«Οι νικητές δεν τα παρατάνε ποτέ και αυτοί που τα παρατάνε δεν κερδίζουν ποτέ» λένε, αλλά οι ειδικοί ψυχικής υγείας πιστεύουν ότι ίσως είναι καιρός να αλλάξει αυτή η άποψη.
Τι γίνεται με μία σχέση που δεν προχωράει; Ή με μια φιλία που σε απογοήτευσε; Μήπως αναγκάζεσαι να συνεχίσεις μαθήματα ισπανικών χωρίς πραγματικά να θέλεις; Η επίτευξη στόχων έχει τροφοδοτήσει τη βιομηχανία αυτοβοήθειας επί δεκαετίες. Τα βιβλία αυτοβελτίωσης μας συμβουλεύουν να μην σταματάμε να αγωνιζόμαστε για το καλύτερο, τα σεμινάρια ψυχικής εμψύχωσης κηρύττουν τις αρετές της επιμονής απέναντι στις αντιξοότητες ενώ οι αληθινές ιστορίες ανθρώπων που τα κατάφεραν σε διάφορους τομείς της ζωής τους εστιάζουν στη σημασία της στοχοπροσήλωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι εύκολο να υποστηρίξουμε ότι η επιδίωξη ενός στόχου, ακόμα κι αν φέρει μαζί της επιβάρυνση στη ψυχολογία μας, είναι μια πράξη γενναιότητας, ενώ το να τα παρατάμε είναι η εύκολη διέξοδος για εκείνους που δεν θέλουν ή δεν αντέχουν να επιμείνουν.
Η σημασία της ψυχική υγείας
Αν έχεις παρατηρήσει ότι η επιδίωξη ενός στόχου, σού ασκεί πίεση παρά σε παρακινεί και παράλληλα επηρεάζει αρνητικά τη συναισθηματική σου ευεξία, είναι καιρός να αναθεωρήσεις τη δέσμευσή σου προς αυτόν. Το να τα παρατάς μπορεί να μην ανταμείβεται, αλλά μπορεί να είναι η λύση για την ψυχική σου υγεία, υποστηρίζουν οι ειδικοί. «Έχουμε την ελευθερία να τα παρατήσουμε» λέει ο Adam Phillips, ψυχαναλυτής σε σχετικό άρθρο στο CNN. «Έχουμε μεγαλώσει πιστεύοντας ότι η επιμονή και η αποφασιστικότητα είναι αρετές. Αν θέλεις να μάθεις να παίζεις πιάνο, δεν μπορείς να τα παρατάς όταν σου φαντάζει δύσκολο. Αλλά, από την άλλη πλευρά, θέλεις πραγματικά να μάθεις αυτό το όργανο;» ρωτάει εύλογα.
Αν θέλουμε να είμαστε καλοί αθλητές, μουσικοί, χορευτές, συγγραφείς, και οτιδήποτε άλλο χρειάζεται εξάσκηση, θα πρέπει να επιμείνουμε. Από την άλλη όμως, οφείλουμε να εγκαταλείψουμε σχέσεις, εργασία ή ενδιαφέροντα όταν συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είναι πλέον σημαντικά για εμάς. Οι άνθρωποι πρέπει να αισθάνονται ικανοποιημένοι όταν αφήνουν πίσω τους καταστάσεις που δεν τους ικανοποιούν πραγματικά. Κι εδώ είναι που αναλαμβάνει η ψυχανάλυση για να μας “δείξει” κατά πόσο στην πραγματικότητα θέλουμε αυτά με τα οποία καταπιανόμαστε ή είναι τελικά ο φόβος της αποτυχίας αυτό που μας κρατάει δέσμιους.
Σύμφωνα με τον ψυχαναλυτή Phillips: “Ο καθένας έχει διαφορετική ιδέα για το πώς είναι η ζωή που επιθυμεί ή τι περιλαμβάνει μια “καλή ζωή”. Αν υπήρχε ένα ερώτημα που να απαντάει και να βοηθάει σε αυτό ίσως είναι: Πόσο ζωντανό σε κάνει να νιώθεις αυτό με το οποίο καταπιάνεσαι;”. Ο ψυχολόγος Aanchal Narang, εξηγεί σε άλλο άρθρο: «Είναι ενδιαφέρον ότι μερικοί άνθρωποι είναι πιθανό να μπορούν πιο εύκολα να απεμπλακούν από τους στόχους τους σε σύγκριση με κάποιους άλλους και αυτό οφείλεται στην αυτοπεποίθηση αλλά και στην αυτογνωσία που έχει ο καθένας και που μας βοηθάει να καταλάβουμε τι πραγματικά επιζητάμε. Από την άλλη πλευρά, όσοι έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση μπορεί να μην έχουν την ικανότητα ή την επιλογή να απεμπλακούν. Ως μια κοινωνία που επιβραβεύει πρότυπα συμπεριφοράς που δεν εγκαταλείπουν, η αποδέσμευση του στόχου γίνεται πιο δύσκολη και συχνά παίρνει τη μορφή επανάστασης».
Η ίδια ιδέα υποστηρίζεται από τη Shannon Moyer-Szemenyei, ολιστική σύμβουλο, η οποία πιστεύει ότι αυτή η αυξημένη εστίαση στο να μην τα παρατάμε μπορεί να πιστωθεί στην κουλτούρα τελειομανίας που έχει κυριεύσει τη γενιά μας. Η ίδια εξηγεί: «Έχουμε μεγαλώσει πιστεύοντας ότι πρέπει να εκπληρώνουμε τους στόχους μας και νιώθουμε αποτυχημένοι εάν δεν πραγματοποιήσουμε αυτούς τους στόχους ή συνειδητοποιήσουμε ότι κάτι άλλο μας ταιριάζει πραγματικά και μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα. Αν και υπάρχει μεγάλη πίεση για να εκτελέσεις και να ολοκληρώσεις έναν στόχο, είναι απίστευτα απελευθερωτικό και ενδυναμωτικό να απομακρυνθείς από αυτό που βλάπτει την ψυχική ή συναισθηματική σου ευημερία».
Ποια είναι τα κριτήρια για να εγκαταλείψει κάποιος;
–Όταν ο στόχος είναι ανέφικτος: «Όταν ένας στόχος είναι πολύ ασαφής ή δύσκολος στη διαχείριση, τείνουμε να βάζουμε μη ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα στον εαυτό μας καθώς και μη ρεαλιστικές προσδοκίες. Σε κάθε συγκυρία, πρέπει κανείς να αξιολογήσει και να επαναπροσδιορίσει εάν ο στόχος του είναι βιώσιμος ή όχι και να πράξει ανάλογα», συμβουλεύει ο Narang.
–Όταν δεν μπορείς να βρεις την ταυτότητά σου χωρίς αυτόν τον στόχο: Όταν συνδέεσαι τόσο ισχυρά με έναν συγκεκριμένο στόχο που ολόκληρη η ταυτότητά σου έχει κυριευτεί από την ιδέα αυτού, πρέπει να το ξανασκεφτείς. Ενας στόχος δεν μπορεί και δεν πρέπει να ορίζει ολόκληρη την ύπαρξή σου.
-Οταν αυτή η συνήθεια δεν σε κάνει πλέον ευτυχισμένο: Συνήθειες που βοηθούν να εξελιχθείς και δεν σε εξαντλούν είναι αυτές που πρέπει να αναπτυχθούν. Εάν κάτι δεν σε κάνει πλέον χαρούμενο, δεν υπάρχει κανένα νόημα να ασχοληθείς άλλο με αυτό.
Αν ακόμα αναρωτιέσαι μπορείς να κάνεις ένα βήμα πίσω, συμβουλεύουν οι ειδικοί, και να πάρεις τον χρόνο σου για να δεις πόσο χρειάζεται να συνεχίσεις να προσπαθείς προς εκείνη την κατεύθυνση. Ως άνθρωποι, τείνουμε συχνά να έχουμε μη ρεαλιστικές προσδοκίες. Ωστόσο, αυτό δεν είναι πάντα αρνητικό. Πρέπει να μπορούμε πάντα να ονειρευόμαστε και να βάζουμε στόχους σε όλες τις πτυχές της ζωής μας.
Αν και μπορεί να φαίνεται δελεαστικό να υπομείνεις βραχυπρόθεσμες θυσίες για την επιδίωξη της μακροπρόθεσμης επιτυχίας, η Moyer-Szemenyei πιστεύει ότι πρέπει να αξιολογήσεις εάν ένας στόχος πραγματικά σε εξυπηρετεί αντί να κυνηγάς ένα μακρινό όνειρο. «Αναζήτησε κοινά σήματα άγχους, όπως αϋπνία ή δυσκολία στον ύπνο, κρίσεις πανικού, σωματικά συμπτώματα και φόβο αποτυχίας. Όταν αυτά τα πράγματα αρχίσουν να γίνονται ο κανόνας, είναι καιρός να αναθεωρήσεις την επιμονή προς τον στόχο σου», προειδοποιεί.
Φωτογραφίες: Getty Images / Ideal Image