Αλλά ο Gianni δεν σχεδίαζε τα ρούχα του με τον παραδοσιακό τρόπο. Έφτιαχνε πρόχειρα σκίτσα και τα παρέδιδε σε σχεδιαστές και πατρονίστ για να τα αναπτύξουν ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα: δέρμα με μετάξι, αλυσίδες από χρυσό ύφασμα, ντραπέ κρεπ που φαινόταν να κρατιέται μόνο από πολύ λεπτές τιράντες ή ρούχα που τα συγκρατούν καρφίτσες ασφαλείας. Η τεχνική και η προσοχή στη λεπτομέρεια έγιναν η δεύτερη φύση του, που ενσωματώνονταν στα σχέδιά του με μια αχαλίνωτη φαντασία.
Η δυναμική των αδερφών Versace
Στη μόδα συνηθίζεται το δημιουργικό ταλέντο και ο επιχειρηματικός εγκέφαλος να λειτουργούν ξεχωριστά. Αλλά ο Gianni διατηρούσε έναν εμμονικό έλεγχο πάνω στην αυτοκρατορία του. Η σχέση του με τα αδέλφια του ήταν αντιφατική. Με τον αδελφό του Santo, η ένταση ήταν τεταμένη· ενώ εκείνος ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση της εταιρείας, κάθε απόφαση περνούσε από την έγκριση του Gianni, ο οποίος συχνά εκδηλωνόταν με φωνές και υποτιμητικά σχόλια. Αντίθετα, η σύνδεσή του με την αδελφή του, Donatella, ήταν βαθιά και τρυφερή· την θεωρούσε μούσα και συνεργάτιδα, την ανέδειξε υπεύθυνη της γραμμής Versus και μοιράζονταν παιδικές αναμνήσεις και αστείρευτη χημεία, ακόμη και πάνω στην πασαρέλα. Η οικογένεια Versace διατηρούσε έναν σχεδόν αναχρονιστικό τρόπο διοίκησης, απαιτώντας πιστότητα και πλήρη αφοσίωση· η ένταση ανάμεσα στα μέλη ήταν μέρος της δημιουργικής και επιχειρηματικής τους δυναμικής.
Η ανακοίκωνση της αποχώρησης της Donatella Versace από τον οίκο, τον περασμένο Μάρτιο, σηματοδότησε ένα νέο κεφάλαιο, φέρνοντας στο προσκήνιο αλλαγές τόσο στη δημιουργική κατεύθυνση όσο και στη διαχείριση της οικογενειακής δυναμικής. Τη θέση που κατείχε, αναλαμβάνοντας τα ηνία του οίκου μετά την ξαφνική δολοφονία του αδελφού της το 1997, εκτελείται πλέον από τον Dario Vitale. Για πρώτη φορά, η δημιουργική ηγεσία του οίκου περνά σε χέρια εκτός της οικογένειας.
Η επιρροή του Gianni Versace εξακολουθεί να είναι αισθητή και η στιγμή μοιάζει κατάλληλη για να ξαναδιαβάσουμε την κληρονομιά του: όχι ως μουσειακό αντικείμενο, αλλά σαν πηγή έμπνευσης που εξακολουθεί να κρατά τον ρυθμό της μόδας ζωντανό και να υπενθυμίζει την πολύπλευρη φύση ενός δημιουργού. Ο ίδιος είχε πει κάποτε: “Υπάρχει ένας Versace συντηρητικός, ένας Versace τρελός, ένας Versace θεατρικός… δεν έχω αποφασίσει ακόμα ποιον να επιλέξω”. Ίσως τελικά η απάντηση είναι ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να επιλέξει. Ο Gianni Versace ήταν όλα αυτά μαζί. Και γι’ αυτό ακριβώς, 28 χρόνια μετά την απώλειά του, εξακολουθεί να μαγεύει.
Φωτογραφίες: Getty Images / Ideal Image